Η λογική κάθε Προϋπολογισμού είναι πάντα η ίδια και είναι μονοδιάστατη. Καθορίζεται από τις ανάγκες (Έξοδα) αυτού που τον συντάσσει. Τα Έξοδα για κάποιες απ’ αυτές τις ανάγκες είναι δεδομένα (π.χ. ενοίκια), ενώ για κάποιες άλλες μπορεί να γίνει μόνον κάποια εκτίμηση. Τέλος υπάρχουν κάποιες ανάγκες οι οποίες θα προκύψουν εκτάκτως και για τις οποίες μπορούμε να κάνουμε εκτιμήσεις λίγο-πολύ ακριβείς. Στην πράξη κάθε φορά που κάνουμε μια εκτίμηση προσπαθούμε όπου αυτό είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε ιστορικά στοιχεία, δηλαδή δεδομένα από το παρελθόν.
Αν από τα προηγούμενα έχετε την εντύπωση ότι ο κάθε είδους Προϋπολογισμός είναι μια εκτίμηση της οικονομικής δραστηριότητας αυτού για λογαριασμό του οποίου συντάσσεται (δηλαδή, μια κατευθυντήρια γραμμή), τότε κάνετε λάθος. Στην ουσία είναι ο συμβιβασμός πάνω στα Έξοδα, ο οποίος επιτυγχάνεται στην βάση του ποιος έχει μεγαλύτερη επιρροή από τους άλλους. Αφού έχουν με κάποιο τρόπο προσδιοριστεί τα Έξοδα, τότε ξεκινά η προσπάθεια ισοσκελισμού τους (τουλάχιστον) με Έσοδα.
Όπως και με τα Έξοδα και στην περίπτωση των Εσόδων υπάρχουν κάποια που την στιγμή της σύνταξης του Προϋπολογισμού είναι δεδομένα. Κάποια άλλα μπορούν να εκτιμηθούν με βάση το πρόσφατο παρελθόν, ενώ για κάποια άλλα δεν μπορεί να γίνει καμία εκτίμηση. Στην πραγματικότητα και προκειμένου να μην μειωθούν από την αρχή κιόλας τα Έξοδα γίνεται προσπάθεια να «φουσκωθούν» τόσο τα Έσοδα ώστε να ισοσκελίζουν ή να υπερκαλύπτουν τα Έξοδα. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ισοσκελισμένο και στην δεύτερη πλεονασματικό Προϋπολογισμό.
Εκεί, όμως, που υπάρχει πρόβλημα και μάλιστα μεγάλο είναι στην εκτίμηση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας Εξόδου. Αυτή η κατηγορία είναι τα «Έκτακτα» όσον αφορά τα Φυσικά & Νομικά Πρόσωπα ή τις «Φυσικές Καταστροφές» όσον αφορά το Κράτος. Στην ουσία μιλάμε για το ίδιο πράγμα καθώς για τα Φυσικά & Νομικά Πρόσωπα «Έκτακτο Έξοδο» θεωρείται οποιοδήποτε αφορά την αποκατάσταση ή επισκευή μιας ζημιάς από οποιονδήποτε λόγο και αν προκλήθηκε. Δυστυχώς η ευτυχώς για τα Φυσικά & Νομικά Πρόσωπα ο καθορισμός του ποσού που μπορούν να διαθέσουν για τα «Έκτακτα Έξοδα» περιορίζεται από το ύψος των Εσόδων τους. Γι’ αυτό και ασφαλίζουν ότι θεωρούν πολύτιμο. Το Κράτος, όμως, στην προσπάθεια του να μην έχει ελλειμματικούς Προϋπολογισμούς λειτουργεί διαφορετικά.
Σχηματίζει κάθε χρόνο μια πρόβλεψη την οποία θα χρησιμοποιήσει για την αποκατάσταση των ζημιών από «Φυσικές Καταστροφές» και την αποζημίωση των πληγέντων από αυτές. Το ζήτημα είναι αν αυτή η πρόβλεψη θα είναι αρκετή. Αυτό, όμως, είναι κάτι που ΔΕΝ θα το ξέρουμε πριν το τέλος της περιόδου που αυτή αφορά.
Όταν συμβεί μια «Φυσική Καταστροφή» όπως ο «κυκλώνας Μαρία» που έπληξε το Πουέρτο Ρίκο (πλούσιο λιμάνι), η πιο πιεστική ανάγκη είναι η συντομότερη αποκατάσταση των ζημιών και η βοήθεια προς τους πληγέντες. Η βοήθεια πρέπει να είναι όσο το δυνατόν αμεσότερη, γιατί σ’ όλες τις περιπτώσεις οι πληγέντες θεωρούν ότι για το Κράτος είναι «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» και πως τους «άφησε στην τύχη τους» ή πως η βοήθεια ήρθε καθυστερημένη. Βλέπουν ο καθένας το δικό του πρόβλημα αδιαφορώντας για την αποδιοργάνωση που η Φυσική Καταστροφή επέφερε στην Κρατική Μηχανή. Για να πάρετε μια ιδέα αρκεί η αναφορά ενός πειράματος που έγινε στις Η.Π.Α. λίγο πριν τον Β’ Π.Π. Ήθελαν τότε να μάθουν σε πόσο χρόνο μετά την επιστράτευση θα είχαν εξοπλίσει τους επιστρατευμένους. Πραγματοποιώντας σε μικρή κλίμακα την συγκεκριμένη άσκηση είδαν ότι χρειάζονταν τρείς μέρες για να προμηθεύσουν από τις αποθήκες τους επιστρατευμένους με ρούχα. Πιθανόν η επίδοση να έχει πλέον βελτιωθεί, σε καμία όμως περίπτωση η παροχή βοήθειας στους πληγέντες δεν θα είναι τόσο άμεση και πλήρης όσο θα ήθελαν οι ίδιοι οι πληγέντες.
