Διαβάσαμε στο διαδίκτυο την είδηση σχετικά με την αγωγής αποζημίωσης που κατατέθηκε στις Η.Π.Α. και με την οποία ζητείται από την Κίνα το ποσό των 20.000.000.000.000$ ή 20 τρισεκατομμύρια Δολάρια (βλέπε εδώ). Το ποσό αυτό είναι μεγαλύτερο από το συνολικό Α.Ε.Π. της Κίνας.
Η κατάθεση αυτής της αγωγής (και ενδεχομένως και άλλων) δημιουργεί δύο ειδών ζητήματα: νομικά και οικονομικά.
Από νομικής άποψης το μόνο που έχει νόημα να σχολιαστεί εδώ είναι πως η αγωγή θα εκδικαστεί στις Η.Π.Α. και πως η απόφαση της θα δοκιμάσει τις αντοχές του συστήματος διεθνών σχέσεων. Και δεδομένου του ηγετικού ρόλου που επιφυλάσσει στον εαυτό της η Κίνα στην περιοχή της Νοτιο-Ανατολικής Ασίας τα πράγματα μόνον εύκολα δεν θα είναι. Καθώς, όμως, η νομική πλευρά του ζητήματος είναι περίπλοκη ας δούμε την οικονομική.
Από οικονομικής άποψης το ζήτημα ξεκινά στην περίπτωση που δικαιωθούν οι ενάγοντες και η Κίνα οφείλει να τους αποζημιώσει.
Είναι δεδομένο ότι πρώτα σε προτίμηση έρχονται τα μετρητά. Ακολουθούν οι «κινητές αξίες» όπως τα ομόλογα (κρατικά και εταιρικά) και οι μετοχές. Οι τελευταίες συνδέονται και με την ιδιοκτησία των εταιρειών.
Παίρνουμε ως δεδομένο ότι η Κίνα ΔΕΝ έχει όλα τα λεφτά σε μετρητά. Επίσης, θεωρούμε ότι το ποσό της αποζημίωσης πρέπει να καταβληθεί με τη μια (εφ’ άπαξ).
Στην περίπτωση αυτή εκτός των όποιων μετρητών η Κίνα θα πρέπει να εκχωρήσει κρατικά ομόλογα άλλων χωρών (γιατί τα εταιρικά δύσκολα θ’ αποπληρωθούν με βάση τους όρους έκδοσης τους) για το υπόλοιπο της αποζημίωσης. Γνωρίζουμε ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων που έχει στα χέρια της η Κίνα είναι των Η.Π.Α. Τα ομόλογα αυτά οι ενάγοντες (και δικαιούχοι πλέον της αποζημίωσης) μπορούν είτε να τα μετατρέψουν σε μετρητά (οπότε ίσως απαιτηθεί από την FED η έκδοση νέου χρήματος) είτε να χρησιμοποιηθούν ως εγγύηση για την χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους (ή/και την αποπληρωμή δικών τους οφειλών). Αν εκδοθεί νέο χρήμα για την εξόφληση των ομολόγων, τότε η ποσότητα αυτή προκαλεί πληθωρισμό μειώνοντας την αξία του ήδη κυκλοφορούντος χρήματος. Στην περίπτωση που τα ομόλογα χρησιμοποιηθούν ως εγγύηση το αποτέλεσμα από δημοσιονομικής άποψης είναι ουδέτερο. Το πιθανότερο είναι τα ομόλογα αυτά να κατατεθούν απλά σε κάποιους λογαριασμούς με την πίστωση αυτή να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη.
Έχοντας μέχρι τώρα οι ενάγοντες μας εισπράξει μετρητά (τα οποία αν είναι Δολάρια θ’ αυξήσουν τον όγκο του χρήματος που κυκλοφορεί στις Η.Π.Α.) και «κινητές αξίες» (δηλαδή, κρατικά ομόλογα) στην περίπτωση που δεν έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί θα πρέπει να στραφούν σε κατάσχεση εσόδων εταιρειών Κινεζικής ιδιοκτησίας.
Εδώ το ζήτημα κινείται σε δύο άξονες: τον νομικό και τον οικονομικό.
Από νομικής άποψης η κατάσχεση εταιρειών Κινεζικών συμφερόντων θυμίζει την διαπραγμάτευση (και πληρωμή) των Γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων μετά τον Α’ Π.Π. Το συγκεκριμένο ζήτημα (μεταξύ άλλων) διαπραγματεύτηκε ο Τζών Μέυναρντ Κέυνς στο βιβλίο του «Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης», ο οποίος ήταν μέλος της Αγγλικής Επιτροπής στις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα στις Βερσαλίες.
Από οικονομικής τα πράγματα είναι και απλά μα ταυτόχρονα και πολύπλοκα.
