Font Size

SCREEN

Cpanel

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΑΝΟΥΔΗΣ – ΜΕΡΟΣ 4ο ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΗΝΑ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΑΝΟΥΔΗΣ – ΜΕΡΟΣ 4ο
(ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΗΝΑ)

Πιστοί στο εβδομαδιαίο μας ραντεβού δημοσιεύουμε σήμερα από το βιβλίο-βιογραφία του Κυριάκου Χήνα για τον Κωνσταντίνο Σπανούδη την 4η συνέχεια. Το σημερινό απόσπασμα αφορά το βιβλίο του Κ. Σπανούδη για τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ'. Για το κείμενο σε pdf πατήστε εδώ αλλιώς συνεχίστε παρακάτω την ανάγνωση.

Ακολουθούν οι σύνδεσμοι ανά ενότητα:

1ο. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΑΡΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΒΕΡΑΝΖΕΡΟΥ 24 - Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ Α.Ε.Κ.
2ο. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΑΝΟΥΔΗΣ - Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΤΗΣ Α.Ε.Κ.
3ο. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΑΝΟΥΔΗΣ - Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΠΡΟΟΔΟΣ»

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΠΑΝΟΥΔΗ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΙΩΑΚΕΙΜ Γ’

“Απόσπασμα από το βιβλίο (σελ. 28-31) του φιλόλογου – ιστορικού Κυριάκου Χήνα,
για τον Κωνσταντίνο Σπανούδη”

Ολόθυμη και ισόβια ήταν η στοίχιση του Σπανούδη, στις ιδεολογικές στοχεύσεις του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ (1). Για να διευκρινιστεί πληρέστερα η συμβολή του δημοφιλούς Ιεράρχη, στη ζωή της ομογένειας, χρειάζεται μια συνοπτική αναδρομή, στην πορεία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την Άλωση του 1453, οι Σουλτάνοι διαμόρφωσαν ένα διοικητικό σύστημα, βασισμένο στα “μιλέτ”, δηλαδή, αναγνώριζαν ως βάση της οργάνωσης των υπόδουλων, όχι την εθνική τους, αλλά τη θρησκευτική, Έτσι, απέκτησε υψηλό κύρος το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, στο οποίο ανατέθηκαν θρησκευτικές-διοικητικές-νομικές και εκπαιδευτικές αρμοδιότητες. Δίπλα στον Πατριάρχη, επικουρική ήταν και η δύναμη της Ιεράς Συνόδου, που αποτελούνταν από τους Μητροπολίτες των περιοχών, με ελληνορθόδοξο πληθυσμό.

Το 1860 ή 1862, με την εφαρμογή των “Γενικών Κανονισμών”, καθιερώθηκε θεσμικά η συμμετοχή των λαϊκών σε θέματα του Πατριαρχείου και σε όλο το διάστημα, μέχρι το 1923, σημαντικήν ισχύ είχε το Διαρκές Εθνικό Μικτό Συμβούλιο. Επρόκειτο για μια φιλολαϊκή μεταρρύθμιση, με την οποία αυτό το συμβούλιο, το οποίο απαρτιζόταν από λαϊκούς (που εκλέγονταν από την ομογένεια) και κληρικούς, είχε δικαίωμα παρέμβασης στην εκλογή του Πατριάρχη και σε διοικητικά θέματα της Εκκλησίας.

Σε όλη αυτή την περίοδο, υπήρχε σφοδρή διελκυστίνδα συγκρούσεων, μεταξύ των κληρικών και των λαϊκών, για τη λήψη των αποφάσεων και εδώ ακριβώς έγκειται η παρέμβαση του Ιωακείμ Γ’, επεδίωκε -και πολεμήθηκε σκληρά γι’ αυτό- να περιορίσει την ασυδοσία του “Γεροντισμού” (όπως ονομάστηκε η αυταρχική εξουσία των Μητροπολιτών) και να ενισχυθεί η δυνατότητα του λαού να αρθρώνει απόψεις και να επιβάλλει αποφάσεις.

Με τον προσανατολισμό να αναδείξει τη συμβολή του Ιωακείμ Γ’, ο Σπανούδης συνέγραψε το μοναδικό βιβλίο του. Την ίδια χρονιά, που άρχισε η δεύτερη περίοδος της πατριαρχείας του Ιωακείμ Γ’ (Ιούνιος 1902), εκδόθηκαν στην Πόλη οι “Ιστορικαί σελίδες, Ιωακείμ Γ”, τύποις αδελφών Γεράρδου, με 428 σελίδες. Το βιβλίο επανεκδόθηκε, το 2000, υπό την επιμέλεια του αρχιμανδρίτη Ανδρέα Α. Νανάκη, στη Θεσσαλονίκη (εκδ. Πουρνάρας).

