Κάποιος είναι καλύτερος ή χειρότερος, ηθικός ή ανήθικος, έξυπνος ή βλάκας μόνον σε σύγκριση με κάποιον άλλο. Όπως έχουμε υποστηρίξει και παλιότερα το «ηθικό πλεονέκτημα/μειονέκτημα» είναι ατομικό και όχι συλλογικό, εκτός από τις περιπτώσεις που μια συμπεριφορά είναι τόσο γενικευμένη που το «ηθικό πλεονέκτημα/μειονέκτημα» καθίσταται συλλογικό. Τέτοιες περιπτώσεις είναι των πρώτων γενεών Χριστιανών και αντίστοιχα των πρώτων γενεών Κομμουνιστών. Μετά τις πρώτες 2-3 γενεές τα μέλη των ομάδων αυτών το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να επικαλούνται το «ηθικό πλεονέκτημα» των προγόνων τους. Τίποτα περισσότερο. Σπανίως ο «μέσος όρος» της ηθικότητας ή της ανηθικότητας κάθε κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας δεν είναι ανάλογος του συνολικού. Επιπλέον η επίκληση του «ηθικού πλεονεκτήματος» των προγόνων μας προκειμένου να «νομιμοποιηθεί» το «σήμερα» είναι για όσους το επικαλούνται καταστροφική, καθώς εξαιτίας της παραιτούνται της όποιας προσπάθειας τους να γίνουν όμοιοι ή καλύτεροι των προγόνων τους.
Φυσικά, όλα τα παραπάνω ισχύουν «γενικά» και όχι κατά περίπτωση. Είναι προφανές πως σ’ επίπεδο «καφενειακής» ή «φιλικής» συζήτησης τα παραπάνω ΔΕΝ προξενούν κάποιο κακό. Όταν, όμως, το «ηθικό πλεονέκτημα» («ηθικό μειονέκτημα» για τους αντιπάλους μας) χρησιμοποιείται συμψηφιστικά για να νομιμοποιηθεί μια πολιτική, η επίκληση του καθίσταται ανήθικη. Γιατί τότε το «ηθικό πλεονέκτημα» χρησιμοποιείται ως μέσο επιβολής σιωπής σε όλους τους υπόλοιπους («Μη μιλάτε γιατί εσείς είσαστε χειρότεροι μας»). Όταν φτάνουμε στο σημείο αυτό, τότε δεν μιλάμε περί «ηθικής», αλλά περί «ανηθικότητας».
Τον Μακιαβέλι δεν τον απασχολούσε η «Ηθική» γιατί δεν ήταν ούτε φιλόσοφος ούτε κληρικός. Τον απασχολούσε η πολιτική αποτελεσματικότητα, για την οποία απαιτείται η ύπαρξη μεγάλων σε έκταση και ισχυρών οικονομικά Κρατών. Για να το πετύχει αυτό η πόλη του έπρεπε να υποτάξει όλες τις γύρω περιοχές εξαπλώνοντας την κυριαρχία του σ’ αυτές. Και αυτό έπρεπε να γίνει σε ανταγωνισμό με τους άλλους ισχυρούς γείτονες της που είχαν τις ίδιες επιδιώξεις. Ο Μακιαβέλι δεν σκέφτηκε να «νομιμοποιήσει» στην Ηθική τις συμβουλές προς τον ηγεμόνα του. Του αρκούσε να επικαλεστεί την Ιστορία. Άλλωστε όσα προτείνει ήταν ήδη τότε «κοινές πρακτικές διακυβέρνησης». Γνώριζε, πως θα ήταν ανήθικο αν επικαλούνταν εκτός της Ανάγκης την Ηθική και εφόσον ήταν πραγματιστής και όχι ανήθικος ΔΕΝ το έκανε.
Όπως θα έλεγε και ο καθηγητής Ηθικής Άνταμ Σμιθ η «ηθικότητα» (ή η «ανηθικότητα») είναι η «αξία» συγκεκριμένων πράξεων ειδωμένων μέσα στο πλαίσιο των Ηθικών Αξιών κάθε εποχής. Άρα, αν μια κυβέρνηση ή ένα κόμμα είναι ανήθικα αυτό συμβαίνει ως αποτέλεσμα των πολιτικών/πράξεων τους και όχι των προθέσεων τους (οι οποίες άλλωστε και όταν διακηρύσσονται μικρή αξία έχουν αν δεν εφαρμοστούν στην πράξη).
Στην Πολιτική δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανηθικότητα από την αποποίηση των ευθυνών των κυβερνώντων και την μεταφορά τους στους «προηγούμενους» ή τους πολίτες. Η μόνη περίπτωση η αποποίηση ευθυνών να μην είναι πολιτικά ανήθικη είναι όταν τις επιτυχίες οι κυβερνώντες τις πιστώνουν στους «προηγούμενους» και τους πολίτες και δεν τις πιστώνονται οι ίδιοι. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι εξαιρετικά σπάνιο.
Είναι σαν να έχουμε βάλει φαγητό στο φούρνο και ενώ το επιβλέπει για τα 3/4 του χρόνου ψησίματος ένας μάγειρας και για το υπόλοιπο 1/4 ένας άλλος, αν το φαγητό σερβιριστεί καμένο ο δεύτερος ρίχνει το φταίξιμο στον πρώτο. Λες και αυτό έχει κάποια σημασία για τον πεινασμένο που τελικά δεν θα φάει. Αν τα πράγματα έμεναν εκεί το κακό θα ήταν μικρό. Όμως, έχει και συνέχεια.
Παρά το γεγονός ότι ο δεύτερος μάγειρας αποδείχτηκε -τουλάχιστον- ανεπαρκής, αυτός χρησιμοποιεί την δικαιολογία ότι έφταιγε ο προηγούμενος προκειμένου να ξαναμαγειρέψει▪ επιδιώκοντας να παραμείνει στην κουζίνα όσο γίνεται περισσότερο. Ισχυρίζεται ότι τώρα έχει μάθει και πως θα είναι καλύτερος. Άλλωστε, υπενθυμίζει ότι τον προηγούμενο τον έχουμε ήδη δοκιμάσει για καιρό▪ ενώ αυτόν όχι. Ποντάρει όχι στην δική του υπεροχή, αλλά στην υπενθύμιση της ανεπάρκειας του άλλου η οποία ακόμη και αν είναι όντως υπαρκτή στον βαθμό που ισχυρίζεται ότι είναι ΔΕΝ τον κάνει καταλληλότερο.
Στο σημείο αυτό επεμβαίνει ο παράγοντας «ψηφοφόρος», ο οποίος είναι τόσο πολύ «αστάθμητος» όσο διαφοροποιείται διαχρονικά ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και το μορφωτικό του επίπεδο. Γι’ αυτό, όμως, προσεχώς.
Υ.Γ. Εκτός από την προσπάθεια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να δικτυωθεί στην Δικαιοσύνη (γι’ αυτό και οι τελευταίες νομοθετικές αλλαγές για τις δικαστικές προαγωγές), άλλος ένας χώρος που προσπαθεί να οικειοποιηθεί είναι και αυτός του «Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου. Από την άποψη αυτή έχει την σημασία της και αυτή η ανακοίνωση.
25 Αυγούστου 2018
παρατηρητής 1.