Βλαστήμησε (από μέσα του) και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι άλλο χωρίς σοβαρό αποτέλεσμα. Το μυαλό του αδυνατούσε να σκεφτεί κάτι άλλο από τ’ ανοιχτά μέτωπα που είχε. Έτσι επέλεγε να σκέφτεται μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο να το κάνει. Παρ’ όλα αυτά (ίσως και εξαιτίας τους) προσπαθούσε να βρει κάτι απ’ αυτά που σ’ όλους τους άλλους έδινα έστω και λίγη χαρά αποσπώντας τους από τις έγνοιες τους. Αλλοίμονο, δεν τα κατάφερνε. Ο λογισμός του δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τα προβλήματα. Το χειρότερο ήταν ότι μέχρι τώρα δεν είχε την αναγκαία πληροφόρηση για να εκτιμήσει πλήρως τι τον περίμενε το 2019.
Βλαστήμησε χαμηλόφωνα. Κοίταξε το ρολόι του. Αν και η ώρα είχε περάσει αυτός δεν είχε όρεξη για τίποτα. Αν μπορούσε θα ήθελε να επέστρεφε στην ηλικία που ήταν παιδί. Τότε που αν και οι εποχές ήταν δύσκολες, τα προβλήματα ωστόσο ήταν λιγότερα. Τότε που δεν είχε ξεκινήσει την καριέρα (που ωστόσο την είχε ονειρευτεί, γιατί χωρίς φιλοδοξία δεν κάνεις τίποτα «μεγάλο»). Όσο κι αν το επιθυμούσε δεν γινόταν. Μόνο στα όνειρα του μπορούσε να ξαναζήσει εκείνη την περίοδο.
Ξαφνικά ένοιωσε τα βλέφαρα του να κλείνουν και τα μέλη του βαριά. Νύσταζε. Νύσταζε πολύ. Νύσταζε τόσο που θα μπορούσε να κοιμηθεί επιτόπου. Το τελευταίο που θυμάται να κάνει ήταν να παρακαλά (ή μήπως να προσεύχεται;) στον Μορφέα να τον πάρει ένας γλυκός χωρίς άσχημα όνειρα ύπνος.
…
Ξύπνησε νοιώθοντας το κεφάλι του βαρύ. Θα έπρεπε να έχει κοιμηθεί για ώρες. Κοίταξε βαριεστημένα το ρολόι του. Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα από την προηγούμενη φορά που το είχε ξανακοιτάξει. Για μια ακόμα φορά τ’ όνειρο δεν ήταν καλό. Μια λέξη του φαινόταν να έχει «καρφωθεί» στο μυαλό του: «τίσις». Κάπου την είχε ακούσει αλλά δεν ήταν και σίγουρος. Σηκώθηκε από την καρέκλα, έριξε λίγο νερό στα μούτρα του να ξυπνήσει και ξεκίνησε για το γραφείο. Είχε κάποια υπεραστικά τηλεφωνήματα να κάνει.
03 Γενάρη 2018
«πανταχού παρόντες».