Δεν υπάρχει πιο εμβληματικό σύμβολο εξουσίας από το χρήμα. Στο παρελθόν ως νόμισμα είχε πάνω του το πρόσωπο του εξουσιαστή. Σήμερα, έχει το λογότυπο της Κεντρικής Τράπεζας που το τυπώνει ή το κόβει αν είναι νόμισμα. Και τότε και τώρα κουμάντο έκαναν οι δανειστές και οι τραπεζίτες▪ τουλάχιστον τώρα δεν ντρέπονται να το παραδεχτούν και το τυπώνουν πάνω στα χαρτονομίσματα.
Το νόμισμα ως μονάδα είναι απολύτως ουδέτερο. Αυτό που του δίνει περιεχόμενο είναι η ισοτιμία του με τα υπόλοιπα, η οποία καθορίζεται από το πόσο αυτάρκες είναι το κράτος που το εκδίδει (μιας και ένα αυτάρκες κράτος δεν χρειάζεται εισαγωγές για να επιβιώσουν οι πολίτες του). Σε κάθε περίπτωση ο καθορισμός της «σωστής» ισοτιμίας είναι μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας. Είναι τότε που η οικονομική πολιτική πρέπει να εξισορροπήσει ανάμεσα στις δημοσιονομικές ανάγκες και στις εξαγωγές λαμβάνοντας πάντα υπόψη και την τροφοδοσία με τα αναγκαία από το εξωτερικό (εισαγωγές). Η δημοσιονομική πολιτική αλλά και η οικονομική (και συνεπώς η κοινωνική-πολιτική) σταθερότητα απαιτούν ένα «σκληρό» νόμισμα την ίδια ώρα που οι εξαγωγές καθίστανται δυνατές μόνο από ένα πιο «αδύναμο» νόμισμα. Την αντίφαση αυτή τα ισχυρά οικονομικώς κράτη καλούνται να λύσουν είτε με την εξαγωγή ειδών τεχνολογίας (τα οποία έτσι κι αλλιώς είναι ακριβά) με την επιδότηση των εξαγωγών οπότε τα προϊόντα πωλούνται ακόμα και κάτω του κόστους τους. Η πρακτική, όμως, αυτή ενδέχεται να προκαλέσει ως αντίδραση την επιβολή στα συγκεκριμένα προϊόντα υψηλών εισαγωγικών δασμών εξουδετερώνοντας το όποιο επιδιωκόμενο όφελος. Γι’ αυτό προτιμώνται οι διακρατικές συμφωνίες που ρυθμίζουν τέτοιου είδους ζητήματα.
Σε κάθε περίπτωση κάθε κράτος που έχει ένα περιορισμένης κυκλοφορίας Εθνικό Νόμισμα οφείλει να εμπορεύεται με το εξωτερικό για να καλύψει τις ανάγκες του. Στο «μεσοπόλεμο» (το διάστημα μεταξύ των δύο Π.Π.) υπήρχε το σύστημα των διασαφήσεων/εκκαθαρίσεων (clearing). Σε πιο πρόσφατες εποχές οι χώρες του «Ανατολικού Μπλόκ» δανείζονταν σε Δολλάρια από το Δ.Ν.Τ. για να πληρώσουν τις εισαγωγές τους από τις «Δυτικές Χώρες». Από την δεκαετία του ’70 όταν και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να αφήνονται να κυμανθούν ελεύθερα στις χρηματαγορές κάθε εθνική κυβέρνηση που θέλει να κρατήσει την σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας της οφείλει να κρατήσει την συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος της σχετικά σταθερή.
Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την αγωραπωλησία του νομίσματος της στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος. Πρακτικά υπάρχουν δύο τρόποι να γίνει αυτό:
- Είτε με συμφωνίες «αμοιβαίας ανταλλαγής νομισμάτων» ανάμεσα σε Κεντρικές Τράπεζες για ορισμένα από πριν ποσά,
- είτε με την πώληση «σκληρών» νομισμάτων για ν’ αγοραστεί το εθνικό και όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες το αντίστροφο.