Ο εξαίρετος ιστορικός αναλυτής Σταύρος Θ. Ανεστίδης θεωρεί, ότι: “Ο Σπανούδης θα είναι από τους βασικούς υποστηρικτές του Ιωακείμ Γ’, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του, εκφράζοντας και ενισχύοντας την ιωακειμική παράταξη, μέσα από τις σελίδες της “Προόδου”. Οι “Ιστορικές Σελίδες” διατηρούν ακόμα το ιστορικό βάρος τους, ως μία πρώτη προσπάθεια ενός πληρέστερου σχεδιάσματος του βίου του Ιωακείμ Γ’ και μιας σχολιασμένης καταγραφής του χρονικού μιας πολυτάραχης περιόδου της ιστορίας της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, στην οδό του εικοστού αιώνα (2). Αργότερα, κυκλοφόρησε φυλλάδιο ανώνυμου, το οποίο λοιδόρησε αυτό το βιβλίο του Σπανούδη (2). Χωρίς χρονικό προσδιορισμό και τόπο έκδοσης, μάλλον, πριν το θάνατο του Ιωακείμ, “το κείμενο είναι επικριτικό και υβριστικό, διαπνέεται και από έναν τόνο προσωπικής εμπάθειας”. Αρνητικές κρίσεις για τον Ιωακείμ εκφράζουν, ο εκ των Σχολαρχών της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Γερμανός Γρηγοράς και ο επίσης Σχολάρχης Νικηφόρος Γλυκάς, ο οποίος τον χαρακτηρίζει φιλότιμο, αλλά επιθετικό, φιλόκαλο, αλλά επιδεικτικό (2).

Πληρέστερες επιστημονικές πληροφορίες, για τον Ιωακείμ μπορούμε να αντλήσουμε, από τα πρακτικά του επιστημονικού συνεδρίου που διοργάνωσε, για τη ζωή και το έργο του, η Φιλόπτωχος Ανδρών Θεσσαλονίκης (Θεσσαλονίκη, 3-5 Φεβρουαρίου 2012).

Στο βιβλίο (3), ο Σπανούδης περιγράφει την εξέλιξη και τη δράση του Ιωακείμ (1834-1912), από τη γενέτειρα γη του Βαφειοχωρίου της Πόλης, στον Άγιο Γεώργιο Βιέννης (ιεροδιάκονος), στη Βάρνα (Μητροπολίτης, 1864-1874) και στη Θεσσαλονίκη (Μητροπολίτης, 1874-1878). Ακολούθως, αναλύεται το πολυσχιδές εγώ, κατά την πρώτη περίοδο της Πατριαρχίας του (1874-1878, ήταν ο 254ος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, από την εποχή του Πρωτόκλητου Ανδρέα) : Ανακαίνιση του Πατριαρχείου, ανασύσταση της Σχολής της Χάλκης, εγκαίνια του Μεγάρου της Μεγάλης του Γένου Σχολής, δημιουργία Φρενοκομείου, μέριμνα για τα Εθνικά Φιλανθρωπικά Ιδρύματα, οικοδόμηση του Ιωακείμιου Παρθεναγωγείου, δημιουργία Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης και Πατριαρχικού Τυπογραφείου, ίδρυση Σχολής Εκκλησιαστικής Μουσικής.

Το 1878, παραιτείται, για δύο λόγους: Πρώτο, επειδή η υπεσυντηρητική Γεροντοκρατία, στην Ιερά Σύνοδο, υπονόμευε τις μεταρρυθμίσεις που επεδίωκε να εμπεδώσει και κυρίως, επειδή ι οθωμανική εξουσία επέβαλε μια σημαντική περικοπή των προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στη συνέχεια, αναλύονται οι δολοπλοκίες που εμπόδισαν την επανεκλογή του, παρά τη σαρωτική δημοφιλία του, το 1887, το 1891, το 1895, το 1897, με κύριους υπεύθυνους τους παρωχημένους Γερονικούς και το ζάπλουτο Παύλο Στεφάνοβικ.

Ακολουθεί η αποχώρησή του, στο ερημητήριο του Μυλοποτάμου, το οποίο ανήκει στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας, στη ΒΑ ακτή του Αγίου Όρους, όπου ασκήτευσε επί 12 έτη. Ο Σπανούδης αφιερώνει πολλές σελίδες στην προσωπική ολιγοήμερη επίσκεψή του στον Ιωακείμ, στον Μυλοπόταμο, με λεπτομερή εξιστόρηση των συγκινητικών βιωμάτων του.

Για την πρώτη συνάντηση με τον Ιωακείμ, στο Μυλοπόταμο, γράφει: “Δεν ήμην ακόμη έτοιμος να τον ίδω. Εταράχθην, ολίγον, αλλ΄ εκείνος έσπευσε να με προκαταλάβη, με την οξύτητα της αντιλήψεώς του, η οποία ανέκαθεν τον διέκρινε. Έκυψα, εφίλησα το χέρι του και έμεινα απέναντί του, την φοράν αυτήν βλέπων πλέον με θάρρος εκείνον, του οποίου η παιδική ανάμνησις μόλις συνεκράτει τα χαρακτηριστικά”.

