Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΤΟ Δ.Ν.Τ. ΓΙΝΕΤΑΙ «ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ» ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΤΟ Δ.Ν.Τ. ΓΙΝΕΤΑΙ «ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ» ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ.

Ο ρόλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Δ.Ν.Τ.) για την παγκόσμια οικονομία είναι εδώ και επτά δεκαετίες κάτι παραπάνω από κομβικός. Το Δ.Ν.Τ. ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Β’ Π.Π. Τυπικά είναι «παιδί» της «Συμφωνίας του Μπρέτον Γούντς» με την οποία ο κύριος εμπνευστής της Τζόν Μέυναρντ Κέυνς και άλλοι επιφανείς οικονομολόγοι προσπαθούσαν να θεμελιώσουν ένα Διεθνές Σύστημα Οικονομικής Συνεργασίας κύριος σκοπός του οποίου θα ήταν η οικονομική συνεννόηση των χωρών-μελών προκειμένου έτσι ν’ αποφεύγονται οι οικονομικοί ανταγωνισμοί της δεκαετίας του 1930 οι οποίοι «ενοχοποιούνταν» για τον Β’ Π.Π. Γίνεται, λοιπόν, φανερό πως το Δ.Ν.Τ. αποσκοπούσε (και αποσκοπεί) στην εναρμόνιση του νομικού καθεστώτος στις χώρες-μέλη του. Μια εναρμόνιση η οποία είναι πάντα προς όφελος των δυνατότερων οικονομικά μελών του.

Tο Δ.Ν.Τ. ιδρύθηκε αρχικά από 29 Κράτη τα οποία ανήκαν στον «Ελεύθερο Κόσμο» στην απελευθέρωση του οποίου από τους Γερμανούς είχαν πρωτοστατήσει οι Η.Π.Α. Δεν είναι τυχαίο πως οι αρχικές χώρες-μέλη του είναι οι ίδιες με τις πολύ λιγότερες αρχικά ιδρυτικές χώρες του Ν.Α.Τ.Ο. Από οικονομική σκοπιά το Δ.Ν.Τ. σηματοδοτεί την έναρξη του «Ψυχρού Πολέμου» σε οικονομικό επίπεδο. Δεν πρέπει να λησμονούμε και την πολιτική διάσταση του Δ.Ν.Τ. η ίδρυση του οποίου προηγήθηκε του «Σχεδίου Μάρσαλ». Ενός «σχεδίου οικονομικής βοήθειας» το οποίο έδωσε στις Η.Π.Α. το δικαίωμα επέμβασης στα εσωτερικά των χωρών-αποδεκτών της.

Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα ότι κάθε πρόβλεψη του Δ.Ν.Τ., κάθε του προειδοποίηση έχει μια μεγαλύτερη βαρύτητα. Ακόμα περισσότερο όταν προβλέπει αυξημένο κίνδυνο Παγκόσμιου Οικονομικού Κράχ (βλέπε εδώ). Ωστόσο, οι τελευταίες του εκθέσεις περιλαμβάνουν ακόμη περισσότερο ενδιαφέροντα σχόλια. Σχόλια τα οποία άπτονται περισσότερο της Πολιτικής και λιγότερο της Οικονομίας. Ο διαχωρισμός μεταξύ «Πολιτικής» και «Οικονομικής» σφαίρας είναι δύσκολος και κάποτε αδύνατος. Από την άλλη κάποιες λειτουργίες ανήκουν (ή πρέπει ν’ ανήκουν) στην σφαίρα της «Πολιτικής» αποτελώντας έτσι ευθύνη των κυβερνήσεων.

Το Δ.Ν.Τ., λοιπόν, προειδοποιεί για:

