Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΟΤΑΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥΝ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΨΗΦΟΘΗΡΟΥΝ (ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΑΠ’ ΑΥΤΟΥΣ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΛΥΣΗ;)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΟΤΑΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥΝ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΨΗΦΟΘΗΡΟΥΝ
(ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΑΠ’ ΑΥΤΟΥΣ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΛΥΣΗ;)

Υπάρχουν πολλών ειδών ζόρια (άγχη). Ένα όμως είναι κοινό για όλους▪ αυτό της «επιβίωσης». Φυσικά, η «επιβίωση» αποκτά διαφορετικό νόημα (περιεχόμενο) για τον καθένα μας αναλόγως του επαγγέλματος του. Για τους πολιτικούς το «άγχος της επιβίωσης» αποκτά σταδιακά διαφορετικό περιεχόμενο. Στο αρχικό στάδιο το «άγχος» τους είναι να μπουν στο ψηφοδέλτιο. Στη συνέχεια να εκλεγούν και τελικά αφού μπουν στο Κοινοβούλιο να καταφέρουν να πάρουν μια θέση στο Υπουργικό Συμβούλιο κάτι που θα τους καθιστούσε ισχυρούς μελλοντικά. Όσο «εύκολο» είναι να φτάσει κάποιος μέχρι την Βουλή άλλο τόσο δύσκολο είναι να γίνει Υπουργός (ή Υφυπουργός). Σε κάθε περίπτωση ακόμα δυσκολότερο είναι να διατηρηθούν για καιρό στις υψηλές θέσεις. Άλλωστε έχουν ν’ αντιμετωπίσουν και τον ανταγωνισμό.

Προφανώς όσοι δεν είναι ήδη Βουλευτές έχουν να ξεκινήσουν από πιο χαμηλά. Μερικές φορές, όμως, αυτό δίνει κάποιο πλεονέκτημα. Γιατί για παράδειγμα Υπουργός ή υφυπουργός μπορεί να γίνει και ένας μη Βουλευτής (εξωκοινοβουλευτικός που λένε). Όμως έναν Βουλευτή δεν κάνει να τον βάλεις Γενικό Γραμματέα σε Υπουργείο, όπως μπορείς να κάνεις με κάποιο κομματικό στέλεχος. Ένα κομματικό στέλεχος το οποίο με τον τρόπο αυτόν «παίρνει σειρά» για να μπει στο ψηφοδέλτιο διεκδικώντας έδρα στην Βουλή και στη συνέχεια όταν το κόμμα του γίνει κυβέρνηση μια υπουργική θέση. Ενώ ένας πρώην Βουλευτής το πολύ που μπορεί να ελπίζει είναι η θέση του προέδρου ενός Δημόσιου Οργανισμού.

Έχομτας υπόψη τα παραπάνω είναι προφανές ότι οι εξωκοινοβουλευτικοί που αποκτούν μια Υπουργική, Υφυπουργική θέση ή ακόμα και αυτή του Γ.Γ. πρέπει να είναι πολύ περισσότερο προσεκτικοί από έναν Βουλευτή. Οφείλουν να προσέχουν να μην στεναχωρήσουν ή/και να εκνευρίσουν κάποιον ισχυρό προκαλώντας έτσι πρόβλημα σε κυβέρνηση και κόμμα. Συνεπώς τις περισσότερες φορές περιορίζονται στα καθήκοντα του «σχολιαστή» τόσο για όσα συμβαίνουν γύρω-τριγύρω όσο και γι’ αυτά του τομέα τους. Επιπλέον πρέπει κάθε φορά που εμφανίζονται δημόσια να υπενθυμίζουν μονότονα δύο πράγματα:

  • Πόσο άσχημα/κακή/απελπιστική/τραγική ήταν η κατάσταση όταν παρέλαβαν και πόσο διαφορετική είναι τώρα.
  • Πόσο σημαντικά είναι τα όσα έχουν κάνει από τη στιγμή που ανέλαβαν και αν αυτά δεν είναι/φαίνονται αρκετά να μην λησμονούμε ότι «παθογένειες δεκαετιών δεν αλλάζουν σε τόσο λίγο χρόνο».

