Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΜΙΣΕΙ (2+1 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ).

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΜΙΣΕΙ (2+1 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ).

Υπάρχουν δύο γνωστοί μέχρι σήμερα τρόποι κατασκευής των μεγάλων (καλύτερα μεγαλεπήβολων) έργων. Στο παρελθόν επιστρατεύονταν από την Κεντρική Διοίκηση/Κυβέρνηση σε μεγάλη κλίμακα τ’ απαραίτητα υλικά και χρησιμοποιούνταν στην ίδια μεγάλη κλίμακα μισθωτή και άμισθη (αγγαρεία) εργασία. Σήμερα, ο ενδιαφερόμενος απλά βαγάινει στην γύρα για χρηματοδότηση. Η διαφορά από οικονομικής άποψης του παρελθόντος με το παρόν είναι ότι στο παρελθόν εκτός από την κατασκευή πολυτελών οικιών όλα τα υπόλοιπα «μεγάλα έργα» ήταν υπόθεση αυτού που έκοβε το νόμισμα και που ρύθμιζε την Οικονομική Πολιτική σε όλη του την επικράτεια. Ήταν, δηλαδή, δουλειά του Κράτους. Σήμερα είναι και των ιδιωτών.

Γι’ αυτό και όταν αυτοί ΔΕΝ έχουν (ή ΔΕΝ θέλουν να διαθέσουν) όλα τ’ απαραίτητα κεφάλαια για ένα έργο ψάχνουν να προσελκύσουν τα κεφάλαια άλλων ιδιωτών ή/και τραπεζικών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με την λήψη δανείου, είτε με την έκδοση μετοχών, είτε τέλος με την έκδοση «Ομολογιακού Δανείου» (το οποίο μπορεί να μετατραπεί και σε μετοχές). Τέτοια είναι η περίπτωση της κατασκευής του νέου γηπέδου της Α.Ε.Κ. που θ’ αποτελέσει την πρώτη σημερινή μας ιστορία.

Ωστόσο, αν ένα σύγχρονο γήπεδο είναι το όνειρο των οπαδών κάθε ομάδας, αυτό δεν σημαίνει ότι αντίστοιχα όνειρα δεν έχουν και τα Κράτη. Κατ’ αναλογία τα δικά τους όνειρα είναι σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα∙ για την χρηματοδότηση των οποίων δανείζονται είτε από το εσωτερικό της Χώρας (εσωτερικός δανεισμός) είτε από τις «χρηματαγορές». Μια τέτοια περίπτωση είναι η δεύτερη ιστορία μας, η οποία είναι ταυτόχρονα και μια από τις σελίδες της Ιστορίας μας.

Τέλος θα κάνω ένα μικρό σχόλιο σχετικά με την εισπρακτική λογική του Δημοσίου. Αφορμή για το σχόλιο αυτό αποτέλεσε ένα κείμενο Λογιστή το οποίο αν και ορθώς παρουσιάζει και καυτηριάζει την εισπρακτική λογική του Δημοσίου, ωστόσο κακώς την συνδέει με την στα λόγια «Αριστερή ψυχή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»∙ η οποία ακόμη και αν υπήρχε είναι από άποψη κρατικής λειτουργίας και συμπεριφοράς αδιάφορη. Γιατί, είτε είναι σωστή η εισπρακτική λογική της σημερινής Κυβέρνησης είτε όχι. Αυτή θα είναι η τρίτη μας ιστορία.  

Πως χρηματοδοτείται η κατασκευή ενός σύγχρονου γηπέδου.

«Χρηματοδότηση» είναι η απόσπαση χρημάτων προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη ενός δεδομένου σκοπού. Στην περίπτωση που τα χρήματα τα οποία αποσπάστηκαν δεν χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό (π.χ. τα πάρει ο επενδυτής και την κοπανήσει) έχουμε απάτη.

Αν και όλοι μας θεωρούμε τον εαυτό μας αρκετά έξυπνο για ν’ αναγνωρίζει τις κακοτοπιές αλλά και τις ευκαιρίες (αποφεύγοντας τις πρώτες και κυνηγώντας τις δεύτερες), ωστόσο, πρέπει να υπάρχει ένα «παραμύθι» (μια ιστορία) που καθένας μας θ’ αξιολογεί ενδεχομένως διαφορετικά και θα δικαιολογεί την όποια επιλογή μας. Αυτό το «παραμύθι» στην γλώσσα της «αγοράς» είναι γνωστό σαν «επενδυτικό σχέδιο» (business plan).