  • Την αποτυχία των κυβερνήσεων να εισαγάγουν μετά το κραχ του 2008 τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την προστασία του χρηματοοικονομικού συστήματος από τις ριψοκίνδυνες επενδυτικές συμπεριφορές εκθέτει σήμερα την παγκόσμια οικονομία στον κίνδυνο μιας νέας κρίσης.
  • Τα παγκόσμια επίπεδα χρέους (δημόσιου και ιδιωτικού) που βρίσκονται σήμερα κατά 60% υψηλότερα από τα αντίστοιχα του 2008, στα 182 τρισ. Δολάρια. Ελλοχεύει, έτσι, ο κίνδυνος οι μη ρυθμιζόμενες (και ελέγξιμες) εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα να προκαλέσουν παγκόσμιο πανικό.
  • Την ανάπτυξη παγκόσμιων τραπεζικών κολοσσών, όπως η JP Morgan και η Commercial Bank of China σε κλίμακα μεγαλύτερη αυτής που γνωρίζαμε ώς το 2008, η οποία ενισχύει τους φόβους ότι αυτές παραμένουν συστημικά επικίνδυνες ή «πολύ μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν» (too big to fail). Ακόμη, η δραματική άνοδος του δανεισμού από τις σκιώδεις τράπεζες της Κίνας και η αποτυχία επιβολής ενός αυστηρού κανονιστικού πλαισίου σε ασφαλιστικές και επενδυτικές εταιρείες που διαχειρίζονται κεφάλαια αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελούν μείζονες αιτίες ανησυχίας.
  • Την ραγδαία ανάπτυξη που παρατηρείται στις ψηφιακές πλατφόρμες χρηματιστηριακών συναλλαγών και στα ψηφιακά νομίσματα η οποία ενδέχεται να έχει δυσάρεστες επιπτώσεις σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, υποδομές και εποπτεύουσες αρχές.
  • Τον μεγάλο δανεισμό επιχειρήσεων και κυβερνήσεων τα τελευταία 10 χρόνια, λόγω των χαμηλών επιτοκίων, ο οποίος δεν οδήγησε σε υψηλότερα επίπεδα δαπανών για έρευνα και επενδύσεων σε υποδομές με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων όλων των οικονομιών του πλανήτη και όχι μόνον αυτών που επλήγησαν από το κραχ. Έτσι, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σήμερα σε μία κατά τα φαινόμενα πτωτική περίοδο, πιο αδύναμη και ευάλωτη.
  • Την αύξηση της ανισότητας, η οποία είναι μια από τις μόνιμες επιπτώσεις της Κρίσης. Αυτή επιδρά αρνητικά σε επενδύσεις και παραγωγικότητα αφού τα πιο πλούσια στρώματα της κοινωνίας επιλέγουν να αποταμιεύουν παρά να επανεπενδύουν σε παραγωγικά τμήματα της οικονομίας. Όμως χωρίς επενδύσεις, οι οικονομίες παραμένουν ευάλωτες σε μια νέα κρίση, προειδοποιεί.

Ας εξετάσουμε τώρα μια προς μια τις παραπάνω επισημάνσεις-προειδοποιήσεις.

 

Η αποτυχία των κυβερνήσεων να μεταρρυθμίσουν για την προστασία του χρηματοοικονομικού συστήματος από τις ριψοκίνδυνες επενδυτικές συμπεριφορές.

Η «αποτυχία» των κυβερνήσεων να μεταρρυθμίσουν το ελεγκτικό πλαίσιο μετά την Παγκόσμια Οικονομική Κρίση προκειμένου να προστατεύσουν την παγκόσμια οικονομία από τις «ριψοκίνδυνες επενδυτικές συμπεριφορές» δεν είναι αποκλειστικά δική τους ευθύνη. Το Δ.Ν.Τ. είναι ο κατ’ εξοχήν θεσμός ο οποίος προώθησε την απορρύθμιση του οικονομικού ρυθμιστικού-κανονιστικού πλαισίου το οποίο αρχής γενομένης μετά τη λήξη του Β’ Π.Π. πέρασε στον ουσιαστικό έλεγχο των τραπεζιτών και όχι των πολιτικών. Οι πολιτικοί έχουν πλέον μεταβληθεί σε αποδέκτες της δυσαρέσκειας της Κοινωνίας για τις οικονομικές επιπτώσεις της δράσης των «επενδυτών». Συνεπώς, κατ’ αρχήν το συμπέρασμα περί «αποτυχίας των κυβερνήσεων» είναι στην καλύτερη περίπτωση καθαρή υποκρισία.

