Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Α’).

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Α’).

Ο βασικός σκοπός αυτής της θεωρητικής μας σειράς είναι κατ’ αρχάς η εξοικείωση με την λειτουργία της οικονομίας ως μηχανισμό η οποία θα μας οδηγήσει μέσω της κατανόησης μας γι’ αυτή στην συνειδητοποίηση της θέσης μας (της σημασίας και του ρόλου μας) στην οικονομική πραγματικότητα. Απώτερος στόχος (αλλά εξίσου βασικός) είναι να βοηθηθούμε στην επιλογή του νέου οικονομικού μοντέλου που πρέπει να διεκδικήσουμε και το οποίο θα πρέπει ν’ αντικαταστήσει το υπάρχον πλήρως αποτυχημένο μοντέλο οικονομικής δραστηριότητας. Ακόμη και αν αυτό φαίνεται «Δονκιχωτικό» ωστόσο είναι εφικτό αρκεί να συντονίσουμε την δράση μας. Ενώ ο συντονισμός αυτός επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της πολιτικής πίεσης, ωστόσο το εργαλείο της αλλαγής (το μέσον) είναι η ίδια η κοινωνία (δηλαδή εμείς).

Στο πλαίσιο αυτό έγινε προσπάθεια να ειδωθεί και αναλυθεί τόσο η οικονομική πραγματικότητα όσο και ο αναγκαίος οικονομικός μετασχηματισμός από την οπτική της Κοινωνιολογίας.

Συνεχίζοντας στο μονοπάτι αυτό σήμερα θ’ ασχοληθούμε με τις θεωρητικές βάσεις των δύο αντιμαχόμενων τάσεων σχετικά με τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας. Θα ξεκινήσουμε από τις απόψεις με τις οποίες γίνεται προσπάθεια να οδηγηθούμε στην πλήρη απελευθέρωση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της δημιουργίας ενός μικρότερου κράτους, το οποίο εξαιτίας του μικρότερου μεγέθους του θα είναι (υποτίθεται) και πιό αποτελεσματικό.

 

Η νέο-Φιλελεύθερη σχολή ή αλλιώς η «Σχολή του Σικάγο».

Με τον όρο «Σχολή του Σικάγο» εννοούμε τους οικονομολόγους που δίδαξαν στο πανεπιστήμιο του Σικάγο και οι οποίοι πιστεύουν στην θεωρία του «μονεταρισμού». Σημειώνουμε εδώ ότι η θεωρία αυτή έχει οπαδούς και σε άλλα Αμερικάνικα (και όχι μόνο) πανεπιστήμια, ενώ δεν την ενστερνίζονται όλοι οι οικονομολόγοι που δίδαξαν (και διδάσκουν) στο πανεπιστήμιο του Σικάγο.

Εν συντομία (γιατί μας ενδιαφέρει εδώ η ιδεολογική της βάση περισσότερο) η θεωρία του μονεταρισμού (ή αλλιώς η μονεταριστική θεωρία) επιβάλει την χρήση των επιτοκίων (ρύθμιση του ύψους τους) ως μηχανισμού με τον οποίο το κράτος ελέγχει την κυκλοφορία του χρήματος. Μέσω της αύξησης ή της μείωσης των επιτοκίων με τα οποία το κράτος δανείζεται (εκδίδοντας ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια) αυξάνει ή μειώνει αντίστοιχα την ποσότητα του χρήματος που είναι διαθέσιμη κάθε στιγμή στην αγορά. Εκτός από τον καθορισμό των επιτοκίων το κράτος έχει στη διάθεση του και το «όπλο» της κοπής νέου χρήματος, ο οποίος είναι ένας ακόμη τρόπος για να δανείζεται από τους πολίτες του και τις «αγορές».

