Θυμάστε (όσοι δεν κάνετε προσπάθεια να ξεχάσετε) την αφέλεια με την οποία απαντούσαν οι ΣΥ.ΡΙΖ.Αίοι Βουλευτές από τον Γενάρη του 2015 και μετά σχετικά με το που θα έβρισκαν τα λεφτά για να κάνουν όσα είχαν υποσχεθεί. Η απάντηση ήταν «από τον Προϋπολογισμό». Δεν γνωρίζαν -καθότι άσχετοι με τα οικονομικά οι περισσότεροι- ότι ακόμα και να έχεις προϋπολογίσει ένα ποσό για συγκεκριμένο σκοπό, αυτό το ποσό πρέπει είτε να το έχεις ήδη στην τσέπη σου είτε σκόπιμα να ελπίζεις ότι θα το εισπράξεις. Το γεγονός ότι απλά το έχεις γραμμένο κάπου δεν σημαίνει τίποτα. Εκεί όμως τα πράγματα δυσκολεύουν. Γιατί είτε μιλάμε για επιχείρηση είτε για κράτος η είσπραξη μπορεί να προέλθει είτε από την συνήθη δραστηριότητα τους (πωλήσεις γαι την επιχείρηση, φορολόγηση για το κράτος), είτε από δανεισμό.
Το μπάτζετ, λοιπόν, είναι απλά ένας μπούσουλας που περιέχει τις πηγές εσόδων, αλλά και το που αυτά θα ξοδευτούν. Ενδέχεται να είναι πλεονασματικό, ελλειματικό ή ισοσκελισμένο. Η ύπαρξη του όμως δεν υποκαθιστά ούτε την ανάγκη να εισπραχθούν τ’ αναγκαία λεφτά, ούτε πολύ περισσότερο την ορθή κρίση που πρέπει να έχει κάποιος όταν (αφού πρώτατο έχει συγκεκντρώσει) το ξοδεύει.
Στην καθημερινότητα είτε μιλάμε για νεόκοπους κυβερνητικούς Βουλευτές είτε για οπαδούς, όταν λέμε μπάτζετ εννούμε τα λεφτά που είναι διαθέσιμα για ξόδεμα. Στην πράξη όμως δεν λειτουργεί έτσι, καθώς μπορεί αρχικά το μπάτζετ να συναρτάται από τα έσοδα αλλά καθώς τα μεγάλα ποσά σπανίως εξοφλούνται μέσα στην ίδια χρήση μεγάλα ποσά χρεών μεταφέρονται σε επόμενες χρονιές. Γι’ αυτό τον λόγο αν μια-δυό χρονιές δεν πάνε καλά και τα έσοδα παραμείνουν σταθερά η ομάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να πληρώνει «ακριβά» συμβόλαια (γιατί πρέπει να πληρώνει και τα προηγούμενα χρέη της). Έτσι το μπάτζετ από εργαλείο γίνεται «βραχνάς».
Η συζήτηση σχετικά με το μπάτζετ είναι μονίμως «ανοικτή». Είτε για το ύψος του, είτε για την σημασία του. Ειδικά για το δεύτερο πολύ μελάνι και πολλά bytes έχουν χρησιμοποιηθεί. Παρά τις διαφορετικές απόψεις υπάρχουν, ωστόσο, κάποια γεγονότα που παρέχουν μια απάντηση.
Οι εντός έδρας ήττες από Γαύρο και Π.Α.Ο. οφείλονται στην «διαφορά ποιότητας», η οποία προκύπτει από την διαφορά στο μπάτζετ. Με τη σειρά της η διαφορά στο μπάτζετ οφείλεται στο γεγονός ότι η πρόσβαση στην Ευρωλίγκα (όπου τα έσοδα είναι σημαντικά περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη διοργάνωση) είνα εξαιτίας των «κλειστών συμβολαίων» απαγορευμένη.
Από την άλλη η δύσκολη εκτός έδρας νίκη σε βάρος της ήδη υποβιβασμένης Δόξας Λευκάδας οφείλεται στην μεταξύ των δύο ομάδων διαφορά μπάτζετ και όχι στους Ούκιτς και Μαυροκεφαλίδη όπως διαβάσατε στο ρεπορτάζ. Οφείλεται στην διαφορά στο μπάτζετ γιατί συμβόλαια παικτών όπως ο Ούκιτς και ο Μαυροκεφαλίδης ΔΕΝ μπορεί να πληρώσει η Δόξα Λευκάδας. Έτσι μια ομάδα που από άποψη παικτών και προπονητή έχει αφεθεί εδώ και καιρό στην τύχη της (για την «Βασίλισσα» μιλάμε τώρα) νίκησε στο συγκεκριμένο παιχνίδι επειδή μπορεί να υπολογίζει σε μεγαλύτερο μπάτζετ από την Δόξα Λευκάδας.
Αντίστοιχα ισχύουν και στο ποδόσφαιρο. Μόνο που εκεί σε σχέση με το μπάσκετ η ομάδα με το μικρότερο μπάτζετ δεν χάνει πάντα. Μπορεί κάποιες φορές ακόμη και να κερδίσει. Στο ποδόσφαιρο ο προπονητής της πιο αδύναμης ομάδας μπορεί να επιλέξει σύστημα που να καλύπτει (όσο γίνεται) τις αδυναμίες της (όπως έγινε στο β’ ημίχρονο του αγώνα ε τον Π.Α.Ο. όταν ο Χιμένεθ άλλαξε σύστημα). Γενικά πάντως μιλώντας σε έναν «μαραθώνιο» αγώνων στις 99 από τις 100 φορές κερδίζει η ομάδα με το μεγαλύτερο μπάτζετ.
Η ήττα από τον ποδοσφαιρικό Π.Α.Ο. πρέπει (αν δεν θέλουμε να κοροϊδευόμαστε) ν’ αποδοθεί ακριβώς στην διαφορά του μπάτζετ. Στην διαφορά του μπάτζετ η οποία (μαζί με την «καθίζηση» των εσόδων) «ευθύνεται» για το οικονομικό του αδιέξοδο. Ωστόσο και η Α.Ε.Κ. με τον Πλατανιά έχουν διαφορά στο μπάτζετ, η οποία όμως μόνο κατά διαστήματα επιβεβαιώθηκε από την απόδοση τους στο γήπεδο. Και για να μην μπερδευόμαστε μια ομάδα με μεγάλο μπάτζετ (με την προϋπόθεση ότι το έχει διαχειριστεί «σωστά») διαθέτει συνολικά πολύ περισσότερες «ποιοτικές» επιλογές, ακόμα και αν κάποιες απ’ αυτές προορίζονται για τον πάγκο της.
Συνεπώς καταλήγουμε στο απλό αλλά φλέγον ερώτημα:
Με τι μπάτζετ ξεκινούν την νέα χρονιά τόσο η ποδοσφαιρική όσο και η μπασκετική Α.Ε.Κ.;
Το πιθανότερο είναι πως και οι δύο Α.Ε.Κ. -παρά τον πακτωλό χρημάτων που υποτίθεται ότι έχουν αφενός ο ιδιοκτήτης της Κ.Α.Ε. και αφετέρου ο «Διοικητικός Ηγέτης» της Π.Α.Ε.- θα κινηθούν στα ίδια με φέτος επίπεδα. Τουτέστιν, αν δεν τις στηρίξει μέσω της αγοράς των εισιτηρίων διαρκείας οι πτήσεις που θα κάνουν θα είναι σαν τις «χαμηλές πτήσεις» του Αρκά. Τότε όμως τίθεται ένα άλλο ζήτημα, την απάντηση στο οποίο μπορούν (και πρέπει) να δώσουν μόνο η Κ.Α.Ε. & η Π.Α.Ε.:
Γιατί ο «κόσμος της Α.Ε.Κ» να κάνει εκ νέου την «υπέρβαση» (στο ποδόσφαιρο ακόμα και τα σχεδόν 10.000 φετινά διαρκείας θα είναι πολλά για του χρόνου) στηρίζοντας προκαταβολικά δύο ομάδες που από τώρα γνωρίζει ότι δεν θα είναι πολύ «ποιοτικότερες» από φέτος;
Ο μόνος λόγος που σκεφτόμαστε είναι ότι οι διοικήσεις των Κ.Α.Ε. & Π.Α.Ε. θα έδειχναν από σήμερα κιόλας την πρόθεση τους να ενισχύσουν σημαντικά η καθεμιά τους το ρόστερ των ομάδων προκειμένου να γίνουν ξανά πρωταγωνίστριες σε μπάσκετ και ποδόσφαιρο.
Τώρα αν περιμένουμε πολλά ή λίγα από τις διοικήσεις, αλλά κυρίως από τους ιδιοκτήτες (κανονικούς και «μπροστινούς») αυτό είναι κάτι που μόνο ο χρόνος θα δείξει.
07 Απρίλη 2017
παρατηρητήριο.