Υπάρχουν, όμως, ακόμη δύο σημεία που χρήζουν σχολιασμού. Το ένα αφορά την πρακτική αδυναμία των κυβερνήσεων να εφαρμόσουν στην πράξη ένα επαρκώς μεταρρυθμισμένο ελεγκτικό και κανονιστικό πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας. Ακόμη και αν ήταν δυνατή μια τέτοια νομική μεταρρύθμιση θα χρειαζόταν κάθε κυβέρνηση να διαθέτει έναν πολύ μεγάλο, τέλεια οργανωμένο και πλήρως κατηρτισμένο ελεγκτικό μηχανισμό για να εφαρμόσει τον νόμο. Την ίδια στιγμή αυτοί που θα ήθελαν να παραβιάσουν το πλαίσιο αυτό διαθέτουν λεφτά ικανά για να προσλάβουν στρατιές καπάτσων δικηγόρων και λογιστών. Η οργάνωση ενός τέτοιου μηχανισμού είναι πρακτικά αδύνατη για όλα τα μικροσκοπικά κρατίδια, τους εξωτικούς οικονομικούς προορισμούς που προσφέροντας υπερβολικά χαμηλή φορολογία έχουν καταστεί «οικονομικοί παράδεισοι».

Το δεύτερο αφορά τις ριψοκίνδυνες επενδυτικές συμπεριφορές. Προφανώς το Δ.Ν.Τ. αναφέρεται στα τραπεζικά δομημένα ομόλογα καθώς και σε άλλα «τραπεζικά προϊόντα» ανάλογα αυτών που προκάλεσαν την Κρίση του 2007 τα οποία διακρίνονται από τις μεγάλες αποδόσεις τους. Ωστόσο, το Δ.Ν.Τ. ΔΕΝ κάνει καμία ιδιαίτερη μνεία και σε ανήθικες επενδυτικές συμπεριφορές όπως τα οικονομικά στοιχήματα που βάζουν «επενδυτές» σχετικά με την τιμή των εμπορευμάτων μετά από 6 μήνες ή για την πιθανότητα εκδήλωσης καιρικών καταστροφών σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ή ακόμα για τον μέσο όρο ηλικίας θανάτου όσων έχουν ασφάλεια ζωής. Όταν λόγω του μεγέθους του ένας επενδυτής στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων είναι σε θέση να επηρεάσει την τιμή βασικών αγαθών προκαλώντας λιμό σε μια ολόκληρη χώρα, τότε η αναφορά του Δ.Ν.Τ. σε «ριψοκίνδυνες επενδυτικές συμπεριφορές» θυμίζει κακόγουστο αστείο. Βέβαια, το Δ.Ν.Τ. ενδιαφέρεται πρωτίστως για την προάσπιση των συμφερόντων των πλουσίων και μόνο όταν αυτά θίγονται για την Ηθική.

Το παγκόσμιο επίπεδο χρέους και η ανάπτυξη παγκόσμιων τραπεζικών κολοσσών.

Τα δεύτερο και τρίτο σημεία των εκθέσεων του Δ.Ν.Τ. είναι αλληλένδετα. Από τη μια το Δ.Ν.Τ. προειδοποιεί για το υπερβολικά αυξημένο σε σχέση με το 2008 επίπεδο δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Από την άλλη κάνει λόγο για τον κίνδυνο που προκαλούν «οι μη ρυθμιζόμενες (και ελέγξιμες) εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα να προκαλέσουν παγκόσμιο πανικό». Επιπλέον, κάνει λόγο για:

«Την ανάπτυξη παγκόσμιων τραπεζικών κολοσσών, όπως η JP Morgan και η Commercial Bank of China σε κλίμακα μεγαλύτερη αυτής που γνωρίζαμε ώς το 2008, η οποία ενισχύει τους φόβους ότι αυτές παραμένουν συστημικά επικίνδυνες ή «πολύ μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν» (too big to fail). Ακόμη, η δραματική άνοδος του δανεισμού από τις σκιώδεις τράπεζες της Κίνας και η αποτυχία επιβολής ενός αυστηρού κανονιστικού πλαισίου σε ασφαλιστικές και επενδυτικές εταιρείες που διαχειρίζονται κεφάλαια αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελούν μείζονες αιτίες ανησυχίας.»

Διαμαρτύρεται, δηλαδή, το Δ.Ν.Τ. για τ’ αποτελέσματα της απορρύθμισης του ελεγκτικού και κανονιστικού πλαισίου παγκοσμίως που έχει οδηγήσει σε οικονομική ασυδοσία. Επιπλέον επιβεβαιώνει (αν ακόμα υπήρχε κάποιος που να μην το γνώριζε) ότι τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα οφείλουν οι κυβερνήσεις να τα «διασώζουν» σε περίπτωση που αυτά κινδυνέψουν λόγω των «ριψοκίνδυνων επενδυτικών συμπεριφορών» τους (οι οποίες θέτουν και την παγκόσμια οικονομία σε κίνδυνο).