Θεωρητικά αν τεθούν κάποιοι στόχοι (κυρίως ως πρός το ύψος του πληθωρισμού) από το κράτος στην κεντρική κατά περίπτωση τράπεζα στην οποία το ίδιο το κράτος έχει εκχωρήσει το δικαίωμα κοπής χρήματος (εκδοτικό προνόμιο) και η οποία παρακολουθεί την εξέλιξη των βασικών οικονομικών μεγεθών, η αναπροσαρμογή των επιτοκίων γίνεται «αυτόματα». Η μεν κεντρική τράπεζα ρυθμίζει τα διατραπεζικά επιτόκια (αυτά με τα οποία δανείζει τις εμπορικές τράπεζες, αλλά και με τα οποία αυτές δανείζονται μεταξύ τους), ενώ το κράτος ρυθμίζει τα επιτόκια των ομολόγων και εντόκων γραμματίων (και αναλόγως της χώρας και την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί). Ο παραπάνω μηχανισμός παρότι μπορεί να φαίνεται ότι παρέχει στα κράτη μεγάλα περιθώρια ελιγμών, αλλά στην πράξη δεν είναι έτσι. Τα όρια που από την πράξη επιβάλλονται στην λειτουργία του σχετίζονται με την αξία που έχει το νόμισμα σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα που κυκλοφορούν παγκοσμίως. Αν ως αποτέλεσμα του μεγάλου όγκου του χρήματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία η αξία του μειωθεί κάτω από ένα όριο που οι δανειστές θεωρούν εύλογο, αυτό θα οδηγήσει αυτόματα σε άνοδο του επιτοκίου δανεισμού. Στο παρελθόν έγινε προσπάθεια να λυθεί το ζήτημα αυτό (η κυκλοφορία χαρτονομισμάτων στην ουσία) μέσω του «κανόνα του χρυσού» (ή του αργύρου αντίστοιχα). Αυτό σήμαινε ότι κάθε μιά μονάδα ενός εθνικού νομίσματος αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού η ασημιού. Όταν αυτός ο κανόνας έγινε πολύ δεσμευτικός για τα κράτη, τα οποία επιθυμούσαν να κρατούν ικανοποιημένους τους πολίτες τους (αλλά και την άρχουσα τάξη), ο κανόνας αυτός εγκαταλείφθηκε σταδιακά.

Ως ηγέτης της «Σχολής του Σικάγο» θεωρείται ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν ο οποίος μέσω του βιβλίου του «Καπιταλισμός και Ελευθερία» (α’ έκδοση το 1962) έθεσε τις θεωρητικές βάσεις στίς οποίες «πάτησαν» (και «πατάνε» ακόμα) όσοι επιδιώκουν (δήθεν) για λόγους «αρχής» την κατάργηση όλων των περιορισμών, ρυθμίσεων και ελέγχων στην οικονομική δραστηριότητα. Ακολούθως θα προβούμε σε μιά σύντομη παρουσίαση των αρχών που περιέχονται στο βιβλίο καθώς και σε σχολιασμό τους.

Ο Φρίντμαν αυτοχαρακτηρίζεται ως Φιλελεύθερος. Θεωρεί δηλαδή τον εαυτό του ως συνεχιστή (εκτός από οπαδό) της φιλοσοφικής σχολής η οποία προτάσσει ως υπέρτατο ιδανικό για το οποίο αξίζει να παλεύει κανείς την Ελευθερία. Όπως θα δούμε παρακάτω αυτό στον χώρο της οικονομίας μετουσιώνεται στο περίφημο laissez-faire. Βέβαια η Ελευθερία είναι σαν το οξυγόνο, το οποίο σε καθαρή μορφή είναι δηλητήριο και σκοτώνει ακαριαία. Αυτό όμως είναι κάτι το οποίο οι οπαδοί του οικονομικού Φιλελευθερισμού προτιμούν ν’ αγνοούν.

Η ουσία και η βάση της επιχειρηματολογίας είναι η έννοια της Ελευθερίας. Μπορεί να φαίνεται στους περισσότερους ανούσιο ή στην καλύτερη των περιπτώσεων τόσο σημαντικό όσο τα θέματα των «διαλόγων» του Πλάτωνα, ωστόσο σε ιδεολογικό επίπεδο έχει σημασία. Αν η Ελευθερία είναι ιδανικό, τότε θα είναι σκοπός (θα την επιδιώκουμε) αφ’ εαυτής (για την αξία που έχει η ίδια). Δεχόμαστε ωστόσο όλοι μας ότι την επιδιώκουμε γιατί μέσω αυτής μπορούμε να καταφέρουμε ευκολότερα όσα θεωρούμε σημαντικά στη ζωή μας. Επίσης η Ελευθερία καθίσταται πρόβλημα όταν η χρήση της δεν περιορίζεται (ρυθμίζεται) καταντώντας ασυδοσία. Δεχόμενοι ωστόσο όλα τα παραπάνω, κυρίως όμως την ανάγκη της ρύθμισης (η Ελευθερία μας σταματά εκεί που αρχίζει η Ελευθερία του άλλου) καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Ελευθερία δεν είναι ιδανικό αλλά μέσο (όργανο), δηλαδή «εργαλείο».

