Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Γˊ) .

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Γˊ) .

(ΜΕΡΟΣ Α')  (ΜΕΡΟΣ Β')

Συνεχίζοντας σήμερα την ανάδειξη των θεωρητικών βάσεων των δύο αντιτιθέμενων σχολών οικονομικής σκέψης θ αναφερθούμε σ ένα από τα κεντρικά ζητήματα το οποίο αναδεικνύει πλήρως την διαφορετική οπτική των δύο σχολών. Το ζήτημα αυτό είναι ο «πληθωρισμός».

Πληθωρισμός είναι το μέγεθος το οποίο μετρά την απομείωση της αξίας του χρήματος. Ο πληθωρισμός μπορεί να έχει είτε θετική είτε αρνητική τιμή. Η θετική τιμή του πληθωρισμού αποτυπώνει το επιπλέον ποσό χρημάτων που απαιτείται για την αγορά μιας μονάδας προϊόντος. Εκφράζει δηλαδή το ποσοστό ανόδου των τιμών σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πληθωρισμός όταν έχει θετική τιμή αντιπροσωπεύει τον «πυρετό» της οικονομίας, ενώ όταν έχει αρνητική τιμή αντιπροσωπεύει την «υποθερμία» της οικονομικής δραστηριότητας.

Ανακεφαλαιώνοντας μπορούμε να πούμε ότι ο πληθωρισμός μετρά την μείωση της αξίας του χρήματος (όταν έχει θετική τιμή) και αντίστοιχα την αύση της αξίας του χρήματος (όταν αποκτά αρνητική τιμή). Ωστόσο και οι δύο καταστάσεις (ειδικά η δεύτερη) είναι από ένα σημείο και μετά απαράδεκτες από τους οικονομολόγους.

Είναι προφανές ότι όσοι κόπτονται για το ύψος του πληθωρισμού στην ουσία ανησυχούν για την αξία που θα έχει το χρήμα στο μέλλον. Οι προσδοκίες για την πορεία του πληθωρισμού αντανακλώνται στο ύψος των επιτοκίων (τόσο των τραπεζικών, όσο και αυτών των ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Δημοσίου). Το ύψος τους (το οποίο στην περίπτωση του Δημοσίου) αντανακλά τις κυβερνητικές εκτιμήσεις αποτελεί την εξασφάλιση του δανειστή (με τα δεδομένα εκείνης της στιγμής) ότι τα χρήματα που θα λάβει στην λήξη του δανεισμού θα έχουν τουλάχιστον την ίδια αγοραστική δυναμη (αξία) με σήμερα.      

Η αύξηση του πληθωρισμού οδηγεί σε συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων δανεισμού και ανατροφοδοτεί την περαιτέρω αύξηση του στο μέλλον, δημιουργεί δηλαδή τα γνωστά μας πληθωριστικά φαινόμενα. Είναι επίσης συνδεδεμένος με την αποκαλούμενη «υπερθέρμανση της οικονομίας», η οποία είναι -θεωρητικά τουλάχιστον- ένα φαινόμενο που θα πρέπει ν’ αποφεύγεται γιατί οδηγεί στις γνωστές μας «φούσκες» στους διάφορους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας. Οι «φούσκες» με την σειρά τους είναι οι υπερβολικές αποτιμήσεις ολόκληρων κλάδων οικονομικής δραστηριότητας, οι οποίες εκτός των στατιστικών οικονομικών δεδομένων ερείδονται και στην ψυχολογία των συμμετεχόντων σ’ αυτές οι οποίοι όταν τα πράγματα φαίνονται ότι εξελίσσονται φαινομενικά θετικά προεξοφλούν (και άρα συνεχίζουν την δράση τους) ότι πρόκειται να συνεχίσουν να εξελίσσονται με τον ίδιο τρόπο.

Το πρόβλημα που δημιουργείται με τον πληθωρισμό (τον σχηματισμό του και την εκδήλωση των συνεπειών του) και τον τρόπο θεώρησης του από την κλασική (νεο-Φιλελεύθερη σχολή) οδηγεί σε θεωρητικές και όχι μόνο στρεβλώσεις. Η κλασική οικονομική σχολή θεωρεί αυθαίρετα πως η οικονομία λειτουργεί (ή θα λειτουργεί μαροπρόθεσμα) ισορροπημένα. Συνεπώς πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για οτιδήποτε απειλεί να την εκτροχιάσει. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι για την κλασική σχολή ο πληθωρισμός. Για τον λόγο αυτό οι θεωρητικοί της κλασικής νεο-Φιλελεύθερης σχολής με προεξάρχοντα τον Φρήντμαν θεωρούν πως πρέπει να υπάρχουν κανόνες με βάση τους οποίους θα υπάρχει αυτόματη ανταπόκριση της Κεντρικής Τράπεζας κάθε χώρας στις αυξομειώσεις του.