Ένα τέτοιο «επενδυτικό σχέδιο» μπορεί να υπόσχεται είτε μελλοντικά κέρδη (μερίσματα) όταν μιλάμε για μετοχές (κοινές ή προνομιούχες), είτε τόκο όταν μιλάμε για Ομολογιακό ή «απλό» Δάνειο, είτε και τα δύο (όταν το Ομολογιακό Δάνειο είναι μετατρέψιμο σε μετοχές). Για κάποιους το business plan είναι επένδυση, ενώ για κάποιους άλλους τίποτα απ’ όσα αναφέρονται σ’ αυτό δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι αυτοί που απλά έδωσαν τον οβολό τους για την χρηματοδότηση ενός μεγάλου ονείρου.  

Σε κάθε περίπτωση από οικονομική (αλλά και λογιστική άποψη) η αγορά τίτλου μετοχών όπως αυτού αντιστοιχεί σε δανεισμό της επιχείρησης από τους μετόχους της. Έναν δανεισμό ο οποίος είναι υπερβολικά φθηνός, δεδομένου ότι είναι άτοκος. Συνεπώς η εταιρεία έχει όφελος το ποσό των τόκων που θα πλήρωνε δανειζόμενη (αν είχε τα εχέγγυα) από τις τράπεζες και την «χρηματαγορά». Αντίστοιχα για τους μετόχους της είναι απώλεια (χασούρα), η οποία κάποιους τους αφήνει αδιάφορους την στιγμή που κάποιοι άλλοι ελπίζουν πως με τα μελλοντικά κέρδη μπορεί να την ρεφάρουν.

Η ελπίδα είναι η βασικότερη δύναμη της οικονομικής δραστηριότητας. Χωρίς αυτήν τίποτα δεν κινείται. Αν εκλείψει η ελπίδα ότι το αόριστο και άγνωστο αύριο θα είναι σίγουρα καλύτερο από το σήμερα (αδιάφορο πως το ορίζει καθένας μας) τότε ΔΕΝ έχουμε κίνητρο να σηκωθούμε από το κρεβάτι μας. Αν ΔΕΝ υπάρχει η ελπίδα για μελλοντικά κέρδη (που θα μας κάνουν ευκολότερα τα γεράματα) τότε ποιος ο λόγος να επιδιώκουμε να βγάλουμε περισσότερα λεφτά (ώστε ν’ αποταμιεύουμε και περισσότερα) προκειμένου να έχουμε «κεφάλαιο για επενδύσεις»;

Στην ουσία ένα σύγχρονο γήπεδο χρηματοδοτείται με τα όνειρα και τις ελπίδες των χρηματοδοτών του. Είτε μ’ αυτό τον τρόπο αγοράζουν το δικαίωμα σε μελλοντικά κέρδη, είτε την υστεροφημία (και μια θέση στην Ιστορία του συλλόγου) δίνουν τα λεφτά που ευκολότερα ή δυσκολότερα έχουν μαζέψει κινητοποιούμενοι από το συναίσθημα και όχι την λογική. Με όρους Καστοριάδη η χρηματοδότηση της κατασκευής ενός σύγχρονου γηπέδου ξεκινά στο χώρου του «φαντασιακού» χωρίς αυτό να κάνει τα λεφτά που χρησιμοποιούνται λιγότερο αληθινά.

Κλείνοντας την πρώτη μας ιστορία χρηματοδότησης πρέπει να σημειωθεί ότι το κόστος της χρηματοδότησης ΔΕΝ είναι ο καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας ενός «επιχειρηματικού σχεδίου». Ο καθοριστικός παράγοντας είναι η προοπτική (όραμα) ότι χρηματοδοτώντας ένα έργο συμμετέχεις σε κάτι μεγάλο (και πάντως μεγαλύτερο από εσένα). Έτσι για όσα «επιχειρηματικά σχέδια» απέτυχαν να χρηματοδοτηθούν όπως αναμενόταν ή χρηματοδοτήθηκαν ακριβά (γιατί όσο μικρότερος ο κίνδυνος τόσο μικρότερο το επιτόκιο) ΔΕΝ ευθύνεται το κόστος, αλλά η απουσία του οράματος που πρέπει να πωληθεί στον κάθε «επενδυτή».          

Πως χρηματοδοτούνται τα «Εθνικά Οράματα».

Εκτός, όμως, από τα μεγαλεπήβολα ιδιωτικά σχέδια (αυτά, δηλαδή, που δεν συντονίζονται από το Κράτος) υπάρχουν και τ’ αντίστοιχα «Εθνικά». Τότε για την επίτευξη τους απαιτούνται υπερβολικά ποσά, τα οποία αντλούνται είτε από το εσωτερικό είτε από το εξωτερικό. Όταν δε η πρόσβαση στο εξωτερικό είναι δύσκολη ή απαγορευμένη ο «εσωτερικός δανεισμός» είναι η μόνη λύση.

Αυτός που δανείζει το Δημόσιο («ραντιέρης» κατά τον Α. Παπανδρέου) ακόμη και αν τα λεφτά που δανείζει χρησιμοποιηθούν για έναν «Μεγάλο Εθνικό Σκοπό» ΔΕΝ το κάνει ποτέ χωρίς όφελος. Στη βάση αυτής της συναλλαγής βρίσκεται ο τόκος που περιμένει να εισπράξει. Ωστόσο, δεδομένου ότι το Κράτος θα τον πληρώνει σε δόσεις για ένα μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα θα πρέπει είτε να εξοικονομεί λεφτά αυξάνοντας την φορολογία (οπότε επιβαρύνει και τον ίδιο) είτε από την αυξημένη απόδοση των εισοδημάτων που προέρχονται από τις «επενδύσεις» του. Και δεν υπάρχει καλύτερη επένδυση από αυτή που οδηγεί σε εδαφική επέκταση.

Βέβαια, υπάρχει και ένα πρόβλημα, το οποίο είναι ανάλογο της χρονικής διάρκειας αποπληρωμής του δανείου. Τα λεφτά ο πολίτης τα πληρώνει σήμερα και θα τα εισπράξει μελλοντικά όταν τα χρήματα που έχει δώσει θα έχουν διαφορετική αξία. Τον κίνδυνο αυτό (αλλά και το όποιο κέρδος) προσπαθεί ο δανειστής να τον εξισορροπήσει με το επιτόκιο∙ το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση τις εκτιμήσεις για την μελλοντική εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών. Εκτιμήσεις όμως που γίνονται στο παρόν.

Η δεύτερη ιστορία μας αφορά την χρηματοδότηση ενός μεγάλο-ιδεατικού σχεδίου. Ενός σχεδίου το οποίο αν ευοδωνόταν θ’ αύξανε τα έσοδα του Δημόσιου Ταμείου και θα καθιστούσε ευκολότερη την αποπληρωμή των χρεών του. Αφορά την σύναψη του «Λαχειοφόρου Δανείου Μεγάλης Ελλάδος». Το δάνειο συνήφθη με τον Ν. 2119 της 11ης Μάρτη 1920. Ήταν ονομαστικού κεφαλαίου 300.000.000 Δραχμών με επιτόκιο 5% ανά έτος. Διαιρούνταν σε 1.500.000 ομολογίες των 200 Δραχμών.

Το δάνειο θα εξοφλούνταν μέσω τριμηνιαίων κληρώσεων (καθ’ ότι «λαχειοφόρο») το πολύ εντός 60 ετών. Οι τόκοι θα πληρώνονταν κάθε εξάμηνο (την 1η Γενάρη & την 1η Ιούλη). Έτσι το 1980 θα έπρεπε το δάνειο αυτό να έχει ξοφληθεί αποδίδοντας στον κομιστή του τις τελευταίες 10 Δραχμές τόκων πληρωμένες σε 2 δόσεις.

Η διαφορά του συγκεκριμένου διαιρεμένου σε ομολογίες δανείου με τα τελευταία γνωστά μας ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ο τρόπος αποπληρωμής τους. Παρ’ ότι και με τους δύο τρόπους το Δημόσιο δανείζεται λεφτά, η εξόφληση των γνωστών μας ομολόγων γινόταν όσον αφορά το κεφάλαιο στη λήξη τους, όσον δε αφορά τους τόκους κατ’ έτος.

Το «Λαχειοφόρο» όμως δάνειο που δεν είναι Ελληνική πατέντα λειτουργεί διαφορετικά. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω κατά την διάρκεια της αποπληρωμής του διενεργούνταν τέσσερις φορές τον χρόνο (ανά τρίμηνο) κληρώσεις. Ο αριθμός των ομολογιών που κληρώνονταν κάθε χρόνο ήταν σταθερά αυξανόμενος για να 7πλασιαστούν τον τελευταίο χρόνο. Οι ομολογίες που κληρώνονταν εξοφλούνταν και ακυρώνονταν. Με αυτόν τον τρόπο το Δημόσιο ξεκινούσε με χαμηλό τοκοχρεολύσιο (αποπληρωμή του κεφαλαίου και του ανάλογου τόκου) για να φτάσει τον τελευταίο χρόνο να κορυφώσει την διαδικασία.

Υπό την προϋπόθεση ότι οι οικονομικές συνθήκες ΔΕΝ θα μεταβάλλονταν σημαντικά στην διάρκεια των εξήντα χρόνων του συγκεκριμένου δανείου και έχοντας υπ’ όψη για ποιο σκοπό συνήφθη γίνεται φανερή η «λογική» του δανειζόμενου (εκδότη του δανείου)∙ μια λογική που είναι «πανταχού παρούσα» σ’ όλων των ειδών τα δάνεια. Προφανώς ο δανειζόμενος πληρώνοντας λίγα στην αρχή και όλο και περισσότερα στην πορεία εξασφαλίζει μια «χρονική άνεση» μέχρι ν’ αρχίσει η επένδυση του ν’ αποδίδει πλήρως.

Στην περίπτωση μας αν με τα 300.000.000 (ονομαστικό κεφάλαιο) Δραχμές εξασφαλιζόταν η συντόμευση της «Μικρασιατικής Εκστρατείας» τότε εξαιτίας της ειρήνευσης και των αποτελεσμάτων που αυτή θα προκαλούσε (αποστράτευση, μείωση των στρατιωτικών δαπανών, ηρεμία κ.α.) τα Δημόσια Έσοδα θ’ αυξάνονταν. Αν από την άλλη ως αποτέλεσμα του δανείου είχαμε την προσάρτηση περισσότερων εδαφών απ’ ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή (κατείχαμε την «Ζώνη της Σμύρνης»), τότε ως αποτέλεσμα των περισσότερων εδαφών θ’ αύξαναν και πάλι τα Δημόσια Έσοδα.

Δυστυχώς, όμως τίποτα τέτοιο δεν συνέβη με αποτέλεσμα να μείνει στο Δημόσιο η υποχρέωση εξόφλησης του δανείου, τ’ όνομα του οποίου έμεινε για να θυμίζει .το τραγικό τέλος της «Μεγάλης Ιδέας». Πάντως και όσον αφορά την οικονομική όψη του ζητήματος της «Μεγάλης Ελλάδας» πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας πως η Σμύρνη εκείνη την εποχή ήταν από τα πιο ανεπτυγμένα λιμάνια και εμπορικά κέντρα της Μεσογείου. Συνεπώς η κατοχή της θ’ αύξανε τα από το εμπόριο Δημόσια Έσοδα ενισχύοντας σημαντικά τον Προϋπολογισμό (και άρα τις Κρατικές Δαπάνες).

Τί σκαρφίζεται το Κράτος όταν έχει ανάγκη.

Εκτός από την ύστατη λύση του «αναγκαστικού δανείου» (η οποία είναι στην ουσία η επιβολή φόρου στο κεφάλαιο) το Δημόσιο έχει μόνον δύο λύσεις:

  • Είτε ν’ αυξήσει την φορολογία.
  • Είτε να προσφέρει κίνητρα στους οφειλέτες του να προχωρήσουν σε εξόφληση ή/και διακανονισμό των χρεών τους.

Η «σωστότερη» (με βάση την λογική του Δημοσίου) προσέγγιση είναι να κάνει και τα δύο. Για να υπάρχει ανταπόκριση στην προσφορά κινήτρων για εξόφληση ή/και διακανονισμό των χρεών θα πρέπει τα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις να είναι μεγάλα. Τότε ξάφνου πολλοί βρίσκουν τ’ απαραίτητα ποσά για να ξοφλήσουν τα χρέη τους στο Δημόσιο Ταμείο. Είναι προφανές ότι η τέτοια ευκολία στην ανεύρεση των χρημάτων καθιστά το Κράτος καχύποπτο απέναντι στους οφειλέτες του.