Είναι προφανές ότι τα «σκληρά» νομίσματα έρχονται στο Ταμείο μιας Κεντρικής Τράπεζας εξαιτίας των εξαγωγών όχι μόνο των προϊόντων μιας χώρας αλλά και των υπηρεσιών της (τουρισμός). Ένας ακόμη τρόπος εισροής τους είναι τα δάνεια σε συνάλλαγμα είτε του Κράτους είτε τα εταιρικά, τα οποία στα όρια της χώρας μετατρέπονται στο εθνικό νόμισμα της. Έτσι όταν μια χώρα (όπως η Τουρκία) βρεθεί στην ανάγκη να πουλήσει στις διεθνείς αγορές Ευρώ και Δολλάρια για ν’ αγοράσει Τουρκικές Λίρες προκριμένου να στηρίξει την ισοτιμία του νομίσματος της προκαλεί οικονομική «αιμορραγία»▪ η οποία οδηγεί σε περισσότερες και μεγαλύτερης αξίας συμφωνίες «αμοιβαίας ανταλλαγής νομισμάτων» (οι δυνατότητες τω οποίων κάποτε εξαντλούνται) είτε με δανεισμό από τις «αγορές» (με ολοένα υψηλότερο επιτόκιο) και στην ύστατη ανάγκη από το Δ.Ν.Τ.
Είναι επίσης προφανές πως όταν οι «αγορές» μυριστούν «αίμα» θα μπουν στην κερδοσκοπική διαδικασία να πουλάνε συνεχώς μεγάλες ποσότητες του εθνικού νομίσματος (π.χ. Τουρκικής Λίρας) προκειμένου να πέσει η ισοτιμία του και έτσι ν’ αναγκάσουν την Κεντρική Τράπεζα να πουλήσει Δολλάρια και Ευρώ προκειμένου αυτή ν’ ανακάμψει. Ο λόγος για τον οποίο κάθε εθνική κυβέρνηση προστατεύει μέσα σε κάποια όρια διακυμάνσεων την ισοτιμία του εθνικού της νομίσματος είναι για να μην καταρρεύσει το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών της. Καθώς καμία χώρα ΔΕΝ είναι αυτάρκης είτε λόγω της έλλειψης πόρων, είτε εξαιτίας της επιλογής της να δεσμεύσει πόρους για εξαγώγιμα προϊόντα (και με το συνάλλαγμα όχι μόνο να εισάγει όσα χρειάζεται αλλά και να της μείνει περίσσευμα) κατάρρευση της εθνικής ισοτιμίας σημαίνει και κατάρρευση της χώρας.
Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση της Τουρκίας σήμερα. Από οικονομικής άποψης το παιχνίδι είναι ήδη χαμένο. Το ίδιο θα μπορούσε να υποστηριχτεί και από πολιτικής. Η πρόταση για χρήση του Ευρώ από την Τουρκία (βλέπε εδώ) δίνει λύση μόνο στη δημοσιονομική της πολιτική. Από οποιαδήποτε άλλη άποψη θα είναι για το πρώτο διάστημα εφαρμογής της καταστροφική▪ όσο καταστροφική θα ήταν για την Ελλάδα η αποχώρηση από το Ευρώ και η επιστροφή στην Δραχμή. Ανάλογες επιλογές είχαν κάνει στο παρελθόν οι Φιλιππίνες και το Ισραήλ όταν για μια περίοδο καθεμιά τους είχε υιοθετήσει το Δολλάριο ή είχε συνδέσει την οικονομική της πολιτική μ’ αυτό. Ωστόσο, για μια σειρά λόγους οικονομικής αλλά κυρίως πολιτικής κυριαρχίας η Τουρκία πολύ ευκολότερα θα πήγαινε στις αγκάλες του Δ.Ν.Τ. από το να υιοθετήσει το Ευρώ των γκιαούρηδων. Δεν χρειάζεται, πιστεύω, οποιαδήποτε αναφορά στο πόσο ακριβότερη θα ήταν η παροχή υπηρεσιών στον Τομέα του Τουρισμού και πόση μείωση αρχικά θα προκαλούσε.