Η ραγδαία ανάπτυξη των ψηφιακών πλατφορμών συναλλαγών και των ψηφιακών νομισμάτων.

Οι δυνατότητες της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών σε συνδυασμό με την αποδέσμευση του χρήματος από κάθε κάλυψη σε πολύτιμα μέταλλα αλλά και την έλλειψη εμπιστοσύνης (κυρίως των Αμερικανών) στο εθνικό νόμισμα οδήγησαν στην δημιουργία των «ψηφιακών νομισμάτων» γνωστότερων μας ως κρυπτονομισμάτων. Όπως έχουμε σημειώσει και σε προηγούμενα κείμενα μας (βλέπε εδώ & εδώ) η λογική πίσω από το πλέον γνωστό και διαδεδομένο από αυτά (το bitcoin) είναι η ίδια μ’ αυτή της εξόρυξης χρυσού. Έτσι η δημιουργία του υπόκειται στις ίδιες δυσκολίες μ’ αυτές της εξόρυξης. Στην αρχή είναι εύκολη και στη συνέχεια δυσκολεύει. Συνεπώς, για την διάδοση της χρήσης του δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από έλλειψη εμπιστοσύνης στα υπόλοιπα τυπωμένα σε χαρτί εθνικά νομίσματα.

Το ζήτημα στην περίπτωση των ψηφιακών νομισμάτων είναι ότι αυτά ανταγωνίζονται σε ισοτιμία κυρίως το Δολλάριο, το οποίο μέχρι την δημιουργία του Ευρώ ήταν το μοναδικό αποθετικό νόμισμα. Αποθετικό νόμισμα είναι αυτό το οποίο χρησιμοποιούν οι χώρες για να δημιουργήσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα. Ανταλλάσσουν, δηλαδή το εθνικό τους νόμισμα μ’ αυτό. Εφ’ όσον το bitcoin ανταλλάσσεται (σήμερα) σε χιλιάδες Δολλάρια είναι προφανές ότι στην ουσία είναι ένα νέο αποθετικό νόμισμα. Ένα αποθετικό νόμισμα που δεν υπόκειται (ακόμα τουλάχιστον) στον έλεγχο καμίας κυβέρνησης. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις είναι ν’ αρνηθούν ν’ αδειοδοτήσουν τραπεζικά προϊόντα και παράγωγα βασισμένα σ’ αυτό.

Προφανώς όπως και με τις συναλλαγές σε οποιοδήποτε τυπωμένο εθνικό νόμισμα υπάρχουν και στις συναλλαγές με τα ψηφιακά νομίσματα κίνδυνοι δημιουργίας οικονομικών κρίσεων. Κρίσεων που θα είναι δυσάρεστες για το σύνολο αρχικά της τοπικής και ενδεχομένως και της παγκόσμιας οικονομίας. Αν και το Δ.Ν.Τ. υπονοεί ότι ο κίνδυνος από την ραγδαία ανάπτυξη των ψηφιακών πλατφορμών χρηματιστηριακών συναλλαγών και των ψηφιακών νομισμάτων επειδή αυτές δεν ελέγχονται από τις κυβερνήσεις είναι μεγαλύτερος επί της ουσίας δεν υπάρχει λόγος να ισχύει αυτό. Όχι τουλάχιστον στην έκταση που υπονοεί σκόπιμα το Ταμείο. Ωστόσο, ΔΕΝ πρέπει να ξεχνάμε πως στην Οικονομία ΔΕΝ υπάρχει διαχωρισμός σε «πραγματική» και «εικονική (μη πραγματική)». Όποιος υποστηρίζει έναν τέτοιο διαχωρισμό είναι σαν να μας λέει ότι αυτός που παίζει στο καζίνο ποντάροντας μάρκες δεν έχει πληρώσει τις μάρκες αυτές με πραγματικά (έστω και τυπωμένα) λεφτά. Λεφτά που με κάποιο νόμιμο ή όχι τρόπο έχει βγάλει από την «πραγματική» Οικονομία. Είναι σαν να μας λέει ότι όταν χάσει όλες του τις μάρκες, δηλαδή όταν κερδίσει το καζίνο, ότι τα κέρδη του δεν είναι «αληθινά» (δηλαδή, μετατρέψιμα σε «πραγματικά» (τυπωμένα) λεφτά).