Αυτές οι δύο είναι οι μόνιμες επωδοί κάθε κυβερνητικού αξιωματούχου μεγάλου και μικρού, ο οποίος αν και τυπικά έχει αποστολή/υποχρέωση να υπερασπίζεται το «Δημόσιο Συμφέρον» αυτός στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων υπερασπίζεται το «δικαίωμα» του (αυτός το βλέπει σαν «υποχρέωση») να στρογγυλοκάθεται στην καρέκλα του όσο γίνεται περισσότερο. Όλα τα παραπάνω μέχρι τον Γενάρη του 2015 υποτίθεται πως ίσχυαν μόνο για τους «αστούς» πολιτικούς. Πλέον γνωρίζουμε ότι πολύ περισσότερο ισχύουν και για τους συγκυβερνούντες ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ., οι οποίοι απώλεσαν το ανύπαρκτο «ηθικό πλεονέκτημα» τους τόσο γρήγορα όσο μια κοπελιά την παρθενιά της μετά την πρώτη διείσδυση.

Το να περιορίζεται κάποιος οικειοθελώς στον ρόλο του «σχολιαστή» (να «κρύβεται», δηλαδή και να μην αναλαμβάνει τις ευθύνες του) είναι μεν κακό, αλλά όχι μεγάλο αν το πράγμα μείνει εκεί. Όταν, όμως, συνδυάζεται με μια πολιτική «εντυπώσεων» που πρόδηλα έχει ψηφοθηρικό αντικείμενο, τότε το πράγμα χειροτερεύει. Τότε ακόμη και το πιο εύστοχο σχόλιο φαντάζει κοροϊδία. Άσε που μερικές φορές τυχαίνει το ίδιο πρόσωπο να κάνει δύο εύστοχα αλλά ταυτόχρονα αντικρουόμενα σχόλια αφήνοντας «κόκκαλο» τους ακροατές του.

Προσωποποιώντας όλα τα παραπάνω θα δώσουμε ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα από την συνέντευξη του Υφυπουργού Αθλητισμού στην τηλεοπτική «Δίκη» του «ΣΚΑΪ». Εκεί ο Υφυπουργός αποφεύγοντας ν’ απαντήσει συγκεκριμένα μονίμως «έριχνε την μπάλα στην εξέδρα». Επιπλέον συνεχώς προσέφευγε στο αγαπημένο τέχνασμα των συναδέλφων του, δηλαδή την μόνιμη επίκληση του παρελθόντος. Ο Υφυπουργός έδινε την εντύπωση ενός καλά προπονημένου στο ν’ αποφεύγει τις «κακοτοπιές» ανθρώπου, ο οποίος όμως κάποιες στιγμές ΔΕΝ καταλάβαινε (ή έκανε μ’ επιτυχία ότι δεν καταλάβαινε) τι έλεγε.

Δύο περιστατικά από την συνέντευξη αυτή είναι παραπάνω από αρκετά.

Το πρώτο το οποίο θα μας «οδηγήσει» στο δεύτερο έχει να κάνει με δύο απολύτως ακριβή σχόλια του για τους ιδιοκτήτες των Π.Α.Ε. Δυστυχώς για τον κ. Βασιλειάδη και τα δύο σχόλια έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα.

Από την μια ο Υφυπουργός παραδέχτηκε πως οι ιδιοκτήτες των Π.Α.Ε. χρησιμοποιούν τις ομάδες για να κάνουν τις άλλες (επιχειρηματικές) δουλειές τους.

Από την άλλη σχολίασε ότι οι ιδιοκτήτες δεν βλέπουν τις ομάδες ως επένδυση.

Συνδυαζόμενα και τα δύο σχόλια είναι απλώς ακατανόητα. Γιατί αν οι ιδιοκτήτες των Π.Α.Ε. χρησιμοποιούν τις ομάδες τους σαν διαπραγματευτικό χαρτί για τις υπόλοιπες δουλειές τους, τότε προφανώς γι’ αυτούς αποτελούν επένδυση. Οπότε το δεύτερο σχόλιο του Υφυπουργού αναγκαστικά δεν ισχύει (ή αν ισχύει τότε δεν ισχύει το πρώτο).

