Η είσοδος στην παγκόσμια αγορά μεγάλων σε πληθυσμό χωρών όπως η Κίνα και η ομογενοποίηση των κοινωνικών και κατ’ επέκταση καταναλωτικών προτύπων όσων πλούτιζαν, οδήγησε κάποιες Ευρωπαϊκές ομάδες σε μια πρωτόγνωρη παγκόσμια αναγνώριση εκτινάσσοντας τα χορηγικά-διαφημιστικά και τηλεοπτικά τους έσοδα. Μαζί με τις ομάδες αυτές και τα τηλεοπτικά δικαιώματα των πρωταθλημάτων στα οποία αυτές συμμετείχαν συμπαρασύρθηκαν σε άνοδο. Στο κάτω-κάτω για να δεις την Ρεάλ και την Μάντσεστερ θα πρέπει ν’ αγοράσεις τα δικαιώματα των πρωταθλημάτων τους.
Όλο αυτό μπορούσε να λειτουργεί (και λειτουργούσε όντως) όσο το χρήμα ήταν «φθηνό». Όσο, δηλαδή, τα επιτόκια δανεισμού ήταν χαμηλά αντανακλώντας έτσι την πληθώρα χρήματος που κινδύνευε να μείνει ανενεργό (γι’ αυτό και δανειζόταν φθηνά, με την λογική πως τα μικρά κέρδη είναι προτιμότερα από καθόλου). Το κύκλωμα λειτουργούσε μάλλον απλά: οι εταιρείες αύξαναν την διαφημιστική τους δαπάνη στα ποδοσφαιρικά παιχνίδια γιατί με βάση την εμπειρία και τις προβλέψεις τους μπορούσαν να υπολογίζουν πως οι τράπεζες θα συνέχιζαν αν χορηγούν χαμηλότοκα καταναλωτικά δάνεια (τα οποία μπορούσαν να αναχρηματοδοτηθούν με νέα χαμηλότοκα δάνεια).
Όσο οι οικονομικές συνθήκες επέβαλαν χαμηλά επιτόκια δανεισμού υπήρχε η εντύπωση στους διαφημιζόμενους στο ποδόσφαιρο πως οι ομάδες στις οποίες διαφημίζονταν παρήγαγαν γι’ αυτούς οικονομική υπεραξία (αύξηση των πωλήσεων και άρα των κερδών τους). Στην ουσία αυτό είτε δεν ίσχυε, είτε αν ίσχυε αυτό δεν συνέβαινε στον βαθμό που θα ήθελαν οι ομάδες και οι διαφημιζόμενοι. Αν η διαφήμιση είναι ένα κόστος που το πληρώνουν αποκλειστικά οι διαφημιζόμενες εταιρείες, τα τηλεοπτικά δικαιώματα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Έστω, ότι μια ομάδα του μεγέθους της Ρεάλ θεωρεί πως για να την βλέπουν στην Ισπανία πρέπει να εισπράξει ένα ποσό ΧΧΧ. Ο τηλεοπτικός πάροχος που θ’ αγοράσει τα παιχνίδια της προσβλέπει για να πληρώσει το συμβόλαιο της σ’ έσοδα τόσο από χορηγίες-διαφημίσεις όσο και από συνδρομές, τις οποίες θα πληρώσουν βασικά οι οπαδοί της. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο ποσοστό του ποσού που θα εισπράξει η Ρεάλ πρέπει να προέλθει (και να πληρωθεί) από τις πωλήσεις συνδρομών σε οπαδούς της. Τελικά, όλα κρίνονται από την οικονομική κατάσταση των οπαδών της ομάδας (οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν τα λεφτά που ζητά η ομάδα τους για τα τηλεοπτικά δικαιώματα της).
Είναι λογικό να περιμένουμε πως τα τηλεοπτικά έσοδα θ’ ακολουθήσουν δραματικά πτωτική πορεία σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, όταν αυξάνεται η ανεργία και μειώνονται οι μισθοί. Ακόμη περισσότερο όταν οι ομάδες ΔΕΝ παράγουν από οικονομική άποψη απολύτως τίποτα για τις επιχειρήσεις της (κακώς αποκαλούμενης από κάποιους) «πραγματικής οικονομίας». Αυτό το τελευταίο γίνεται ξεκάθαρο αν συλλογιστούμε πως στο παρελθόν και μέχρι την «αναβάθμιση» του Ελληνικού Ποδοσφαίρου σε «επαγγελματικό» ασχολούνταν μ’ αυτό πλούσιοι επιχειρηματίες υπό τον τύπο του «χόμπι». Έφτιαχναν (ή προσπαθούσαν να φτιάξουν) δυνατές ομάδες όχι για να επενδύσουν (αν δεν παράγεις κάτι δεν νοείται «επένδυση») αλλά για την υστεροφημία και την επίδειξη τους μέσω της αποδοχής από τους οπαδούς της ομάδας. Γι’ αυτό και μέχρι την «επαγγελματοποίηση» (και για χρόνια μετά) του ποδοσφαίρου χάνονταν περιουσίες από την ενασχόληση μ’ αυτό. Στη συνέχεια η συνεχής «επαγγελματοποίηση» σε συνδυασμό με τη συνειδητοποίηση ότι σε συνεργασία με άλλες «μεγάλες ομάδες» μπορούσαν να στηθούν ακριβές οικονομικές συμφωνίες οδήγησαν σε από κάθε άποψη απίστευτου ύψους οικονομικές συναλλαγές, οι οποίες ήταν και είναι οικονομικά και κοινωνικά αδικαιολόγητες.