Ο μεγάλος δανεισμός επιχειρήσεων και κυβερνήσεων λόγω των χαμηλών επιτοκίων δεν οδήγησε σε υψηλότερες δαπάνες για έρευνα και επενδύσεις σε υποδομές.

Στη συγκεκριμένη παρατήρηση βρίσκουμε για άλλη μια φορά την κλασική Νέο-Φιλελεύθερη εμμονή στην συνεχή τεχνολογική και οικονομική πρόοδο, η οποία από μόνη της αρκεί για να δικαιολογήσει συνεχείς υψηλές δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης (Research & Development ή R&D). Φυσικά τα προϊόντα αυτής της έρευνας και ανάπτυξης θα «προστατευτούν» νομικά μέσω πατεντών προκειμένου αυτός που δαπάνησε τα λεφτά να τα πάρει πίσω έτσι ώστε να υπάρχει το κίνητρο για νέες έρευνες. Προφανώς η τιμή πώλησης αυτών των πατενταρισμένων προϊόντων για το διάστημα της νομικής προστασίας τους θα είναι υψηλή επιβαρύνοντας τους καταναλωτές. Φανταστείτε η έρευνα σχετικά με την απόδοση των γεωργικών καλλιεργειών η οποία απέδωσε καρπούς την δεκαετία του 1960 αυξάνοντας παγκόσμια την διαθέσιμη τροφή να ήταν έργο των πολυεθνικών και όχι των κυβερνήσεων. Φανταστείτε η χρήση των αποτελεσμάτων της να είχαν κατοχυρωθεί μέσω πατεντών.

Προφανώς ο δανεισμός των κυβερνήσεων χρησιμοποιήθηκε για την απάλυνση των επιπτώσεων στην κοινωνία της Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης. Αντίστοιχα οι επιχειρήσεις δανείστηκαν είτε για να ξεχρεώσουν, είτε για να εξαγοράσουν άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις αυξάνοντας το μερίδιο τους στην αγορά. Σε κάθε περίπτωση η έρευνα και ανάπτυξη πρέπει να είναι ωφέλιμη όχι μόνο για τον επιχειρηματία αλλά και για την Κοινωνία συνολικά. Αν για παράδειγμα τ’ αποτελέσματα της έρευνας μειώνουν τις θέσεις απασχόλησης μειώνοντας παράλληλα το κόστος και αυξάνοντας τα κέρδη, αυτό ΔΕΝ έχει συνολικά θετικό Κοινωνικό αντίκτυπο παρά το γεγονός ότι μπορεί να οδηγεί στην προσφορά φθηνότερων προϊόντων. Ωστόσο, υπάρχει ακόμα ένα σημείο άξιο σχολιασμού. Εκτός από τις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη το Ταμείο κάνει λόγο και για επενδύσεις στις υποδομές. Όμως, για ποιο λόγο χρειάζονται νέες υποδομές αν δεν έχουν απαξιωθεί εξαιτίας της παλαιότητας τους ή της αύξησης της εμπορικής δραστηριότητας; Από μόνες τους οι επενδύσεις σε υποδομές χωρίς επαρκή οικονομική αιτιολόγηση το μόνο που κάνουν είναι ν’ αυξάνουν την περιουσία των ιδιοκτητών των κατασκευαστικών εταιρειών.

Η αύξηση της (οικονομικής) ανισότητας.      

Η τελευταία διαπίστωση του Δ.Ν.Τ. είναι η πλέον «πολιτική» απ’ όλες τις προηγούμενες. Επιπλέον, όπως θα δούμε, στην προέκταση της συνιστά την πλέον επίσημη και εμφατική αποδοχή του Τζόν Μέυναρντ Κέυνς. Το Δ.Ν.Τ. σημειώνει ότι η αύξηση της ανισότητας (οικονομικής και κοινωνικής) είναι μια μόνιμη επίπτωση της Κρίσης. Συνεπώς, το Δ.Ν.Τ. ανέμενε ότι η ανισότητα θα έβαινε μειούμενη όταν η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα έπαιρνε και πάλι την ανιούσα. Αυτό, όμως, δεν έγινε.  