Σε άλλη σελίδα, περιγράφει πως βίωσε μια λειτουργία στη μονή: “Τίποτε δεν δύναται να παράσχη ποιητικωτέραν εικόνα της σκηνογραφίας εκείνης, κατά την οποίαν μόνος ο Πατριάρχης, ψάλλων τον όρθρον, κατά την βαθείαν ακόμη νύκτα, ελειτούργει κατόπιν ενώπιον του ενός ή των δύο προσκυνητών ξένων και έβλεπεν από την μικκύλην χρωματιστήν θυρίδα του αγίου Βήματος να διαγελά το φως του εσπέρου πόντου, όστις διεφαίνετο αναμέσον αυτής. Η ηχηρά φωνή του λειτουργούντος Πατριάρχου ανεμιγνύετο με τον ρόχθον του υποκάτωθεν αφρίζοντος κύματος και τας ισχυράς πνοάς του μαινομένου βορρά”. Και πιο κάτω: “Αι τόσον μυστηριωδώς απαυγάζουσαι εικόνες, αι ξηραί και ασκητικαί μορφαί των μοναχών, όλη εκείνη η άλλα μεγαλοπρέπεια, η προερχομένη από το πομπώδες της τελετής και την επιβλητικότητα του Πατριάρχου, ήτο η καλλιτέρα της μεσαιωνικής ορθοδοξίας σκηνογραφία”.

Όταν έφτασε η ώρα της αναχώρησης, γράφει: “Πόσον αλησμόνητοι με φαίνονται αι ημέραι αυταί! Και, ως κορύφωμα, είχομεν την πολύτιμον και δαψιλή αναστροφήν του Πατριάρχου, πάντοτε εξόχου και μέχρι των ελαχίστων πραγμάτων. Κατήλθον εις τον Μυλοπόταμον, μετά την μεσημβρίαν, δια να αποχαιρετήσω τον Πατριάρχην και ευχαριστήσω αυτόν δια την δαψιλή και τόσον καλοκάγαθον φιλοξενίαν του, δια την οποίαν ηυδόκηδε να με τιμήση. Επί του αξώστου έκυψα και εφίλησα το χέρι του, ψιθυρίζων ακαταλήπτους τινάς απί την συγκίνησιν λέξεις. Η προσοχή μου ήτο εξ ολοκλήρου περισπασμένη από την επιβλητικήν μορφήν του, την συνδυάζουσαν την άκρατον αυστηρότητα, προς την μαγνητικώς προσελκύουσαν ηπιότητά του”.

Τέλος, σε εκτεταμένη περιγραφή 128 σελίδων περιγράφει την εκ νέου ανάρρηση και εγκαθίδρυση του Ιωακείμ, στον Πατριαρχικό θρόνο, τον Μάιο του 1901. Την υποδοχή του, στον Πατριαρχικό Ναό, επιμελήθηκε ειδική επιτροπή, στην οποίαα επικεφαλής ήταν ο Μέγας Πρωτοσύγκελος και μέλη, έξι επιφανείς Κωνσταντινουπολίτες, μεταξύ των οποίων και ο Σπανούδης.

Ο θαυμασμός του συγγραφέα, προς τον όντως δημοφιλέστατο Ιωακείμ Γ’, οδηγεί σε χαρακτηρισμούς, όπως, “μεγάλη ιδιοφυΐα”, ”μεγάλη διορατικότης”, “αληθώς μεγαλοπρεπής”, “κριτική και υψηλόφρων διάνοια”, “η επιφανεστέρα κατά την Ορθοδοξίαν προσωπικότης, εν τω λήξαντι αιώνι” κ.α. Διάπυρος ο θαυμασμός του συγγραφέα, προς μια αυθεντικά ηγετική φυσιογνωμία, εκφράζεται με υμνητικό τρόπο, χωρίς όμως να καταγράφονται επιφυλάξεις ή αντίθετες οπτικές, για το έργο του.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1)   Για τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, όρα την ενότητα, “Συνοπτικά Βιογραφικά Προσωπικοτήτων”

(2)   Σταύρος Θ. Ανεστίδης : “Ιωακείμ Γ’: Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικός   Πατριάρχης”, Δελτίον του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τ.6, 1986.

(3)   Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών, Συλλογή ΑΝΕΜΗ, κωδικός 000091082.

14 Μάη 2022
«πουθενάδες».

Διαβάστηκε 377 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΑΝΟΥΔΗΣ – ΜΕΡΟΣ 4ο ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΗΝΑ)