Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΠΕΙΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ Η «ΝΟΜΙΜΗ» ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ, ΤΟ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ Η «ΝΟΜΙΜΗ» ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

Η θάλασσα εξ’ αιτίας της απεραντοσύνης της πάντα προκαλούσε τ’ ανήσυχα πνεύματα. Τους ξυπνούσε την επιθυμία για περιπέτεια αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αν είχαν και λίγη τύχη να γίνονταν πλούσιοι. Δεδομένης της ταχύτερης σε σχέση με την ξηρά μεταφοράς οι θαλάσσιες μεταφορές ήταν ένας αρκετά επικερδής τομέας. Επικερδής τόσο για τους μεταφορείς όσο και γι’ αυτούς που σκοπό τους είχαν να βάλουν στο χέρι τις περιουσίες και τ’ αγαθά των άλλων.

Ο «παράνομος πλουτισμός» (πειρατεία και λαθρεμπόριο) αναδύθηκαν από την πρώτη κιόλας στιγμή. Ωστόσο τόσο για τους «νόμιμους» όσο και για τους «παράνομους» ο κίνδυνος ήταν ο ίδιος. Η ίδια θάλασσα απειλούσε και τους δύο. Τα όρια μεταξύ νόμιμου και παράνομου πλουτισμού κάποιες φορές ήταν αξεχώριστα. Ειδικά όταν οι συνθήκες ήταν έκτακτες (εξαιρετικές). Όταν λόγου χάρη εξ’ αιτίας πολέμου υπήρχε ναυτικός αποκλεισμός η «μπάζα» των παράτολμων ναυτικών που θα κατάφερναν να τον σπάσουν και να εφοδιάσουν την αποκλεισμένη πόλη. Με κριτήριο τις τιμές ήταν πειρατές αφού ουσιαστικά κούρσεβαν τους δυστυχείς αποκλεισμένους. Αλλά δεν ήταν παράνομοι και ανήθικοι τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ αυτούς που χρησιμοποιούσαν σαν όπλο την πείνα για να πετύχουν την παράδοση της πόλης.

Πολύ συχνά οι νόμιμοι μεταφορείς μεταβάλλονταν σε πειρατές και το ανάποδο. Σε κάθε περίπτωση οι πειρατές -καθότι εμπειροπόλεμοι λόγω επαγγέλματος- είχαν κατά περιόδους την ευκαιρία να σταδιοδρομήσουν «νόμιμα» μισθώνοντας τις υπηρεσίες τους σε κράτη και Βασιλείς. Ακόμη όμως και τότε δούλευαν κυρίως για τον εαυτό τους (γλυτώνοντας το κεφάλι τους κρατώντας παράλληλα και μέρος από τα κέρδη). Τα κράτη και οι Βασιλιάδες τους κέρδιζαν περισσότερο από την ζημιά που προκαλούσαν στους ανταγωνιστές τους παρά από την πειρατική λεία.

Οι πειρατές ως «ελεύθεροι επαγγελματίες» ανταγωνίζονταν σκληρά και αλληλοϋποβλέπονταν για το ποιος θα βάλει στο χέρι περισσότερη λεία. Έτσι δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο κάθε τόσο για αποφασισμένους Βασιλιάδες να τους μεταβάλουν σε «δημόσιους υπαλλήλους» αποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι οποιαδήποτε ώρα ήθελαν ήταν σε θέση να τους τελειώσουν. Απλά τους ερχόταν φθηνότερο να τους χρησιμοποιούν ως «εξωτερικούς συνεργάτες» από το να τους έχουν στην μισθοδοσία τους. Με τον τρόπο αυτό γινόταν προφανές ότι η πειρατεία (και αντίστοιχα η ληστεία στη στεριά) μπορούσε εύκολα ν’ αντιμετωπιστεί αν υπήρχε η σχετική βούληση.

Μια βούληση την οποία επέδειξε ο Καποδίστριας ο οποίος μέσα σ’ ένα εξάμηνο με τα λιγοστά μέσα που διέθετε (τα οποία όμως ήταν περισσότερα από αυτά των πειρατών) «καθάρισε» τις Ελληνικές θάλασσες από τους πειρατές. Ωστόσο ο «παράνομος» (διάβαζε αφορολόγητος) πλουτισμός συνέχιζε ν’ αποτελεί μεγάλο πειρασμό. Κια όπως γίνεται πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι πειρατές και οι λαθρέμποροι προσαρμόστηκαν στη νέα κατάσταση συνεχίζοντας τη δράση τους.