Εκτός, όμως, από την άμεση παροχή εξοπλισμού και καταλυμάτων στους πληγέντες υποχρέωση του Κράτους -αλλά και των ασφαλιστικών εταιρειών- είναι να δώσει και χρηματική βοήθεια. Η βοήθεια αυτή είναι δύο ειδών. Από την μια δίνεται τόσο ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα των πληγέντων όσο και μια μικρή ή μεγάλη αποζημίωση (αναλόγως της αξίας του) για τον οικιακό εξοπλισμό που καταστράφηκε. Από την άλλη σε πρώτη φάση το Κράτος πληρώνει για τα Έξοδα στέγασης των πληγέντων, ενώ σε δεύτερη χρηματοδοτεί μέρος του κόστους κατασκευής των νέων σπιτιών τους. Επιπρόσθετα πρέπει ν’ αποκαταστήσει τις ζημιές και στις υποδομές της περιοχής που πλήγηκε και μάλιστα στο συντομότερο χρονικό διάστημα.
Όλα τα προηγούμενα το Κράτος ΔΕΝ τα κάνει εξαιτίας της φιλευσπλαχνίας του. Τα κάνει επειδή έχει όφελος από την γρήγορη επάνοδο στην καθημερινότητα της περιοχής που επλήγη. Με την Φυσική Καταστροφή διεκόπη απότομα η οικονομική δραστηριότητα, μειώνοντας τα έσοδα και άρα τους φόρους. Έτσι το πρώτο διάστημα μετά την Φυσική Καταστροφή το Κράτος αντιμετωπίζει μια «Ταμειακή στενότητα» καθώς όχι μόνο ΔΕΝ εισπράττει φόρους από την πληγείσα περιοχή, αλλά και εκταμιεύει λεφτά για να πληρώσει τις άμεσες ανάγκες των πληγέντων και να τους αποζημιώσει σε κάποιο βαθμό για τις ζημιές που υπέστησαν. Καθώς, όμως, συμφέρον του Κράτους είναι να μην σβηστεί η περιοχή από τον χάρτη και να συνεχίζει να του αποφέρει Έσοδα στο μέλλον αυτές οι θυσίες αποτελούν υποχρέωση του. Αλλιώς, δηλαδή αν το Κράτος αφήσει την πληγείσα περιοχή αβοήθητη ΔΕΝ θα μπορεί να προσδοκά σ’ Έσοδα από αυτή στο μέλλον. Και αν υποθέσουμε πως για να γλυτώσει κάποια εκατομμύρια ακολουθεί την ίδια τακτική κάθε φορά, σε λίγο καιρό ΔΕΝ θα έχει επικράτεια να φορολογήσει.
Συνεπώς οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τράμπ όταν επισκέφτηκε το Πουέρτο Ρίκο (βλέπε εδώ) ΔΕΝ ήταν μόνο «ατυχείς», ήταν πολύ περισσότερο ΗΛΙΘΙΕΣ ειδικά αν τις κρίνουμε από την σκοπιά των συμφερόντων του Κράτους. Για παράδειγμα ΔΕΝ έχει κανένα νόημα να συγκρίνεις τους αριθμούς των θυμάτων (ακόμη και αν πρόκειται για Φυσικό Φαινόμενο της ίδιας τάξης μεγέθους), γιατί στην μια περίπτωση όλοι οι κάτοικοι πειθάρχησαν στις εκκλήσεις εκκένωσης ενώ στην άλλη πολλοί αρνήθηκαν να φύγουν από τα σπίτια τους. Αν κάποιος θα ήθελε να μπεί στην περί θυμάτων συζήτηση το μόνο που θα είχε νόημα να κάνει θα ήταν να τους συγκρίνει ως ποσοστό επί των κατοίκων και όχι σε απόλυτους αριθμούς.