Βέβαια, στο σημείο αυτό φτάνουμε σε λογικό αδιέξοδο του τύπου «η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα;». Γιατί για να επενδύσει κάποιος στο ποδόσφαιρο θα πρέπει οι συνθήκες να είναι «θετικές». Για να υπάρχουν, όμως, «θετικές» συνθήκες θα πρέπει να έχει επενδύσει κάποιος δίνοντας έτσι το σήμα στους υπόλοιπους ότι αξίζει να τον μιμηθούν. Εκτός και αν μιλάμε για ένα νοικοκυρεμένο μεν, υποβαθμισμένο δε οικονομικό τομέα ο οποίος σε μια δεδομένη οικονομική συγκυρία (υπό ορισμένο «πρίσμα») αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους «επενδυτές». Έτσι, όμως, ξαναγυρνάμε στις αρχικές και αντιτιθέμενες μεταξύ τους διαπιστώσεις του Υφυπουργού.

Επιπρόσθετα όταν μιλάμε για επενδύσεις μιλάμε επί της ουσίας ενός όσο γίνεται σταθερού περιβάλλοντος (σταθερών συνθηκών), το οποίο θα διαταράσσεται όσο γίνεται λιγότερο. Ενός περιβάλλοντος στο οποίο όλοι οι συμμετέχοντες θα είναι σε θέση να κάνουν τα σχέδια τους για το άμεσο μέλλον. Κάτι που δεν μπορεί να συμβεί όταν το Κράτος επεμβαίνει λαμβάνοντας και επιβάλλοντας αυθαίρετες αποφάσεις. Μόνο και μόνο επειδή το μπορεί.

Για παράδειγμα ΔΕΝ μπορεί να υπάρξει κανένα «επενδυτικό πλάνο» όταν η Κυβέρνηση λαμβάνει απόφαση διακοπής του Πρωταθλήματος την οποία και επιβάλλει μέσω της ισχύος της. Απόφαση, η οποία προκαλεί αναταραχή στην ποδοσφαιρική αγορά την ίδια ώρα που στερεί τις ομάδες και τους χορηγούς από πολύτιμα για την λειτουργία τους έσοδα (κυρίως τα τηλεοπτικά). Η συγκεκριμένη απόφαση κάτω από τις συνθήκες που ελήφθη είναι όχι μόνο ακατανόητη, αλλά και οικονομικά καταδικαστική για τις «μικρομεσαίες» ομάδες▪ οι οποίες έτσι καθίστανται ακόμη περισσότερο ανίκανες ν’ ανταγωνιστούν (όσο μπορούν) τις μεγαλύτερες σε κόσμο (και άρα έσοδα). Εκτός, βέβαια, αν η απόφαση της διακοπής με τις όποιες ασύμμετρες επιπτώσεις της εντάσσεται στο μακρόπνοο σχέδιο της «πρώτης φορά Αριστεράς» για την επιστροφή στον «ερασιτεχνικό αθλητισμό/ποδόσφαιρο.».

Υπ’ αυτές τις συνθήκες η απόρριψη του «τελεσιγράφου Βασιλειάδη» απ’ όσες ομάδες ΔΕΝ το υπέγραψαν αποτελεί πράξη ευθύνης και αντίστασης. Γιατί πρέπει κάποιος να είναι πολύ κακοπροαίρετος για ν’ απαιτήσει με τον τρόπο που το έκανε ο Βασιλειάδης την «άμεση συμμόρφωση» των ομάδων σε τόσο σύντομο διάστημα με τους κυβερνητικούς όρους.

Το κυβερνητικό τελεσίγραφο με τον τρόπο που επιδόθηκε και ασχέτως του περιεχομένου του είναι τηρουμένων των αναλογιών πιο ιταμό απ’ αυτό των Ιταλών στον Μεταξά. Είναι περισσότερο ιταμό γιατί το λιγότερο που έπρεπε να κάνουν οι ομάδες οι οποίες σέβονται την ιστορία τους ήταν να συγκαλέσουν το Δ.Σ. τους για ν’ αποφασίσει τι απάντηση θα έδιναν και σε κάθε περίπτωση «χωρίς το πιστόλι στον κρόταφο», αλλιώς ήταν υποχρεωμένες να το απορρίψουν όπως οι «4» που δεν το υπέγραψαν. Είναι προφανές ότι όσες υπέγραψαν θέλουν να το παίξουν «καλά και υπάκουα παιδιά» ζητώντας από το Κράτος να τις θέσει υπό την προστασία του.