Κατ’ αρχάς οποιοσδήποτε αναζητά την πληρωμή μιας απαίτησης του έχει σε καιρούς ύφεσης μια αλλεργία στα ακίνητα και γενικά στην ιδιοκτησία. Η εξήγηση είναι απλή: Η κατοχή ακινήτου σημαίνει αρκετά έξοδα συντήρησης προτού δοθεί η ευκαιρία να πωληθεί σε μια «καλή» τιμή. Επιπλέον, σε περιόδους ύφεσης η ονομαστική-αντικειμενική αξία των ακινήτων είναι μεγαλύτερη της αγοραίας. Την ίδια αλλεργία εκδήλωσε και το Ελληνικό Δημόσιο όταν απέφευγε «σαν ο Διάολος το λιβάνι» την κατάσχεση ακινήτων για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του σε βάρος οφειλετών.
Έτσι, η πιο λογική κίνηση είναι η κατάσχεση μέρους των εσόδων των Κινεζικών εταιρειών (ίσως με την έκδοση εταιρικών ομολόγων που θα κατέχουν οι ενάγοντες) και όχι των ίδιων των εταιρειών▪ μιας και η κατοχή των ίδιων των εταιρειών θα τους ενέπλεκε με τα προβλήματα διοίκησης τους και θα τους έβαζε σε έξοδα (ενώ αυτοί θέλουν μόνο έσοδα).
Ας θεωρήσουμε, όμως, για μια στιγμή πως οι ενάγοντες και δικαιούχοι της αποζημίωσης κατάσχουν τις ίδιες τις εταιρείες. Η επιλογή αυτή αν και ενδιαφέρουσα θα ήταν γι’ αυτούς καταστροφική. Να γιατί:
Έστω ότι κατάσχουν την COSCO, η οποία στην ουσία αποτελεί έναν όμιλο εταιρειών με εξαγωγικό προσανατολισμό. Τμήμα της COSCO είναι και ο Ο.Λ.Π., ο οποίος έχει αξία για την Κινεζική εταιρεία στον βαθμό που αυτή έχει επιλέξει την Ελλάδα ως «πύλη εισόδου» για την Ευρωπαϊκή Αγορά. Αν η COSCO περάσει στην κατοχή των Αμερικανών που επιζητούν αποζημίωση τότε, αυτοί θα πρέπει να λαμβάνουν τις αποφάσεις για το εξαγωγικό εμπόριο της Κίνας (προκειμένου να βγάζουν λεφτά και να εισπράξουν την αποζημίωση).
Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι οι Αμερικανοί θα πάρουν πίσω τις βιομηχανίες (κυρίως χαλυβουργίες) που οι συμπατριώτες τους πούλησαν στους Κινέζους και αυτοί αποσυναρμολογώντας τες τις επανασυναρμολόγησαν στην Κίνα. Μια τέτοια κίνηση δεν έχει λογική παρά μόνο στην περίπτωση που η Κυβέρνηση των Η.Π.Α. σκοπεύει να επιδοτήσει τη λειτουργία τους. Γιατί οι λόγοι που οδήγησαν στην απόφαση της πώλησης τους δεν έχουν αλλάξει. Συν τοις άλλοις υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δίνουν αξία στο «συγκριτικό πλεονέκτημα» του Ρικάρντο.
Δεδομένων του ύψους του ποσού και της αλλεργίας των επισπευδόντων στην κατοχή ακινήτων (και εταιρειών), αλλά και της αδυναμίας να πληρωθεί η αποζημίωση εφ’ άπαξ πρέπει να θεωρείται (αν μπορεί πολιτικά και στρατιωτικά να επιβληθεί) σίγουρη μια Διεθνής Οικονομική Επιτροπεία. Μια Δ.Ο.Ε. επί της ουσίας ίδια και απαράλλακτη (σε σύγχρονη όμως έκδοση) μ’ αυτή που επιβλήθηκε μετά τον Πόλεμο του 1897 στην Ελλάδα και υφίστατο μέχρι την δεκαετία του 1970.
Στο σημείο, όμως, αυτό η επιστροφή στις «Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης» (εκδοτικό μπέστ σέλλερ της εποχής που αυτομάτως μεταφράστηκε σε 14 γλώσσες) του Κέυνς είναι απολύτως απαραίτητη. Ιδίως η προειδοποίηση του για το ποσό και την δυνατότητα της Γερμανίας να το εξοφλήσει σε συνάρτηση με τις συνέπειες στην οικονομία και το φρόνημα της Γερμανίας θυμίζουν τον αγώνα επικράτησης της Λογικής απέναντι στο Συναίσθημα (8 στις 10 χάνει). Όταν ο Κέυνς προειδοποιούσε για όσα μπορούσαν να πάνε στραβά και (τελικά) πήγαν οδηγώντας στον Β’ Π.Π. δεν το έκανε ως μάντης, αλλά ως οικονομολόγος που έβλεπε το ζήτημα αντικειμενικά. Πόσοι σήμερα σε «θέσεις ευθύνης» μπορούν να κάνουν το ίδιο;
Η πορεία των διαπραγματεύσεων για την πληρωμή της αποζημίωσης (αν και όταν φτάσουμε ως εκεί) θ’ αποδείξει αν ο Κέυνς έγινε κατανοητός στους επιγόνους του. Μέχρι τότε μπορούμε μόνο να ελπίζουμε πως έγινε.
11 Απρίλη 2020
«πανταχού παρών 1».