Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ» ΣΗΜΕΡΑ; (ΟΤΑΝ Η «ΜΠΑΜΠΕΣΙΑ» ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ» ΣΗΜΕΡΑ;
(ΟΤΑΝ Η «ΜΠΑΜΠΕΣΙΑ» ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ)

Υποτίθεται ότι οι γραπτές συμφωνίες καθορίζουν τους όρους συνεργασίας μεταξύ δύο μερών και πρέπει να τηρούνται. Ωστόσο αυτό δυστυχώς δεν ισχύει για όλους. Στην πράξη ισχύει μόνο για τους «μικρούς» και τους πλέον αδύναμους από τους συμβαλόμενους. Όσο μεγαλύτερος και δυνατότερος παίκτης είσαι τόσο πιο εύκολα ξεγλιστράς. Στο κάτω-κάτω η αθέτηση των υποσχέσεων τους είναι για τους μεγάλους παίκτες κάτι σαν υποχρέωση. Δεν συντηρούν άλλωστε τσάμπα στρατιές δικηγόρων.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα βλέπουμε πολλές περιπτώσεις στις οποίες Π.Α.Ε. προσπαθούν ν’ αθετήσουν χωρίς συνέπειες τις υποσχέσεις τους (γιατί μια γραπτή συμφωνία είναι ακριβώς μια υπόσχεση υποτίθεται περισσότερο δεσμευτική μιας και είναι γραπτή). Για παράδειγμα η Ρόμα (αν πιστέψουμε τα δημοσιεύματα) προσπαθούσε να δώσει δανεικό με οψιόν αγοράς τον Μανωλά προκειμένου να μην αποδώσει στον Γαύρο το ποσοστό μεταπώλησης που είχε συμφωνήσει αν ο παίκτης πωλούνταν μέχρι το φετινό καλοκαίρι. Ακόμη και η Α.Ε.Κάρα μας ψάχνει την φόρμουλα για να μην δώσει στην Μπράγκα το ποσοστό που δικαιούται από την μεταγραφή του Μπαρμπόσα (βλέπε εδώ).

Προφανώς υπάρχουν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις. Προφανώς και δεν ήταν καθόλου τυχαία η επιλογή των περιπτώσεων Μανωλά και Μπαρμπόσα. Τις επέλεξα γιατί αν και πρόκειται για το ίδιο πράγμα βρίσκονται ωστόσο στα δύο άκρα όσον αφορά τα οικονομικά μεγέθη. Στην περίπτωση της πώλησης Μανωλά μιλάμε για 8ψήφιο ποσό ενώ στην περίπτωση του Μπαρμπόσα για 6ψήφιο.

Οι δύο αυτές περιπτώσεις αποδεικνύουν ότι η αθέτηση της υπόσχεσης/συμφωνίας δεν εξαρτάται από το ύψος του τιμήματος πάνω στο οποίο θα υπολογιστούν τα δικαιώματα της προηγούμενης ομάδας. Πιθανόν και στις δύο περιπτώσεις να βρίσκεται στο προσκήνιο σε λειτουργία ο ίδιος συλλογισμός, ο οποίος θα μπορούσε να συπυκνωθεί στο:

«Δεν είναι κρίμα να δώσουμε τόσα λεφτά στην προηγούμενη ομάδα όταν εξ’ αιτίας μας φάνηκε ο παίκτης (και γι’ αυτό πήρε μεταγραφή);»

Ανεξαρτήτως της απάντησης που δίνει καθένας μας στην παραπάνω ερώτηση το ζήτημα παραμένει και είναι και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο:

Τι ωθεί μεγάλες (σε μέγεθος και ιστορία) ομάδες να θέλουν ν’ αθετήσουν τις υποσχέσεις τους;

  • Μήπως θεωρούν ότι «ξεγελάστηκαν» και αγόρασαν ακριβά οπότε τώρα προσπαθούν να ισοσκελίσουν την ζημιά;
  • Μήπως η υπόσχεση τους για ποσοστό μεταπώλησης ήταν συνειδητή προσποίηση (ξεγέλασμα) προκειμένου ν’ αγοράσουν φθηνότερα;
  • Μήπως δεν ισχύει τίποτα από τα προηγούμενα και απλά στην πορεία τους μπήκε η ιδέα να «φάνε» τα λεφτά που αντιστοιχούν στο ποσοστό μεταπώλησης;