Στη συνέχεια το Ταμείο διαπιστώνει ότι οι πλούσιοι (που κατά την διάρκεια της Κρίσης έγιναν πλουσιότεροι) αποταμιεύουν ή επενδύουν σε μη παραγωγικές επενδύσεις τα χρήματα τους παρά τα επανεπενδύουν σε παραγωγικές επενδύσεις. Το σημείο αυτό χρειάζεται κάποιο παραπάνω σχολιασμό.

Αν οι πλούσιοι επενδύουν τα λεφτά τους σε τραπεζικά προϊόντα, τότε είναι δουλειά των τραπεζών να τα επενδύσουν σε «παραγωγικές επενδύσεις». Αν, όμως, τα επενδύουν σε ακίνητα, πολύτιμες πέτρες, μετοχές και παράγωγα μετοχών σε χρυσό τότε οι τέτοιες επενδύσεις είναι αντιπαραγωγικές. Αυτό ήταν ένα από τα κύρια σημεία που επεσήμανε ο Κέυνς όταν επεσήμανε ότι τα λεφτά που ειδικά σε περιόδους ύφεσης δεν κατευθύνονται στην κατανάλωση δημιουργούν πρόβλημα στην Οικονομία (διάβαζε Οικονομική Δραστηριότητα).

Από την άλλη η τέτοια συμπεριφορά των πλουσίων δεν είναι ανεξήγητη ούτε και αδικαιολόγητη. Όπως και κάθε άλλος νοικοκύρης (με λιγότερα λεφτά στη διάθεση του) θησαυρίζουν/αποταμιεύουν τα λεφτά τους σε επενδύσεις των οποίων δύσκολα υποτιμάται η αξία στο πέρασμα του χρόνου. Αυτό πηγάζει τόσο από μια στοχευμένη οικονομικά απόφαση όσο και από μια ψυχολογικά αναμενόμενη εξέλιξη. Γι’ αυτό ΔΕΝ έχει νόημα κανείς να τους κατακρίνει.

Δημιουργούνται έτσι δύο νέα ζητήματα. Το ένα αφορά την ευθύνη της επαρκούς χρηματοδότησης της Οικονομικής Δραστηριότητας. Αν οι πλούσιοι δεν διαθέτουν τα πλεονάζοντα λεφτά τους σε «παραγωγικές» επενδύσεις, τότε το Κράτος θα πρέπει μέσω προγραμμάτων χρηματοδότησης όπως το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ν’ αναλάβει αυτό τον ρόλο.

Το άλλο άπτεται τόσο της Οικονομίας όσο και της Κοινωνίας. Είναι το ερώτημα: «Πόσα λεφτά είναι οικονομικά και κοινωνικά ανεκτό να κερδίζουν οι πλούσιοι από την επιχειρηματική τους δραστηριότητα; Πόσα λεφτά, τελικά, τους χρειάζονται για να ζήσουν άνετα χωρίς να στερούν πόρους από την Κοινωνία και να προκαλούν τον φθόνο των συμπολιτών τους;

Αφήνοντας στην άκρη τον περαιτέρω σχολιασμό και τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά έχει σημασία να καταγράψουμε τούτο: Όλες οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις του Δ.Ν.Τ. (και πολύ περισσότερο οι τελευταίες δύο) αποδεικνύουν ότι η Οικονομία (Οικονομική Δραστηριότητα) ΔΕΝ είναι αυτορρυθμιζόμενη όπως θέλουν να την εμφανίζουν οι Νέο-Φιλελεύθεροι. Ωστόσο, κάποιοι θα παρατηρήσουν ότι η αυτορρύθμιση της Οικονομίας απαιτεί χρόνο. Ακόμα κι έτσι πόση οικονομική και κοινωνική ζημιά θα πρέπει να γίνει (και να την αντέξουμε) μέχρι ν’ αυτορυθμιστεί η Οικονομία; Και αν η αυτορρύθμιση γίνεται σε βάθος χρόνου έχουν το δικαίωμα (καλύτερα μπορούν) οι κυβερνήσεις ν’ αφήνουν τα πράγματα στην τύχη τους; άλλως τε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε φορά που κινδυνεύουν οι τράπεζες προστρέχουν στο Κράτος για την (οικονομική) διάσωση τους. Είναι όπως σ ημειώνει το Δ.Ν.Τ. «πολύ μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν» (too big to fail).

20 Οκτώβρη 2018
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 4252 φορές