Αν όμως η Ελευθερία δεν είναι ιδανικό, αλλά αντίθετα είναι το εργαλείο (μέσο) για κάτι άλλο (προφανώς ένα ιδανικό) τότε ποιό είναι αυτό; Σύμφωνα με τα παραπάνω, αλλά όπως προκύπτει και από το βιβλίο του Φρίντμαν, το ιδανικό αυτό είναι η κοινωνική συμβίωση και μάλιστα αυτή που έχει τα λιγότερα προβλήματα και δυσκολίες. Υποτίθεται δηλαδή ότι μιά Ελεύθερη κοινωνία είναι ουσιωδώς «καλύτερη» και άρα «ανώτερη» από κάθε άλλο τύπο κοινωνίας. Έτσι αν υπάρχουν ολιγαρχικές, αυταρχικές, αριστοκρατικές ή/και συγκεντρωτικές κοινωνίες όλες τους υπο-λειτουργούν συγκρινόμενες με την Ελεύθερη. Είναι το μόνο πεδίο στο οποίο ένας Φιλελεύθερος δέχεται την παρέμβαση του Κράτους ως ρυθμιστή.

Προτού συνεχίσουμε πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι κεντρικός πυρήνας της επιχειρηματολογίας κάθε Φιλελεύθερου είναι ότι:

  • Δεν αναγνωρίζεται ως νόμιμος κανένας περιορισμός στις διαπροσωπικές σχέσεις (παρά μόνο για όσους είναι είτε ανήλικοι, είτε δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους π.χ. τρελοί). Συνεπεία της θέσης αυτής ο Φρίντμαν υποστήριζε τους ελεύθερους γάμους μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου.
  • Η ατομική πρωτοβουλία είναι η κινητήρια δύναμη, αν και αναγνωρίζεται η οικογένεια (άρα και η σημασία της) σαν η μικρότερη κοινωνική (και καταναλωτική) μονάδα.
  • Συνέπεια της προηγούμενης θέσης και της πλήρους ελευθερίας στην οικονομική δραστηριότητα είναι η ατομική ευθύνη του καθενός μας για ότι του συμβαίνει. Το κράτος δεν είναι εν τέλει «υποχρεωμένο» να περιθάλψει κάποιον που ήταν ελεύθερος να κανονίζει τη ζωή του όπως επιθυμούσε. («Άσε με να κάνω λάθος»).
  • Ο Φιλελεύθερος διακρίνει αυστηρά ανάμεσα σε ισότητα δικαιωμάτων και ευκαιριών από τη μια και υλική ισότητα ή ισότητα αποτελέσματος από την άλλη.
  • Η εξουσία του Κράτους παραβιάζει την ατομική ελευθερία μας.
  • Το Κράτος είναι δυσκίνητο, σπάταλο και αναποτελεσματικό.
  • Το Κράτος συντηρεί και προάγει τα συντεχνιακά συνφέροντα και την γραφειοκρατία.
  • Ο κυριότερος ρόλος είναι η νομισματική ρύθμιση και η «διαιτησία» μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων.
  • Το Κράτος θα έπρεπε να παραιτηθεί οικειοθελώς από τις εξουσίες του πρός όφελος των ατόμων, τα οποία γνωρίζουν καλύτερα το συμφέρον τους και τον τρόπο να το επιτύχουν.