Ωστόσο, η εκάστοτε «ρύθμιση» είναι πάντα ανάλογη των χρηματοδοτικών αναγκών του Δημοσίου. Αυτό, όμως, κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι αυτή είναι δίκαιη. Όπως αποδεικνύει και ο Θ. Λυρτσογιάννης σ’ αυτό το κείμενο ο παραλογισμός και η αδικία ΔΕΝ λείπουν. Το χειρότερο, δυστυχώς, είναι το «σήμα» που δίνει η Κυβέρνηση με τέτοιου είδους «ρυθμίσεις χρεών».

Η «λογική» της αναμενόμενης «ρύθμισης των 120 δόσεων» είναι βασικά αυτή:

Όσο περισσότερα πληρώσεις σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, τόσο μεγαλύτερη η διαγραφή προστίμων και προσαυξήσεων.

Το παραπάνω φαίνεται «λογικό», όμως ΔΕΝ είναι. Και όχι μόνο ΔΕΝ είναι «λογικό», αλλά είναι και βαθιά ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟ. Για να το καταλάβετε ας δώσω τους αντίστοιχους ορισμούς.

Πρόστιμο, είναι η χρηματική ποινή που πληρώνει κάποιος προκειμένου να ΜΗΝ επαναλάβει μια παράβαση. Το πρόστιμο μπορεί να είναι κατ’ αποκοπή (συγκεκριμένο ποσό) ή να υπολογίζεται σε ποσοστό επί του ύψους της παράβασης.

Προσαύξηση, είναι η αποζημίωση του Δημοσίου για την ετεροχρονισμένη (καθυστερημένη) πληρωμή του φόρου. Εκφράζεται ως ποσοστό επί της οφειλής σε σχέση με τον επίσημο πληθωρισμό και εξισορροπεί την απώλεια της αξίας του Ευρώ που εισπράχθηκε χθές και θ’ αποδοθεί μεθαύριο (και πάντως μετά την νόμιμη προθεσμία).    

Άρα όταν το Δημόσιο χαρίζει τα πρόστιμα δίνει το «σήμα» στους σκόπιμα παρανομούντες να ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΝ να παρανομούν. Όταν, δε, χαρίζει και μέρος ή το σύνολο των προσαυξήσεων, τότε τους δίνει το «σήμα» ότι ΔΕΝ πειράζει αν εκείνοι τζιράροντας τα λεφτά που θα έπρεπε ν’ αποδώσουν στο Κράτος αποκομίζουν υπεραξία. Η «υπεραξία» συνίσταται είτε στους τόκους για παράδειγμα από μια προθεσμιακή κατάθεση του αντίστοιχου ποσού, είτε στους τόκους δανεισμού που ΔΕΝ πλήρωσε στις τράπεζες (αν μπορούσε να δανειστεί) ο οφειλέτης του Δημοσίου.

Αν (συν)υπολογίσουμε ότι στις περιπτώσεις οφειλών εμμέσων φόρων αυτοί είτε έχουν παρακρατηθεί, είτε έχουν εισπραχθεί (εφ’ όσον έχουν εισπραχθεί και τ’ αντίστοιχα παραστατικά)∙ τότε η μη απόδοση τους επιβαρύνει ΟΛΗ την υπόλοιπη κοινωνία. Σε μεγαλύτερο όμως βαθμό επιβαρύνει ειδικά αυτούς που τους έχουν ήδη πληρώσει (ή που τους έχουν παρακρατηθεί).

Συνεπώς το ότι μια τέτοιου είδους ρύθμιση ΔΕΝ συνάδει με την «Αριστερή ηθική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» είναι το τελευταίο και το πιο άσχετο, άρα και αδιάφορο τόσο από οικονομική όσο και κοινωνική σκοπιά. Το σημαντικότερο είναι η επιβράβευση από το Κράτος των σκοπίμως φορό και εισφορό διαφευγόντων. Αυτό είναι μεν από οικονομικής άποψης ζημιογόνο, αλλά από κοινωνικής άποψης εξαιρετικά επικίνδυνο εξαιτίας του «παραδείγματος» που δίνει. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί τον ορισμό της «Απιστίας σε βαθμό κακουργήματος».

Τελικά, όπως προκύπτει και από τις τρείς παραπάνω ιστορίες στην βάση κάθε οικονομικής συναλλαγής βρίσκεται η περίφημη φράση του Αθηναίου ρήτορα Δημοσθένη από τον Α’ Ολυνθιακό λόγο του:

«δε δ χρημάτων, κα νευ τούτων οδν στι γενέσθαι τν δεόντων

 

17 Ιούνη 2017
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 5392 φορές