«Οι εκτός γηπέδου δυσκολίες της Μπάρτσα» και αναφέρεται στα οικονομικά προβλήματα της Μπαρτσελόνα («μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες» δεν λένε;).
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσθέσει ή ν’ αφαιρέσει κανείς κάτι από το κείμενο του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου. Στο κάτω-κάτω η πολύ καλή γνώση από μέρους του τού Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου αποτελεί μάλλον εγγύηση για την εγκυρότητα των γραφομένων του. Ωστόσο έχει νόημα να σχολιάσουμε ένα σημείο από το άρθρο του, το οποίο κατά την γνώμη μας θα μπορούσε ν’ αποτελεί τον πυρήνα ξεχωριστού άρθρου.
Έχουμε κατά καιρούς σχολιάσει το γεγονός ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο νοθεύεται στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων ο ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων. Η ποιότητα του ανταγωνισμού αποτελεί κριτήριο της δυσκολίας και άρα του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει ένα πρωτάθλημα. Από την άποψη αυτή το Αγγλικό (τις περισσότερες χρονιές) βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής κατηγορίας (δηλαδή είναι το πλέον ανταγωνιστικό) ακολουθούμενο (μέχρι πρόσφατα) από το Γερμανικό και το Γαλλικό. Τέταρτο στη σχετική κατάταξη είναι το Ισπανικό.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων δεν πιστοποιείται μόνο από την τακτική εναλλαγή του πρωταθλητή. Πιστοποιείται επίσης και από την μικρή διαφορά δυναμικότητας μεταξύ των υπολοίπων ομάδων. Προφανώς σε κάθε πρωτάθλημα παρατηρείται μια σχετικά παγιωμένη κατάσταση, απόδειξη της οποίας είναι η ύπαρξη συγκεκριμένων πρωταγωνιστών. Αυτό είναι αναμενόμενο δεδομένου ότι οι ομάδες ποδοσφαίρου και μπάσκετ στην Ευρώπη ταυτίζονται με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και δημιουργούν ακατάλυτους δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες. Έτσι -σύμφωνα με τα διδάγματα της εμπειρίας- είναι αναμενόμενο οι ομάδες των μεγάλων και πιο πλούσιων περιοχών να πρωταγωνιστούν σε βάρος των ομάδων φτωχότερων περιοχών. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτο καθώς κατά περιόδους άλλες περιοχές φθίνουν οικονομικά, ενώ άλλες έρχονται στο προσκήνιο.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Χρίστο Χαραλαμπόπουλο ένας από τους οικονομικούς πονοκεφάλους της Μπάρτσα προέρχεται από την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο θα μοιράζονται τα τηλεοπτικά δικαιώματα στο Ισπανικό πρωτάθλημα όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα:
«Ένας άλλος οικονομικός πονοκέφαλος για τους μπλαουγκράνα έχει να κάνει με τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Φέτος αλλάζει ο τρόπος διανομής τους με αποτέλεσμα να ενισχύονται σημαντικά όλες οι υπόλοιπες ομάδες της La Liga –ιδιαίτερα οι πιο αδύναμες- και να υφίστανται σημαντικές απώλειες η Μπάρτσα και η Ρεάλ.
Αυτή η εξέλιξη θα επιτρέψει στις μικρότερες ομάδες να κρατούν τους ταλαντούχους τους ποδοσφαιριστές, αφού θα έχουν πιο πολλά χρήματα ενώ τα περισσότερα χρήματα που θα έχουν και οι αγγλικές ομάδες, θα κάνει πολύ δυσκολότερη την κίνηση των καταλανών στο μεταγραφικό παζάρι.»
Είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι μεν εκ πρώτης όψεως «άσχημη» για την Μπάρτσα και την Ρεάλ, αλλά είναι «θετική» για το Ισπανικό πρωτάθλημα συνολικά. Αν είναι σε θέση οι μικρομεσαίες ομάδες (εξαιτίας των περισσότερων χρημάτων από τα τηλεοπτικά δικαιώματα) να κρατάνε τους καλύτερους παίχτες τους (και να μην τους ξεπουλάνε στον Γαύρο και τον Παναθηναϊκό της Ισπανίας), τότε κατ’ ανάγκη το πρωτάθλημα θα γίνει ανταγωνιστικότερο (δυνατό) και άρα πιο ενδιαφέρον. Τότε πιθανόν να συγκεντρώνει συνολικά ως πρωτάθλημα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το εξωτερικό (όπως το Αγγλικό) το οποίο σημαίνει ότι οι αγώνες του θα μεταδίδονται ζωντανοί σε πολλές άλλες χώρες μ’ αποτέλεσμα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δικαιώματα (άρα και έσοδα για όλες τις ομάδες).