Πρότειναν λοιπόν να τεθούν στόχοι (όρια) για τον πληθωρισμό, η υπέρβαση των οποίων θα οδηγούσε σε άμεση λήψη μέτρων. Υπάρχει όμως και ένα ενδογενές πρόβλημα σχετικά με τον πληθωρισμό. Εφόσον με τον πληθωρισμό μετράμε την αξία του χρήματος είναι προφανές ότι αυτός ως μέγεθος σχετίζεται με τόν όγκο (ποσότητα) του χρήματος που κυκλοφορεί. Με τη σειρά του ο όγκος μαζί με την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος (πόσο γρήγορα το χρήμα αλλάζει χέρια) επηρεάζουν τον ρυθμό αύξησης του Α.Ε.Π.

Θεωρητικά όλα τα παραπάνω πρέπει να βρίσκονται σε μιά (εύθραυστη) ισορροπία για να μην αντιμετωπίζει το σύστημα προβλήματα. Όμως τα χρήματα είναι το καύσιμο της οικονομίας. Έτσι η κλασσική σχολή εισηγείται την αύξηση του όγκου του χρήματος σε ετήσια βάση κατά το ποσοστό της αύξησης του Α.Ε.Π. Με τον τρόπο αυτό -θεωρητικά πάντα- το σύστημα θα πρέπει να ισορροπεί χωρίς προβλήματα. Θ’ αναμέναμε ότι σε περιόδους ύφεσης (οπότε και ο πληθωρισμός είναι είτε ιδιαίτερα χαμηλός ή/και αρνητικός) η συνταγή θα ήταν η ανάλογη δλαδή μείωση του όγκου του χρήματος. Ωστόσο και η κλασική οικονομική σχολή (εξ’ ανάγκης αυτή την φορά) δέχεται την αύξηση της ρευστότητας (της ποσότητας του χρήματος) σαν την ενδεδειγμένη για την περίσταση αυτή λύση.    

Ωστόσο όπως και η εμφάνιση του πυρετού έτσι και αυτή του πληθωρισμού δεν οφείλεται μόνο σε μια αιτία. Έτσι ακόμη και αν ακολουθηθεί η παραπάνω συνταγή δεν σημαίνει ότι θα λυθεί το πρόβλημα μας. Μια από αυτές τις περιπτώσεις στις οποίες η εφαρμογή της συνταγής του ελάχιστου ανεκτού επιπέδου πληθωρισμού δεν λειτουργεί είναι αυτή του «εισαγόμενου πληθωρισμού». Με τον όρο αυτόν αναφερόμαστε στην αύξηση του επιπέδου τιμών των πρώτων υλών ή/και των προϊόντων τα οποία μια χώρα εισάγει. Προφανώς εννοούμε πρώτες ύλες ή/και προϊόντα τα οποία δεν μπορούν ν’ αντικατασταθούν από έστω και χαμηλότερης ποιότητας εγχώρια. Η άνοδος της τιμής τους επηρεάζει τόσο την παραγωγή των ετοίμων προϊόντων στα οποία χρησιμοποιούνται σαν πρώτες ύλες ή/και τις υπηρεσίες που συνδέονται μ’ αυτά. Έτσι η τιμή των πλαστικών για τα οποία πρώτη ύληαποτελεί το πετρέλαιο, οι μεταφορικοί ναύλοι και η κατανάλωση του ως καυσίμου επηρεάζεται από την άνοδο της τιμής του τελευταίου ή/και την αύξηση της τιμής του νομίσματος στο οποίο τιμολογείται.

Όπως ο πυρετός δεν είναι συνδέεται με μια μόνο ασθένεια, έτσι και ο πληθωρισμός ως εκδήλωση δεν συνδέεται μόνο με μια συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία. Μιά απλή αναφορά τους θα καταδείξει τις σχέσεις εξάρτησης του πληθωρισμού ως μεγέθους και της εκάστοτε οικονομικής συγκυρίας. Υπάρχουν τουλάχιστον οκτώ είδη πληθωρισμού (κάποια από τα οποία μπορούν να θεωρηθούν και ως υπο-είδη). Αυτά είναι:

  • Πληθωρισμός ζήτησης. Προκαλείται από την ανεπάρκεια της προσφοράς αγαθών ή/και υπηρεσιών σε σχέση με την προσφορά.
  • Πληθωρισμός προσφοράς (κόστους). Προέρχεται από την αύξηση του κόστους παραγωγής η οποία μπορεί να οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση των μισθών σε σχέση με την εργατική παραγωγικότητα, στην μεγαλύτερη αύξηση των κερδών σε σχέση με την αποδοτικότητα του κεφαλαίου, στην αύξηση της τιμής των εισαγόμενων πρώτων υλών, στην αύξηση της έμμεσης φορολογίας ή/και την αύξηση του κόστους δανεισμού.
  • Διαρθρωτικός πληθωρισμός. Είναι ο πληθωρισμός που μπορεί ν’ αποδοθεί στην ανεπάρκεια της προσφοράς να καλύψει τη ζήτηση σε συγκεκριμένο κλάδο εξαιτίας διαρθρωτικών προβλημάτων του κλάδου.
  • Εισαγόμενος πληθωρισμός. Είναι ο πληθωρισμός που οφείλεται είτε στην για οποιονδήποτε λόγο αύξηση των εισαγόμενων πρρώτων υλών, είτε στην αύξηση της ζήτησης για εγχώρια προϊόντα στο εξωτερικό.
  • Κατευθυνόμενος πληθωρισμός. Είναι ο πληθωρισμός που οφείλεται στην απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ν’ αυξήσει την ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία.
  • Πληθωρισμός αδράνειας. Προκαλείται όταν οι παράγοντες της αγοράς με βάση την εμπειρία τους (και χωρίς να διαθέτουν οποιαδήποτε άλλη πληροφόρηση) προεξοφλούν το μελλοντικό ποσοστό αύξησης του πληθωρισμού το οποίο και ενσωματώνουν σε συμφωνίες μελλοντικής εκπλήρωσης. Με την ενσωμάτωση της πιθανολογούμενης αυτής αύξησης στις τιμές των προΪόντων ή/και υπηρεσιών τους οδηγούν στην πραγματική αύξηση κατά το ποσοστό αυτό. Έτσι η αρχική πρόβλεψη καθίσταται με τον χρόνο αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Για τον λόγο αυτό η αύξηση του ποσοστού του πληθωρισμού αδράνειας είναι σχεδόν σταθερή στην διάρκεια του χρόνου.
  • Πληθωρισμός της στασιμότητας (στασιμοπληθωρισμός). παρατηρείται όταν υπάρχει ταυτόχρονα αύξηση του πληθωρισμού και της ανεργίας. Δεδομένου ότι η ανεργία και ο πληθωρισμός είναι αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη (η αύξηση του ενός οδηγεί σε μείωση του άλλου) ο στασιμοπληθωρισμός αποτελεί την πλέον ανησυχητική ένδειξη αναποτελεσματικότητας της αγοράς.
  • Αφανής πληθωρισμός. Είναι ο πληθωρισμός ο οποίος θα καταγραφόταν αν η τιμή κάποιων επιδοτούμενων προϊόντων έπαυε να επιδοτείται ή αν η διάθεση κάποιων προϊόντων τα οποία διατίθενται με δελτίο αφηνόταν ελεύθερη.

Είναι προφανές ότι η αντιμετώπιση της αύξησης του πληθωρισμού που μέσω της νομισματικής κυκλοφορίας ενδέχεται να μην είναι αποδοτική καθώς θα μπορούσε να τροφοδοτήσει άνοδο του πληθωρισμού προσφοράς/κόστους αυξάνοντας το κόστος του δανεισμού. Επίσης όταν τα κέρδη από τις αποκαλούμενες κινητές αξίες (μετοχές, ομόλογα κ.α.) είναι περισσότερα και γρηγορότερα από την επένδυση του ίδιου ποσού στην βιομηχανική παραγωγή τότε τα κεφάλαια για την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων καθίστανται ακριβότερα (αφού αντί των επιχειρήσεων προτιμώνται οι κινητές αξίες) ενισχύοντας τον πληθωρισμό προσφοράς/κόστους.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι ο πληθωρισμός ως μέγεθος είναι ταυτισμένος με την ίδια την οικονομική δραστηριότητα και άρα οφείλει να λαμβάνεται υπόψη και από τις δύο οικονομικές σχολές όσον αφορά την ακολουθητέα κάθε φορά οικονομική συνταγή. Ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνουν τον πληθωρισμό στην οικονομική τους σκέψη οι δύο σχολές είναι εκ διαμέτρου αντίθετος.