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ο Φρίντμαν (άρα και οι Φιλελεύθεροι) είναι αντίθετοι σε κάθε ρύθμιση την οποία «αποδεικνύουν» είτε αμφιλεγόμενη, είτε αποτυχημένη. Δέχονται ν’ αφήσουν στο Κράτος την ευθύνη μόνο για τον έλεγχο της κυκλοφορίας του χρήματος (και αυτή μέσω γενικότερων ρυθμίσεων οι οποίες και θα το δεσμεύουν ουσιαστικά) καθώς και την ρύθμιση συγκεκριμένων καταστάσεων στις οποίες δεν μπορεί να λειτουργήσει ο ιδιωτικός τομέας. Τέτοιοι τομείς είναι αυτοί που τοπικά έχουν τόσο μικρό μέγεθος ώστε η δραστηριοποίηση του ιδιωτικού τομέα να είναι ζημιογόνα ή/και αδύνατη.

Για παράδειγμα τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια των νησιών της «άγονης γραμμής». Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει η κατάσταση την οποία ο Φρίντμαν ονομάζει «τεχνικό μονοπώλιο». Δεδομένου ότι (θεωρητικά τουλάχιστον) το μονοπώλιο είναι εξίσου κακό για έναν Φιλελεύθερο όπως και για έναν Σοσιαλιστή ο Φρίντμαν δέχεται κατά περίπτωση μία από δύο ενδεχόμενες επιλογές:

  • Είτε το Κρατικό μονοπώλιο (κρατικές ατμοπλοϊκές γραμμές).
  • Είτε την Κρατική ρύθμιση (παροχή επιδότησης ή/και μαζί με την υποχρέωση της κάλυψης των δρομολογίων της «άγονης γραμμής» παροχή άδειας και για άλλες πιο εμπορικές γραμμές).

Κάθε μία από αυτές τις επιλογές επιλέγεται με βάση το «μικρότερο κακό».

Ωστόσο ο Φρίντμαν δεν μπορεί λόγω ιδεολογικής συνέπειας να μην στηλιτεύσει τα «παραθυράκια» της (αμερικάνικης) νομοθεσίας μέσω των οποίων φορο-αποφεύγουν και φορο-διαφεύγουν οι πλουσιότεροι συμπολίτες του. Συνεπώς προτείνει ένα απλοποιημένο φορολογικό σύστημα χωρίς παραθυράκια μ’ έναν μοναδικό συντελεστή, το οποίο σύμφωνα με τους υπολογισμούς του απέδιδε τα ίδια έσοδα με το τότε ισχύον (1962) και του οποίου οι φορολογικοί συντελεστές κυμαίνονταν από 20-91% αλλά ήταν διάτρητο από «παραθυράκια».

Για την «τετράγωνη» λογική του Φρίντμαν ισχύει πάντα η κλασική οικονομική θεωρία και συνεπώς τα δεδομένα που την επιβεβαιώνουν είναι σωστά. Όταν δε παρατηρούνται δεδομένα που δεν συνάδουν με αυτή, τότε κατ’ ανάγκη αυτά είναι «αξιοπερίεργα» και αποτελούν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Όταν δε κάποιος συνάδελφος του (όπως ο Τζόζεφ Στίγκλιτς για τον οποίο θα μιλήσουμε στο επόμενο σημείωμα μας και εκπροσωπεί την αντίθετη τάση) του υποδείκνυε ότι αυτά (τα δεδομένα) είναι διάχυτα στην οικονομία, τότε η απάντηση του ήταν πώς καλά θα κάναμε ν’ αφήσουμε τις αγορές να λύσουν τα προβλήματα μόνες τους και πώς κάθε κρατική παρέμβαση έκανε περισσότερο κακό παρά καλό. Στο κάτω-κάτω το Φιλελεύθερο οικονομικό δόγμα ισχυρίζεται ότι μακροπρόθεσμα οι αγορές ισορροπούν από μόνες τους και πώς σε μακροπρόθεσμη προοπτική λειτουργούν ικανοποιητικά. Την απάντηση στην παραπάνω θέση την έχει δώσει από καιρό και μάλιστα με γλαφυρό τρόπο ο Συντηρητικός βρετανός οικονομολόγος Τζών Μέϋναρντ Κέυνς ο οποίος σε διάλεξη του απάντησε όταν κάποιος από το κοινό του έθεσε το ζήτημα: «Μακροπρόθεσμα όμως θα είμαστε όλοι νεκροί.».