Ωστόσο, πρέπει όλες οι Π.Α.Ε. όλων των κατηγοριών να καταλάβουν πως ανεξαρτήτως των μεσοπρόθεσμων αλλαγών (πόσες ομάδες θα παίζουν σε κάθε κατηγορία) είτε θα επιβιώσουν όλες μαζί είτε θα χαθούν όλες μαζί. Και αυτό θα γίνει σε πείσμα των διαφορετικών και ανταγωνιστικών συμφερόντων τους. Ήδη, το πρώτο χτύπημα που δέχτηκαν με την κατάργηση της κεντρικής τηλεοπτικής διαχείρισης θα έχει σημαντικές επιπτώσεις για τις ομάδες όλων των κατηγοριών οι οποίες δεν είναι ακόμα εύκολο να υπολογιστούν εξ’ αιτίας του «φαινομένου του ντόμινο».

Κοντολογίς, την ευθύνη για όσα ευτράπελα συμβούν από ‘δω και πέρα την έχει αποκλειστικά και μόνο η Αθλητική & Πολιτική Ηγεσία, η οποία για ψηφοθηρικούς λόγους χειρίζεται όπως χειρίζεται την κατάσταση. Μένει να δούμε αν οι χειρισμοί αυτοί είναι αποτέλεσμα ανικανότητας ή σκοπιμότητας.

Το δεύτερο σημείο της συνέντευξης Βασιλειάδη είναι αυτό στο οποίο παραδέχεται («Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε» που θα έλεγε και ο «Επίτιμος») ότι δεν γνωρίζει το ποδοσφαιρικό ποιόν των εκπροσώπων ομάδων που συναντά. Απλά δέχεται στο γραφείο του όποιον του στείλουν οι ομάδες ως «εκπρόσωπο». Δε πα να ‘ναι ο καταδικασμένος για στημένους αγώνες Μποροβήλος δεν έχει κανένα θέμα. Για όλα τα υπόλοιπα «θα το κοιτάξει» και θα μας πει (όταν το κρίνει σκόπιμο).

Ειλικρινά από έναν πρώην Γενικό Γραμματέα Καταπολέμησης της Διαφθοράς περιμέναμε πολύ περισσότερα. Κρίμα…

Υ.Γ.1. Η υπογραφή-έγκριση με την ταυτόχρονη ερμηνεία της είναι μεν ένας εύστοχος τρόπος να φανείς «καλός» χωρίς ταυτόχρονα να φανεί ότι απεμπολεί το δικαίωμα του να παζαρέψει. Ωστόσο, το ζήτημα είναι αν το βλέπει έτσι και η άλλη πλευρά. Άλλωστε δεν είναι όλοι Παπανδρέου να βάζουν αστερίσκους στα Κοινά Ανακοινωθέντα.

Υ.Γ.2. Όταν ανέλαβε ο Τσώρτσιλ Πρωθυπουργός στις αρχές του Β’ Π.Π. ΔΕΝ τον ήθελε κανείς από το κόμμα του. Άλλωστε τον είχαν επιβάλλει οι Εργατικοί προκειμένου να μπουν στην «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» που αναλάμβανε τότε τις τύχες της Βρετανίας. Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Λόρδος Χάλιφαξ ο οποίος ήταν θερμός υποστηρικτής της διαπραγμάτευσης με τον Χίτλερ. Όταν, λοιπόν, ο Χάλιφαξ πίεσε τον Τσώρτσιλ να διαπραγματευτεί εκείνος του απάντησε με το κλασικό πλέον:

«Δεν διαπραγματεύεσαι με μια τίγρη έχοντας το κεφάλι σου στο στόμα της.».

Καλό είναι να έχουν αυτή την φράση υπόψη τους οι ομάδες όταν «διαπραγματεύονται» με το Υφυπουργείο Αθλητισμού.

(Σημείωση:  Η φωτογραφία προέρχεται από την ιστοελίδα www.cnn.gr).

 

23 Μάρτη 2018
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 4769 φορές