Από την άλλη και ο υποτιθέμενος πολιτικός και οικονομικός εκβιασμός του Ερντογάν σε Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία (και Γαλλία) των οποίων οι τράπεζες έχουν δανείσει τις Τουρκικές επιχειρήσεις είναι έωλος. Σε απλοϊκά μυαλά μπορεί να φαίνεται λογικό ότι η Τουρκική Οικονομία είναι τόσο μεγάλη που δεν συμφέρει καμία από τις προαναφερθείσες χώρες να την αφήσουν να καταρρεύσει και άρα έχουν κάθε όφελος από την διάσωση της, αλλά παραβλέπονται δύο πολύ σημαντικές παράμετροι που τελικά ακυρώνουν τον συλλογισμό αυτό. Η πρώτη παράμετρος έχει να κάνει πως τόσο κάθε κράτος που είναι «εκτεθειμένο» στην Τουρκία όσο και κάθε επιμέρους τράπεζα πρέπει αφενός να συμφωνήσουν μεταξύ τους για την διάσωση της Τουρκικής Οικονομίας και αφετέρου να συμφωνήσουν και στο κόστος που καθένα και καθεμιά τους θα επιμεριστεί. Η δεύτερη παράμετρος είναι πως αν η προσπάθεια διάσωσης γίνει πριν την οριστική οικονομική κατάρρευση θα στοιχίσει πολύ περισσότερο από την αρχική εκτίμηση. Η περίπτωση της «διάσωσης» της Ελληνικής Οικονομίας από το Δ.Ν.Τ. που στοίχισε τελικά το 10πλάσιο από το αρχικώς εκτιμηθέν ποσό είναι ενδεικτική. Γιατί για να «διασωθεί» μια οικονομία πρέπει να στηριχτεί η ισοτιμία του νομίσματος της χωρίς παράλληλα η προσπάθεια αυτή να τροφοδοτήσει κερδοσκοπικές τάσεις στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, κάτι αδύνατο.
Επίσης, η «διάσωση» σημαίνει δημοσιονομική λιτότητα που θα μεγαλώσει τις εισοδηματικές απώλειες την ίδια στιγμή που οι τιμές των βασικών ειδών θα παραμείνουν υψηλές. Τέλος, ακόμη και αν μακροπρόθεσμα τα δημοσιονομικά οφέλη είναι απτά και μετρήσιμα αυτό δε σημαίνει πως η οικονομική θέση των πολιτών θα είναι καλύτερη. Η εισαγωγή του Ευρώ θα οδηγήσει αρχικά σε νέα αύξηση του κόστους διαβίωσης η οποία θα εξανεμίσει και το υπόλοιπο διαθέσιμο εισόδημα. Ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι λι τιμές θα εκφράζονται σε Ευρώ ΔΕΝ σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι θα υπάρξει άμεση βελτίωση της θέσης του Τούρκου πολίτη ο οποίος θα χρειάζεται να εργάζεται περισσότερο χρόνο από τους υπόλοιπους στη «Ζώνη του Ευρώ» προκειμένου ν’ αγοράσει το ίδιο προϊόν ή υπηρεσία στην ίδια τιμή. Αυτό συμβαίνει γιατί το επίπεδο των μισθών θα συνεχίσει να είναι χαμηλότερο στην Τουρκία ενώ το κόστος διαβίωσης θα αυξηθεί αρχικά και θα παραμείνει υψηλό. Αυτός είναι ο λόγος που οι «αναδυόμενες» οικονομίες (όπως και η Κινεζική) επιθυμούν ένα σχετικά σκληρό νόμισμα προκειμένου η αγοραστική δύναμη των πολιτών τους να είναι σχετικά ικανοποιητική την ίδια στιγμή που για τις ξένες εταιρείες το μισθολογικό κόστος σ’ αυτές είναι ιδιαιτέρως χαμηλό. Τελικά, το μόνο όφελος για κάποιο καιρό μετά την εισαγωγή του Ευρώ στην Τουρκία θα είναι έμμεσο και θ’ αφορά την φορολογική ελάφρυνση των πολιτών στον βαθμό που το Δημόσιο Ταμείο πάρει βαθιά «οικονομική ανάσα».
Από τα παραπάνω πρέπει να έχει γίνει οριστικά προφανές πως ενώ η εισαγωγή ενός «σκληρού» νομίσματος σε μια παραπαίουσα οικονομία δεν είναι πανάκεια, η εγκατάλειψη ενός «σκληρού» για το εθνικό νόμισμα ΧΩΡΙΣ μια μακρά περίοδο προετοιμασίας είναι απλά εγκληματική.
11 Δεκέμβρη 2021
«πουθενάς 1».