Η απάντηση στα παραπάνω ενδεχόμενα είναι κρίσιμη για το μέλλον τόσο του Επαγγελματικού Αθλητισμού όσο και του Καπιταλισμού γενικότερα. Γιατί η Καπιταλιστική Οικονομία βασίζεται στην εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσομένων χωρίς την οποία παύει να υφίσταται οικονομική δραστηριότητα. Η εμπιστοσύνη (πίστη) και η δημιουργία της Ανώνυμης Εταιρείας είναι οι ατμομηχανές της Καπιταλιστικής Οικονομίας. Μιας οικονομίας η οποία απολαμβάνει σε υπερθετικό βαθμό χρηματοδότησης από τράπεζες και ιδιώτες κεφαλαιούχους σε σχέση με κάθε άλλη παλαιότερη μορφή οικονομίας. Χωρίς την πίστη ότι η Α.Ε. θ’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της (κάτι που σημαίνει ότι εκ προοιμίου οι επενδυτές θεωρούν ότι η ιδιοκτησία της Α.Ε. έχει «μπέσα») δεν θα καλυπτόταν το Μετοχικό της Κεφάλαιο ούτε θα της δινόταν πίστωση. Χωρίς την πίστη ότι μπορεί να δημιουργηθεί νέος πλούτος η οικονομική δραστηριότητα θα κινούνταν στα πλαία και τους ρυθμούς που βρισκόταν στον Μεσαίωνα (όταν και ελάχιστα πράγματα είχαν αλλάξει από την Αρχαιότητα).

Τι γίνεται λοιπόν όταν αυτή η πίστη (εμπιστοσύνη) στην εκπλήρωση των συμβατικών (αυτών που απορρέουν από γραπτή σύμβαση) υποχρεώσεων δοκιμαστεί σκληρά ή χαθεί; Η απάντηση είναι:

«Τότε τον λόγο έχουν τα δικαστήρια και οι δικηγόροι.»

Η παραπάνω απάντηση είναι μεν προφανής αλλά δυστυχώς δεν μας κάνει. Δεν μας κάνει γιατί η απάντηση αφορά τις ήδη υπογεγραμμένες και προφανώς αθετημένες συμφωνίες, αλλά δεν μας διαφωτίζει καθόλου για το πως επηρεάζει η κατάσταση αυτή τις μελλοντικές συμφωνίες.

Το ενδιαφέρον από την άποψη αυτή δεν είναι η απόφαση των δικαστηρίων τα οποία θα κληθούν «να μοιράσουν δυό γαϊδουριών άχυρα». Το ενδιαφέρον είναι αν και με ποιούς όρους θα ξανασυνεργαστεί ο Γαύρος με την Ρόμα και η Α.Ε.Κ. με την Μπράγκα όταν αμφότερες (η Ρόμα και η Α.Ε.Κ.) θα έχουν επιδείξει προηγουμένως τέτοια συμπεριφορά. Πόσο ακριβότερα θ’ αγοράσουν από Γαύρο και Μπράγκα εξ’ αιτίας της προηγούμενης «κακής» τους συμπεριφοράς;

Πιθανόν αυτή την παράμετρο να την σκέφτονται ελάχιστα (αν υποθέσουμε ότι την σκέφτονται καν) σε Ρόμα και Α.Ε.Κ. Φαίνεται ότι στις ομάδες είναι φανατικοί θαυμαστές του Τζέημς Μπόντ και ειδικά της ταινίας «Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν» οπότε δεν σκέφτονται και πολύ τις παρενέργειες όσων μηχανεύονται και κάνουν σήμερα.

 

Υ.Γ. Το ποσοστό μεταπώλησης που διατηρεί μια ομάδα λειτουργεί ως κίνητρο της αγοράστριας ομάδας ν' αναδείξει όσο γίνεται περισσότερο τον παίκτη προκειμένου να εισπράξει όσο γίνεται περισσότερα για λογαριασμό της. Επιπρόσθετα αποδεικνύει την πίστη της πωλήτριας ομάδας ότι η αξία του παίκτη μελλοντικά (αν είναι γερός) θα εκτοξευθεί στα ύψη. Από την πλευρά της αγοράστριας ομάδας η συμφωνία για ποσοστό μεταπώλησης λειτουργεί σαν «πρόβλεψη για επισφαλείς απαιτήσεις» αφού εξ' αιτίας του ποσοστού μεταπώλησης αγοράζει εκείνη τη στιγμή φθηνότερα τον παίκτη, ενώ ταυτόχρονα συμμεριζόμενη την πίστη της πωλήτριας ότι η αξία του παίκτη θα εκτοξευθεί στα ύψη δεν θα είναι η μοναδική χαμένη αν κάτι πάει στραβά μετά την μεταγραφή. Τότε και αναλόγως της κατάστασης θα έχουν χάσει και οι δύο ομάδες. Η πωλήτρια αυτά που ονειρευόταν ότι θα κερδίσει μελλοντικά και η αγοράστρια όσα έδωσε για την αγορά και όσ ήλπιζε ότι θα εισπράξει μελλοντικά από την (μετα)πώληση του παίκτη. 

Διαβάστηκε 7282 φορές