Αν θα θέλαμε να σχολιάσουμε σύντομα τις θέσεις του Μίλτον Φρίντμαν σχετικά με την οικονομική δραστηριότητα, θα έπρεπε να σημειώσουμε ότι αυτές είναι συνεπείς με την πολιτική θεωρία του Φιλελευθερισμού. Αν κάποιος διαβάσει τα βιβλία του (στην περίπτωση που δεν έχει επαρκώς βιώσει στο πετσί του τις επιπτώσεις από την αντίστοιχη οικονομική πολιτική που ακολουθείται από το 1970 ως σήμερα παγκοσμίως) θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι έχουμε απόλυτο δικαίωμα στην προσωπική Ελευθερία ακόμη και αν η εφαρμογή της στην πράξη μας επιφυλάσσει να πεθάνουμε στην «ψάθα» (όντας ωστόσο ελεύθεροι). Η επιτυχία μας στην ζωή οφείλεται κυρίως στις δικές μας και μόνο προσπάθειες. Αντίστοιχα η αποτυχία μας οφείλεται είτε στην ανικανότητα μας ή/και στα εμπόδια που μας επιβάλλουν τα μέτρα και οι ρυθμίσεις του Κράτους. Τέλος η εισοδηματική ανισότητα που παρατηρείται είναι θεμιτή αφού αποτελεί την επιβράβευση για την σκληρή δουλειά και την αφιέρωση σ’ αυτήν κάποιου σε μεγαλύτερο βαθμό από κάποιον άλλο.     

Κλείνοντας θα σημειώσουμε τα εξής:

  • Στην πλήρη εξέλιξη της η ιδέα της Ελευθερίας μας οδηγεί πίσω στις απαρχές του κοινωνικού μας βίου, τότε που κυριαρχούσε το «φυσικό δίκαιο». Το «φυσικό δίκαιο» ή αλλιώς το «δίκαιο του ισχυρού» εκφράζει την κυριαρχία της δύναμης έναντι της «νομιμότητας». Είναι αντίστοιχο της σύμπραξης των τριών «Ροβινσώνων» που τυχαία ναυάγησαν σε ξερονήσια εναντίο του ενός και τυχερού «Ροβινσώνα» που ναυάγησε στο πλούσιο νησί (για να χρησιμοποιήσουμε ένα από τα παραδείγματα του ίδιου του Φρίντμαν). Μπορεί να είναι «ανήηθικο» ή μάλλον μη ηθικό (δεν προκύπτει από καμιά ηθική αρχή) αλλά ωστόσο είναι σχεδόν σίγουρα ενδεχόμενο να γίνει κάποια στιγμή, ειδικά όταν το αποτέλεσμα καθορίστηκε μόνο από την τύχη. Στο κάτω-κάτω αυτός είναι και ο «νόμος της φύσης» από την ανάγκη της οποίας το ανθρώπινο είδος δεν έχει ξεφύγει ακόμα (αν ξεφύγει ποτέ).
  • Ο Φιλελευθερισμός στην καθαρή μορφή του (όπως εκφράζεται από τον Φρίντμαν) ισχύει όταν οι αρχές στις οποίες αναφέρεται χρησιμοποιούνται «ανόθευτες», δηλαδή η «Ελευθερία» είναι Ελευθερία για όλους και ισχύουν για όλους οι ίδιες προϋποθέσεις. Ωστόσο το όριο μεταξύ της «σωστής» εφαρμογής της και της κατάχρησης της (εκεί που η «Ελευθερία» γίνεται ασυδοσία όχι μόνο είναι δύσκολο να καθοριστεί, αλλά είναι και εύκολο να παραβιαστεί. Έτσι ο Φιλελευθερισμός καθίσταται η ιδεολογία εκείνη μέσω της οποίας δικαιολογούνται και εν τέλει εφαρμόζονται τα πιο στυγνά και συνολικά άδικα μέτρα οικονομικής μεγέθυνσης τα οποία οδηγούν στην αναδιανομή του εισοδήματος όχι από πάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω προς τα πάνω.

Την επόμενη βδομάδα θα παρουσιάσουμε την αντίθετη τάση σχετικά με την οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας, κυριότερος εκφραστής της οποίας αυτή την στιγμή είναι ο Τζόζεφ Στίγκλιτς.    

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 

11 Νοέμβρη 2014.
παρατηρητήριο.

  

 

Διαβάστηκε 12016 φορές

Σχετικά Άρθρα