Το Ε(ξε)λεγκτικό Συνέδριο για παράδειγμα δεν έχει την αρμοδιότητα να ελέγξει την ίδια την Κυβέρνηση παρά μόνο έμμεσα (μέσω των στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης και των πράξεων τους). Θεωρητικά, η Δικαιοσύνη (η οποία διορίζεται και προάγεται από την Κυβέρνηση) μπορεί να ελέγξει και πολιτικά πρόσωπα αλλά και πάλι αυτά θα κριθούν τελικά από Ανώτατους Δικαστές αν οι συνάδελφοι τους Βουλευτές τους παραπέμψουν. Όμως, πόσο σοβαρός (αντικειμενικός) μπορεί να είναι ένας έλεγχος όταν το κατηγορητήριο το αποφασίζει η κυβερνητική πλειοψηφία της Βουλής;
Το Σύνταγμα προβλέπει και επιβάλλει ότι κανείς πολίτης δεν έχει το δικαίωμα ν’ αναφερθεί ο ίδιος στη Βουλή▪ οφείλει να το πράττει μέσω κάποιου Βουλευτή. Είναι ο Βουλευτής αυτός που θα πρέπει να γίνει ο δίαυλος προκειμένου το πρόβλημα του να φτάσει στη Βουλή και τελικά στην Κυβέρνηση (η οποία θα πρέπει να κινητοποιήσει την «Κρατική Μηχανή» για να το λύσει). Στον βαθμό που το πρόβλημα δεν αφορά μεγάλο αριθμό πολιτών οι επιπτώσεις της μη επίλυσης του μπορεί να μην είναι σημαντικές. Τι γίνεται, όμως, όταν το ζήτημα αφορά την ασφάλεια των συγκοινωνιών και μάλιστα σ’ Εθνικό επίπεδο;
Η σύγκρουση των δύο τρένων στα Τέμπη τυπικά ήταν ένα δυστύχημα. Ουσιαστικά, όμως, ήταν ένα έγκλημα αφού προέκυψε από τις εγκληματικές παραλείψεις, τα εγκληματικά λάθη και την εγκληματική καθυστέρηση της «Κρατικής Μηχανής». Ήταν (και δυστυχώς συνεχίζει να είναι) ένα διαρκές (και όχι στιγμιαίο έγκλημα. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο η Κυβέρνηση προσπάθησε να βγει από «το κάδρο των ευθυνών» (ρίχνοντας τις ευθύνες στο σταθμάρχη και τον μηχανοδηγό του εμπορικού τρένου) αποδεικνύει τις τεράστιες δικές της ευθύνες. Γιατί, ο σταθμάρχης «δικός της παιδί» είναι. Τοποθετήθηκε σε μια πολύ υπεύθυνη θέση με ρουσφέτι (ακόμα και αν πριν την τοποθέτηση του άλλαξαν οι προϋποθέσεις με Υπουργική Απόφαση) εκπαιδεύτηκε όπως-όπως και αφέθηκε μόνος του (λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση της) τόσο επειδή δεν υπάρχει επαρκές προσωπικό για να λειτουργήσει τη σιδηροδρομική υποδομή, όσο και επειδή κάποιοι προτίμησαν (αφού μπορούσαν) να πάνε σπίτι τους νωρίτερα εκείνη τη μέρα.
Αυτό που τρέμει κάθε επαγγελματίας πολιτικός είναι η δυσφήμιση. Ακόμα χειρότερη είναι η σύνδεση του ονόματος του με ποινικές ευθύνες, ενώ μια καταδίκη είναι σαν θάνατος. Με τον τρόπο που λειτουργεί η εξέλεγξη η ουσιαστική ατιμωρησία των πολιτικών είναι πρακτικά δεδομένη. Άλλωστε, αν η επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία (στην περίπτωση που το έγκλημα δεν έχει παραγραφεί) δικάσει την προηγούμενη ποια εγγύηση έχει πως όταν αυτή παραδώσει την Εξουσία δεν θα έχει την ίδια μοίρα;
Το «έγκλημα των Τεμπών» είναι η πλέον κρίσιμη υπόθεση για την λειτουργία του Πολιτεύματος. Είναι ακόμη σημαντικότερη από αυτή των υποκλοπών γιατί το «έγκλημα των Τεμπών» αφορά την ποιότητα και την ασφάλεια των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών. Είναι ένα ζήτημα για το οποίο επιβάλλεται η Κυβέρνηση όχι μόνο να εξελεγχθεί, αλλά και ν’ απολογηθεί τόσο γι’ αυτά που έκανε όσο πολύ περισσότερο για όσα δεν έκανε (ενώ θα όφειλε).