Όπως έχει τώρα η κατάσταση οι γνωστές στο εξωτερικό ομάδες (άρα και αυτές για τις οποίες ενδιαφέρονται περισσότερο οι ξένοι) είναι εκτός της Μπάρτσελόνα και της Ρεάλ η Αθλέτικο Μαδρίτης άντε και η Βαλένθια. Κατά περιόδους και αναλόγως των παρουσιών τους σε CHAMPIONS LEAGUE και το EUROPA εμφανίζονται στο προσκήνιο και άλλες ομάδες οι οποίες μέχρι τώρα εξαιτίας των μειωμένων (σε σχέση με τις «συστημικές») εσόδων τους μεσουρανούσαν μόνο για λίγο μέχρι την στιγμή που θα πέρναγαν (έστω και για λίγο) στην αφάνεια πληρώνοντας το τίμημα της υπέρβασης των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Κάθε εξέλιξη η οποία μειώνει την δυναμική των ισχυρών (σε οποιοδήποτε κλάδο) και πλήττει το ολιγοπώλιο είναι αναμφίβολα θετική. Βελτιώνει συνολικά την κατάσταση του κλάδου ή της δραστηριότητας και δημιουργεί συνολικά θετικές προοπτικές για το μέλλον.
Ωστόσο δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η διαπίστωση του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου σχετικά με τα «οικονομικά προβλήματα» της Μπάρτσα. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται οξύμωρο ν’ αντιμετωπίζει «οικονομικά προβλήματα» η συγκεκριμένη ομάδα. Δηλαδή τι θα έπρεπε να πουν οι υπόλοιπες; Ωστόσο αυτό είναι μόνο φαινομενικά οξύμωρο. Στην ουσία είναι μάλλον αναμενόμενο, ειδικά αν σκεφτούμε πως οι «μεγάλες ομάδες» κάθε χώρας στις περισσότερες περιπτώσεις δρούν ενστικτωδώς και συμπεριφέρονται ως «οικονομικοί πειρατές». Όπως οι πειρατές πλιατσικολογούν μέχρι να εξαντλήσουν τους πόρους του μέρους στο οποίο επέδραμαν, έτσι και οι μεγάλοι Ευρωπαϊκοί σύλλογοι. Όσα λεφτά και αν μαζέψουν ποτέ δεν είναι αρκετά, αφού κάθε φορά που αγοράζουν έναν παίκτη είναι «υποχρεωμένες» να τον πληρώνουν σε τιμές πολλαπλάσιες της αξίας του.
Βέβαια στο άρθρο (προς το τέλος του) γίνεται αναφορά και σ’ έναν ακόμη παράγοντα ο οποίος κατά τον Χαραλαμπόπουλο δυσκολεύει τις κινήσεις της Μπάρτσα. Ο παράγοντας αυτός είναι το ύψος του salarycupπου έχει θέσει η Ισπανική Ligaκαι το οποίο για την περίπτωση είναι στα 421 εκ. Ευρώ (είπαμε δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες) την στιγμή που η Μπάρτσα βρίσκεται ήδη στα 419 εκ. χωρίς να υπολογίζονται οι αυξήσεις στις αποδοχές κάποιων παικτών.
Αλλοίμονο, αυτό σημαίνει ότι η Μπαρτσελόνα θα πρέπει να κάνει κάποιες επιλογές. Ίσως και να πρέπει να προωθήσει στην πρώτη ομάδα παίκτες από τις ακαδημίες της την ίδια στιγμή που θα πρέπει να «ξεφορτωθεί» (πουλήσει) κάποιους πρωτοκλασάτους παίκτες της. Οι δυσκολίες που δημιουργεί το salarycup μπορούν και πρέπει να ερμηνευτούν σε δύο κατευθύνσεις:
- Το σύστημα (salarycup) αποδίδει/δουλεύει.