Φυσικά, όλο αυτό είχε ένα «ταβάνι». Φυσικά, ήταν αναμενόμενο κάθε τόσο να εμφανίζονται αθετήσεις των τηλεοπτικών συμβολαίων. Αυτές, όμως, συνέβαιναν σποραδικά και τοπικά. Έτσι, κάθε άλλο αντιμετωπίζονταν ως παθογένειες του συστήματος και σε κάθε περίπτωση δεν ανησυχούσαν τους υπόλοιπους. Η αθέτηση της οικονομικής συμφωνίας για τα τηλεοπτικά δικαιώματα στην Γερμανία την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα δεν δημιούργησε τότε ιδιαίτερες ανησυχίες. Στο κάτω-κάτω τόσο οι εσωτερικές οικονομικές συνθήκες όσο και ο εξαγωγικός προσανατολισμός της χώρας δεν δικαιολογούσαν ιδιαίτερο προβληματισμό.
Σήμερα, όμως, εν μέσω της «πανδημίας του κορονοϊού» και χωρίς να έχει συνέλθει η παγκόσμια οικονομία από την Ύφεση η περίπτωση της Γαλλίας είναι πολύ περισσότερο ανησυχητική (βλέπε εδώ). Είναι παράλογο να περιμένουν οι ομάδες να εκπληρωθούν στο ακέραιο τα τηλεοπτικά τους συμβόλαια όταν η οικονομική δραστηριότητα κάθε χώρας έχει μειωθεί στα απολύτως βασικά. Ακόμη περισσότερο που η «πανδημία του κορονοϊού» έχει αποκαλύψει τον μεγάλο ρόλο του Τουρισμού στην οικονομία κάθε χώρας (άρα και των εσόδων των πολιτών-καταναλωτών).
Ακόμα και αν με κάποιο μαγικό τρόπο μπορούσαν να εκπληρωθούν στο ακέραιο φέτος και του χρόνου τα τηλεοπτικά συμβόλαια, είναι απολύτως σίγουρο ότι τα επόμενα χρόνια θ’ ακολουθήσουν μειώσεις. Μειώσεις οι οποίες θα είναι μεγαλύτερες για τις «μεγάλες ομάδες» του Ευρωπαϊκού Ποδοσφαίρου. Όση, όμως, και να είναι η μείωση πάλι τα λεφτά των τηλεοπτικών συμβολαίων (ειδικά των «μεγάλων ομάδων») θα είναι υπερβολικά πολλά. Γιατί, όπως σημειώθηκε και παραπάνω στα πλαίσια της «πραγματικής οικονομίας» οι ομάδες ΔΕΝ παράγουν απολύτως τίποτα. Ακόμη και να τις θεωρήσουμε ως «επιχειρήσεις παροχής θεάματος» και πάλι η συνολική τους συνεισφορά είναι μηδενική, γιατί η χαρά του οπαδού της μιας ομάδας σημαίνει την λύπη του οπαδού της άλλης▪ την ίδια στιγμή που μια θεατρική, μουσική, κινηματογραφική και κάθε είδους παράσταση μπορεί να προσφέρει χαρά ή/και ικανοποίηση σ’ όλους τους θεατές.
Για να το «κάνω ψιλά» θα χρησιμοποιήσω το εξής παράδειγμα:
Ποιο είναι το οικονομικό αποτέλεσμα για την «πραγματική οικονομία» την επαύριο ενός ντέρμπι; Ας υποθέσουμε ότι και οι δύο ομάδες έχουν τον ίδιο αριθμό οπαδών και πως στο ντέρμπι νίκησε η μία ενώ η ηττημένη είχε αρκετές ευκαιρίες να νικήσει εκείνη. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως η καλύτερη λόγω της νίκης ψυχολογία των οπαδών της μιας θ’ αύξανε για κάποιο διάστημα την παραγωγικότητα και την κατανάλωση τους. Προφανώς, το αντίστροφο θα ισχύει για τους οπαδούς της χαμένης ομάδας.
Έτσι, το άμεσο και εύκολα μετρήσιμο αποτύπωμα ενός ντέρμπι στην «πραγματική οικονομία» περιορίζεται στην αυξημένη κατανάλωση πέριξ της περιοχής που έλαβε χώρα το ντέρμπι και η οποία προκλήθηκε από την αθρόα προσέλευση των οπαδών που το παρακολούθησαν. Παρόμοια επίδραση θα υπήρξε και κατά τόπους όπου μαζεύτηκαν οπαδοί και των δύο ομάδων για να παρακολουθήσουν τον αγώνα. Στα προηγούμενα θα πρέπει να προσθέσουμε και τα λεφτά που ξοδεύτηκαν σε είδη με το σήμα της γηπεδούχου με αφορμή την επίσκεψη των οπαδών της στο γήπεδο για τον αγώνα. Τα έσοδα από το στοίχημα (στον βαθμό που μπορεί το Κράτος να τα εντοπίσει) είναι ενδεχομένως σημαντικά, αλλά ταυτόχρονα λόγω της τζογαδόρικης προέλευσης τους όχι και επιθυμητά από κοινωνική σκοπιά.
Ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε πως λειτουργεί οικονομικά ο «επαγγελματικός αθλητισμός» ως σύστημα είναι το τροπικό δάσος. Το γεγονός ότι σ’ ένα τροπικό δάσος τα δέντρα είναι τόσο ψηλά και πυκνά που δεν αφήνουν το φως να διεισδύσει δεν οφείλεται στο πολύ γόνιμο έδαφος. Το αντίθετο μάλιστα. Το έδαφος σ’ ένα τροπικό δάσος είναι λίγο γόνιμο και σε περίπτωση που θέλουμε να το καλλιεργήσουμε (αφού το αποψιλώσουμε) πρέπει να το λιπάνουμε. Τότε, γιατί τα δέντρα ψηλώνουν τόσο; Η απάντηση είναι ο μεταξύ τους ανταγωνισμός για το φως. Ψηλώνουν για να έχουν όσο γίνεται περισσότερο δικό τους φως. Μέσω του ανταγωνισμού τους για το φως και της επένδυσης όλων τους των πόρων στο ψήλωμα δημιουργούν ως παραπροϊόν τις κλιματικές συνθήκες που προκαλούν αυξημένη υγρασία (η οποία οδηγεί σ’ έκρηξη της βλάστησης).
Αν σκεφτείτε με βάση το παραπάνω παράδειγμα όλο αυτό το οικονομικό αλισβερίσι μεταξύ των ομάδων για την αγοραπωλησία των παικτών, θα καταλάβετε για ποιο λόγο οι τιμές είναι τόσο αδικαιολόγητα υψηλές. Προσθέστε, ακόμη, το γεγονός ότι παρά τα πολλά λεφτά που μπορεί να έχουν πληρωθεί για έναν παίκτη το τελικό αποτέλεσμα που θα επιθυμούσε απ’ αυτόν η ομάδα του ΔΕΝ είναι αποκλειστικά στο δικό του χέρι και πως όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που εμπλέκονται πολλοί υπάρχει ένας μεγάλος βαθμός αβεβαιότητας σχετικά μ’ αυτό. Αν το καλοσκεφτείτε δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες εταιρείες στον κόσμο που να δραστηριοποιούνται στην «πραγματική οικονομία» οι οποίες να δέχονταν ν’ αναλάβουν τα ίδια ρίσκα με τις ποδοσφαιρικές εταιρείες πληρώνοντας τα ποσά που αυτές πληρώνουν. Επιπλέον, όσες θα το έκαναν θα επιχειρούσαν με κάθε τρόπο να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις να μονοπωλήσουν για τους εαυτούς τους την αγορά (όπως ήδη επιχειρούν να κάνουν οι «μεγάλες ομάδες» της Ευρώπης).
Ακόμη και μετά τα οικονομικά προβλήματα στην Γαλλία λίγοι θα πάρουν το μήνυμα, είτε γιατί νομίζουν ότι τα προβλήματα των Γάλλων δεν τους αφορούν, είτε πολύ απλά γιατί όπως γράφει ο Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό»:
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙
σαν έρθει ο θέρος
προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Μόνον όταν αντίστοιχα οικονομικά προβλήματα με τα τηλεοπτικά συμβόλαια προκύψουν σε Ιταλία, Ισπανία, Αγγλία και Γερμανία (ξανά) θα συνειδητοποιήσουν πως κάτι δεν πάει καλά σε δομικό επίπεδο. Το καλό τόσο για το ίδιο το ποδόσφαιρο όσο και για την Κοινωνία θα ήταν αυτό να γινόταν ταυτόχρονα έτσι ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να μην λάβουν το μήνυμα. Κάποτε θα πρέπει να καταλάβουμε πως ο επαγγελματικός αθλητισμός ΔΕΝ είναι η πιο σημαντική κοινωνική εκδήλωση. Για την ακρίβεια δεν είναι καν «κοινωνική εκδήλωση» η υποστήριξη ενός μονομάχου (εναντίον κάποιου άλλου) σε μια αρένα. Γιατί τα γήπεδα είναι στην πραγματικότητα οι αρένες των Ρωμαίων. Όχι μόνο γιατί έτσι τις αποκαλούμε στ’ Αγγλικά (άρα διεθνώς), αλλά και επιπλέον γιατί έχουν το ίδιο σχήμα.
Σημείωση: Η φωτογραφία του κειμένου πρόερχεται από άρθρο για τις τηλεοπτικές ποδοσφαιρικές μεταδόσεις του www.efsyn.gr.
19 Δεκέμβρη 2020
«πανταχού παρών 1».