Πολύ συζήτηση έχει γίνει για την ετερόκλητη κοινοβουλευτική συμμαχία η οποία κατέθεσε την «πρόταση Καρυστιανού» για τη σύσταση προανακριτικής. Εστιάζουν στο αν η κατηγορία για «εσχάτη προδοσία» του Κυριάκου Μητσοτάκη ευσταθεί. Το ζήτημα δεν είναι καθόλου αυτό. Γιατί, ακόμα και όλοι οι έγκριτοι νομικοί αυτής της Χώρας συμφωνούσαν ότι ευσταθεί, το ζήτημα είναι τι θεωρεί η κυβερνητική πλειοψηφία. Επειδή, η Κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να ξεφύγει από τις ποινικές της ευθύνες (η «πολιτική ευθύνη» είναι πρακτικά απροσδιόριστη) επιχειρεί ηθικά ν’ αποδομήσει όσους επιθυμούν τη σε βάθος διερεύνηση της υπόθεσης.
Οι προσωπικές επιθέσεις στη Μαρία Καρυστιανού είτε αφορούν το πόσο χαροκαμένη μάνα είναι είτε αφορούν πιθανές πολιτικές της φιλοδοξίες και η αναφορά στην πρόσφατη ετερόκλητη κοινοβουλευτική συμμαχία που υποστηρίζει την πρόταση-κατηγορητήριο της εντάσσονται στην προσπάθεια της Κυβέρνησης ν’ αποφύγει την ουσιαστική διερεύνηση. Από πότε το Σύνταγμα αναγνωρίζει (και αποδέχεται) Βουλευτές δύο κατηγοριών; Βουλευτές, των οποίων ο λόγος έχει μεγαλύτερη αξία από άλλων συναδέλφων τους; Από πότε πρέπει μια (περισσότερο ή λιγότερο) χαροκαμένη μάνα ν’ απεμπολεί το δικαίωμα της να πολιτευτεί για να έχει το δικαίωμα να πιέζει νυχθημερόν για την απόδοση Δικαιοσύνης; Μήπως το δικαίωμα του «πολιτεύεσθαι» το έχουν μόνο οι γόνοι πολιτικών ή και πλούσιων οικογενειών;
Η προσπάθεια της Ν.Δ. να κλείσει όπως-όπως την διερεύνηση του «εγκλήματος των Τεμπών» μοιάζει με αυτή του δικαστή που κρίνει μια υπόθεση όχι μπαίνοντας στην ουσία της αλλά με βάση έναν τυπικό λόγο. Το πρόβλημα της σημερινής Κυβέρνησης δεν είναι να μην την πληρώσει κάποιος▪ το πρόβλημα είναι να μην την πληρώσουν ο Καραμανλής ντροπιάζοντας το οικογενειακό όνομα και να μην συρθεί στη λάσπη τ’ όνομα της οικογένειας Μητσοτάκη.
Η πρόταση-κατηγορητήριο της Μαρίας Καρυστιανού δοκιμάζει τα όρια της εξελεγκτικής διαδικασίας (εξέλεγξης) του Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος και της λειτουργίας της Δημοκρατίας γενικότερα. Αποτελεί, λοιπόν, μια από τις πλέον σημαντικές στιγμές της πολιτικής μας ιστορίας γι’ αυτό και η στάση καθενός από τους 300 Βουλευτές είναι πολύ σημαντική. Δυστυχώς, η ψήφος τους θα κριθεί από το κομματικό και τελικά το προσωπικό τους συμφέρον. Αυτό κάθε άλλο σημαίνει πως έστω και για τους λάθος λόγους κάποιοι δεν θα βρίσκονται στη «σωστή πλευρά». Στο τέλος, όμως, αυτοί που θα κρίνουν την υπόθεση και των ποινικών (εκτός των πολιτικών) ευθυνών είναι οι ψηφοφόροι. Οι οποίοι ψηφοφόροι της Αρχαιότητας είχαν την επιλογή του (εξ)οστρακισμού ο οποίος ακόμα κι όταν ήταν άδικος βοηθούσε ωστόσο στην εκτόνωση των πολιτικών παθών και στη διατήρηση της πολιτικής και κοινωνικής ειρήνης. Ίσως, αν υπήρχε και στις μέρες μας ο (εξ)οστρακισμός οι πολιτικοί μας να ήταν πιο υπεύθυνοι και να λογοδοτούσαν περισσότερο πρόθυμα. Είναι πιθανότατα ο πλέον αποτελεσματικός κολασμός αφού ακόμη κι αν δεν πληρώνει ποινικά τα εγκλήματα του ο πολιτικός, ωστόσο καταστρέφεται η καριέρα του καθιστώντας τον ανίκανο να προκαλέσει προβλήματα στο μέλλον. Μήπως να τον επαναφέρουμε;
14 Ιούνη 2025
«πουθενάς 1».