Για την σχολή του νέο-Φιλελευθερισμού ο πληθωρισμός είναι το απόλυτο κακό (ακόμα χειρότερο και από το επίπεδο της ανεργίας) γιατί όταν είναι υψηλός υποτίθεται ότι ανατροφοδοτεί την περαιτέρω αύξηση του. Αυτό συμβαίνει γιατί ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό με τον οποίο το χρήμα χάνει την αξία του στην διάρκεια του χρόνου (1 Ευρώ του 2002 δεν έχει την ίδια αγοραστική αξία με 1 Ευρώ του 2012). Δεδομένου ότι στο παρόν πρέπει να εκτιμηθεί η εξέλιξη του πληθωρισμού σε 10 χρόνια από σήμερα (για να βγεί το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου) ο υψηλός πληθωρισμός σήμερα προεξοφλεί σχεδόν σίγουρα αντίστοιχα υψηλό πληθωρισμό κατά τη διάρκεια της 10ετίας ανεβάζοντας το επιτόκιο του ομολόγου. Η άνοδος του επιτοκίου σημαίνει αύξηση του κόστους δανεισμού η οποία οδηγεί σε εκ νέου αύξηση του πληθωρισμού κ.ο.κ.

Αντίθετα η Κεϋνσιανή σχολή θεωρεί τον πληθωρισμό σαν μικρότερο κακό από την ανεργία και γι’ αυτό τα οικονομικά μέτρα που κάθε φορά προτείνει κινούνται προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της απασχόλησης.

Βλέπουμε δηλαδή πως ενώ με την νέο-Φιλελεύθερη οπτική δίνεται προτεραιότητα στην προστασία της αξίας του χρήματος, αντίθετα με την Κεϋνσιανή οπτική δίνεται προτεραιότητα στην λειτουργία του ως μέσο συναλλαγών. Ενώ το αποτέλεσμα με την νέο-Φιλελεύθερη συνταγή επιτυγχάνεται με τον περιορισμό (όσο είναι δυνατόν) της κυκλοφορίας του χρήματος (το οποίο στην ουσία αντιμετωπίζεται ως προϊόν το οποίο έχει και αξία καθ’ εαυτό και όχι ως μέσο συναλλαγών) η οποία οδηγεί στην άνοδο της αξίας του (λόγω της σπανιότητας του), στην περίπτωση της Κεϋνσιανής συνταγής το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την διάχυση του χρήματος στην οικονομία μέσω των μεσαίων και χαμηλότερων οικονομικών στρωμάτων.

Φυσικά τ’ αποτελέσματα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα και γι’ αυτό η εφαρμογή κάθε μιάς από τις παραπάνω συνταγές γεννά αντιδράσεις και διαμάχες. Τα συμφέροντα που καθεμιά τους εξυπηρετεί είναι διαφορετικά και δεν γίνεται να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα. Η αξία του χρήματος (τώρα αλλά και στο μέλλον) απασχολεί όσους έχουν με οποιονδήποτε τρόπο επενδύσει χρήματα (ακόμα και με τη μορφή στεγαστικών δανείων) και οι οποίοι με δεδομένο ότι δεν θ’ αντιμετωπίσουν πτώση του εισοδήματος τους ωφελούνται από μια περιοριστική νέο-Φιλελεύθερη συνταγή. Από την άλλη από μια Κεϋνσιανή συνταγή ωφελούνται όσοι δεν έχουν περίσσευμα για να το επενδύσουν και βρίσκονται σε σχετική ή απόλυτη εργασιακή ανασφάλεια.

Ωστόσο πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η επιτυχία αυτών των συνταγών είναι σχετική αφού σημαντικό ρόλο παίζουν οι κάθε φορά αντιλήψεις και στάσεις μας. Έχει παρατηρηθεί πως σε πολλές περιπτώσεις οι αντιδράσεις μας μας οδηγούν σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που θα εξυπηρετούσε τ’ αντικειμενικά μας κάθε φορά συμφέροντα. Σκοπός αυτής της σειράς είναι να μας βοηθήσει να ξεκαθαρίσουμε το πώς λειτουργεί το οικονομικό κύκλωμα έτσι ώστε οι αποφάσεις μας και οι αντιδράσεις μας ν’ αποδίδουν το μέγιστο δυνατό όφελος. Την επόμενη εβδομάδα θα σας διηγηθούμε μια πραγματική ιστορία από την ελληνική πραγματικότητα της δεκαετίας του 1960 η οποία αποδίδει γλαφυρά το πόσο καθοριστικός παράγοντας για την οικονομία (άρα κι την ευημερία μας) είναι η στάση και οι επιλογές μας. Επίσης θα δούμε πως η προσπάθεια επανάληψης της σχεδόν 20 χρόνια αργότερα δεν απέδωσε ανάλογα αποτελέσματα.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 

9 Δεκέμβρη 2014.
παρατηρητής 1.

 

Διαβάστηκε 6194 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Γˊ) .