Η πιο ΗΛΙΘΙΑ δήλωση του ήταν ότι ο «τυφώνας Μαρία» «αποσταθεροποίησε τον Προϋπολογισμό». Προφανώς η συγκεκριμένη διατύπωση αναφέρεται στην εκταμίευση από το αντίστοιχο κονδύλι των χρημάτων που απαιτούνται για την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης για τους κατοίκους και τις επιχειρήσεις. Αυτό, όμως, αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και όχι δυνατότητα του. Ο Τράμπ (όπως και καθένας στην θέση του) που προσπαθεί να συμμαζέψει τα οικονομικά ενός χρεοκοπημένου Κράτους όπως οι Η.Π.Α. «πονά» όταν πρέπει να εκταμιεύσει μεγάλα ποσά για την αντιμετώπιση των «Φυσικών Καταστροφών». Γιατί οτιδήποτε ξεφεύγει από τις προβλέψεις του Προϋπολογισμού (εκτός αν είναι αυξημένο Έσοδο) τον «ρίχνει έξω».
Προηγουμένως έχουμε δεχτεί ότι η βοήθεια και η αποζημίωση του Κράτους στους πληγέντες από μια «Φυσική Καταστροφή» είναι υποχρέωση του. Αυτό θα γίνει καλύτερα κατανοητό με τα παρακάτω:
- Έστω ότι η συχνότητα και η σφοδρότητα των «Φυσικών Καταστροφών» έχει αλλάξει εξαιτίας της ρύπανσης.
- Η οποία ρύπανση προκαλείται από την επιλογή των βιομηχανιών να μην εγκαθιστούν λόγω κόστους όλα τ’ απαραίτητα συστήματα καθαρισμού.
- Η τέτοια απόφαση των βιομηχανιών έχει ως αποτέλεσμα (εκτός της ρύπανσης) αυξημένα κέρδη.
- Τα οποία αυξημένα κέρδη με την σειρά τους φέρνουν περισσότερους φόρους στο Κρατικό Ταμείο.
- Από τους οποίους φόρους το Κράτος πληρώνει τις αποζημιώσεις στους πληγέντες των «Φυσικών Καταστροφών» καθώς και το κόστος αποκατάστασης και καθαρισμού ποταμών, λιμνών κ.α.
Άρα το Κράτος όντας υπεύθυνο τόσο για το γεγονός ότι αφήνει τις βιομηχανίες να μην εγκαθιστούν όλα τ’ απαραίτητα συστήματα καθαρισμού, όσο και γιατί από την απόφαση αυτή βγαίνει κερδισμένο κατά το ποσό των επιπλέον φόρων είναι για τους λόγους αυτούς υποχρεωμένο να πληρώνει κάθε φορά που συμβαίνει μια «Φυσική Καταστροφή». Όσο πιο προοδευμένο οικονομικά είναι ένα Κράτος, τόσο μεγαλύτερη δύναμη έχουν οι «ομάδες πίεσης». Βλέπουμε, τότε, όλο και περισσότερες περιπτώσεις μεγάλων εταιρειών που μέσω προγραμμάτων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (Ε.Κ.Ε.) αναλαμβάνουν το κόστος προστασίας τοπικών οικοσυστημάτων ή/και των κατοίκων τους.
Ωστόσο, τα παραπάνω ΔΕΝ αλλάζουν το γεγονός ότι το Κράτος δυσκολεύεται ν’ αντιμετωπίσει το κόστος των μεγάλων «Φυσικών Καταστροφών». Για να ήταν σε θέση κάθε φορά ν’ αντιμετωπίζει πλήρως το κόστος μιας τέτοιας καταστροφής θα έπρεπε κάθε φορά να σχηματίζει ένα αποθεματικό από τα Φορολογικά Έσοδα (ειδικά από αυτά που προέρχονται από τις βιομηχανίες που ρυπαίνουν) με το οποίο θ’ αντιμετωπίζει αυτές τις περιπτώσεις. Το συγκεκριμένο αποθεματικό θα έπρεπε να μην χρησιμοποιείται για κανέναν άλλο σκοπό. Εναλλακτικά θα μπορούσε αυτό το κεφάλαιο να το «επενδύει» σε μετοχές, όμως μια τέτοια ενέργεια πιθανόν να ενίσχυε την τάση των βιομηχανιών να ρυπαίνουν περισσότερο βγάζοντας ακόμη μεγαλύτερα κέρδη ανατροφοδοτώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο.
Συμπερασματικά, κάθε καταστροφή είτε είναι Φυσική είτε Ανθρώπινη (πόλεμος) προκαλεί όχι μόνο απώλεια Φορολογικών Εσόδων για κάποιο διάστημα αλλά και εκροή μεγάλων χρηματικών ποσών από το Δημόσιο Ταμείο. Αποτελεί, όμως, την ίδια στιγμή ευκαιρία για αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας σε μεγάλη κλίμακα και άρα δημιουργεί μεγάλα κέρδη και συνεπώς Φορολογικά Έσοδα. Το μόνο ζήτημα στην περίπτωση αυτή είναι ποιος πληρώνει τον λογαριασμό. Γιατί όπως έχει αποδειχτεί ιστορικά το κόστος χρηματοδότησης της ανοικοδόμησης το επωμίζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το Κράτος, δηλαδή το σύνολο των φορολογουμένων δίνοντας στις εταιρείες του κατασκευαστικού -κυρίως- κλάδου ευκαιρίες για μεγάλες κερδοφορίες.
14 Οκτώβρη 2017
παρατηρητής 1.