- Οι παίκτες είναι προφανώς πολύ υπερτιμημένοι, κάτι που δυσκολεύει την λειτουργία των ομάδων όταν δεν τους έρχονται «όλα δεξιά» (όπως τα υπολόγιζαν).
Η υπερτίμηση όμως των παικτών προκαλείται (και συντηρείται) από τα υπερβολικά ποσά που ξοδεύονται για μεταγραφές και συμβόλαια. Σχετικά με τον λόγο για τον οποίο συντηρείται αυτό το ιδιότυπο γαϊτανάκι μπορείτε να διαβάσετε αυτό το κείμενο (και ειδικά τις 3η και 2η πριν το τέλος παραγράφους) στο οποίο ο Παναγιώτης Αλιατάς περιγράφει συνοπτικά και απλά τον αντίστοιχο μηχανισμό.
Την σημασία (αξία) του χρήματος στον «επαγγελματικό» αθλητισμό αναδεικνύει ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος και σε δύο άλλα κείμενα τα οποία έχουν διαφορά το ένα από το άλλο σχεδόν μιας βδομάδας.
Στο πρώτο χρονικά σχολιάζει την λίστα των πλουσιότερων ομάδων για την περίοδο 2014-2015 (βλέπε εδώ). Στο κείμενο αυτό εντοπίζει και αναδεικνύει επιγραμματικά τις οικονομικές ανισότητες μεταξύ των κορυφαίων Ευρωπαϊκών ομάδων. Ανισότητες οι οποίες αντί να μειώνονται μεγαλώνουν. Προφανώς ένας τρόπος μείωσης των ανισοτήτων θα ήταν η επιβολή σε πανευρωπαϊκό επίπεδο του salarycup το οποίο όσο χαμηλότερα τεθεί τόσο πιο ανταγωνιστικές ομάδες και πρωταθλήματα θα παράξει.
Σχεδόν μια βδομάδα μετά ο Χαραλαμπόπουλος σχολιάζει τον πακτωλό χρημάτων που ξοδεύει το Κατάρ προκειμένου να μπεί στον παγκόσμιο ποδοσφαιρικό χάρτη (βλέπε εδώ). Το κείμενο είναι εξόχως διαφωτιστικό για το «πώς γίνονται οι δουλειές». Διαπνέεται από μια «υποψία» ηθικολογίας (έτσι κι αλλιώς λόγω θέματος είναι σχεδόν αναπότρεπτη) χωρίς όμως ποτέ αυτή να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή και σε καμία περίπτωση δεν απομακρύνεται από τον σκοπό του συγγραφέα του.
Το ζήτημα που έχει σημασία είναι τόσο τι καταλαβαίνει (τι διδάγματα αντλεί) καθένας μας (τόσο οι φίλαθλοι όσο και οι ποδοσφαιρικοί αξιωματούχοι) από τα παραπάνω κείμενα, όσο και τι κάνει για ν’ αλλάξει την κατάσταση αυτή. Γιατί όσο συνεχίζουμε στο ίδιο με τώρα μονοπάτι κάποια στιγμή (όχι πολύ μακρινή) θα υπάρξει ένα σχίσμα σε τοπικό αλλά και πανευρωπαϊκό επίπεδο με αποτέλεσμα οι «κορυφαίες» αυτή τη στιγμή ομάδες να παίζουν μόνες τους και όλοι οι υπόλοιποι μαζί. όταν φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο δεν γεννάται ερώτημα ότι κυρίως ζημιωμένες θα βγούν οι «κορυφαίες» ομάδες αφού οι φίλαθλοι των υπολοίπων ομάδων θα τους έχουν «γυρίσει (ως καταναλωτές) την πλάτη». Στο κάτω-κάτω αν δεν είσαι Ρεάλ ή Μπαρτσελόνα πόσες φορές αντέχεις να τις δεις αντιμέτωπες στο Ισπανικό Πρωτάθλημα και σε ένα ουσιαστικά κλειστού τύπου CHAMPIONS LEAGUE;
28 Μάη 2016
παρατηρητής 1.