Οι πειρατές των θαλασσών (αλλά κια όσοι πλούτιζαν από τη θάλασσα) όπως και καθένας μας ενώ δούλευαν για τον εαυτό τους, ήθελαν ωστόσο ν’ ανήκουν κι αυτοί κάπου. Να είναι μέρος ενός Έθνους και πολίτες ενός Κράτους. Έτσι στην περίπτωση που το Έθνος τους ήταν σκλαβωμένο (δηλαδή δεν υπήρχε Κράτος) εκείνοι συμμεριζόμενοοι την τύχη του προσπαθούσαν ενισχύοντας το χρηματικά να το βοηθήσουν να ελευθερωθεί. Ήταν και αυτός ένας τρόπος (εκτός από τις δωρεές και τις αγαθοεργίες) να γίνουν αποδεκτοί και να νομιμοποιήσουν τόσο τους εαυτούς τους όσο και τα πλούτη τους (μέρος των οποίων μοιράζονταν με τους συμπολίτες τους).

Με την πρόοδο (εξέλιξη) της τεχνολογίας και της οικονομίας οι παλαιοί πειρατές βρήκαν νέο πεδίο δραστηριότητας. Οι μηχανές εσωτερικής καύσης κατέστησαν πρωταγωνιστή και «ατμομηχανή» της οικονομίας ένα ως τότε παραγνωρισμένο ορυκτό. Το πετρέλαιο αρχικά (το οποίο χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη σε πλήθος προϊόντα) και αργότερα τα ναρκωτικά, τα όπλα και η σωματεμπορία έγιναν τα αντικείμενα του σύγχρονου λαθρεμπορίου. Μόνο που τώρα μεταφέρονταν από φορτηγά πλοία με πολύχρωμες συνήθως σημαίες (τις «σημαίες ευκαιρίας») που ανήκουν σε απολύτως νόμιμες εταιρείες (πολλές από τις οποίες έχουν την έδρα τους σε εξωτικά κρατίδια και νησάκια).

Οι ιδιοκτήτες των εταιρειών αυτών είναι αναγνωρισμένοι επιχειρηματίες οι οποίοι ως τέτοιοι γίνονται αποδεκτοί από το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ακόμη και αν μερικούς τους «ακολουθούν» άσχημες φήμες και περίεργες ιστορίες. Ακόμη και οι νομικές τους εκκρεμότητες δεν φαίνονται ικανές να τους απονομιμοποιήσουν. Στο κάτω-κάτω όπως λένε και οι Αγγγλοσάξωνες: moneytalks. Έχουν πλέον τον τίτλο του «εφοπλιστή». Αν το δούμε από ετυμολογικής άποψης «εφοπλιστής» είναι αυτός που «οπλίζει/εξοπλίζει» ένα καράβι/πλοίο. Συνεπώς το «εφοπλιστής» δεν είναι ουσιαστικά διαφορετικό από το «καραβοκυραίος» και το «πλοιοκτήτης» όσο και αν ακούγεται πιο εύηχο. Δεδομένου ότι πολλοί από τους σημερινούς «εφοπλιστές» είναι στην ουσία η εξέλιξη των πειρατών και των λαθρεμπόρων δεν γίνεται να μην προσέξουμε την ειρωνία ότι το δεύτερο συστατικό της λέξης (το «οπλίζω») παραπέμπει στα όπλα με τα οποία είτε ήταν εξοπλισμένα τα πειρατικά είτε διακινούνται λαθραία από τα λαθρεμπορικά.

Η βάση του λαθρεμπόριου είναι η υψηλή φορολογία. Χωρίς την υψηλή φορολογία τα κέρδη από την λαθρεμπορία μειώνονται τόσο που δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να ρισκάρει κανείς την ζωή του και την ελευθερία του γι’ αυτό. Ωστόσο το λαθρεμπόριο καθίσταται δυνατό επειδή το Κράτος το επιτρέπει. Είτε γιατί αφήνει τρύπες στην νομοθεσία, είτε γιατί δεν κάνει σωστούς ελέγχους, είτε γιατί δεν φρουρεί τα σύνορα αποτελεσματικά, είτε τέλος γιατί δίνει χαμηλούς μισθούς στους δημόσιους υπαλλήλους που είναι επιφορτισμένοι με την καταπολέμηση του. Όταν το Κράτος αποφασίζει να «πράξει τα δέοντα» τότε οι λαθρέμποροι είτε βγαίνουν στη σύνταξη, είτε αλλάζουν δουλειά.

Από καιρόυ εις καιρόν και ειδικά όταν τα Δημόσια Έσοδα μειώνονται δραματικά (όπως τώρα) το Κράτος λαμβάνει μέτρα με τα οποία κλείνει κάποιες από τις τρύπες που υπάρχουν στην νομοθεσία και στο σύστημα ελέγχου ημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας για τους τέως πειρατές και νυν λαθρέμπορους. Τότε το λαθρεμπόριο γίνεται σχεδόν αδύνατο (τουλάχιστον αν δεν θές να σε πάρουν μυρουδιά). Ένα τέτοιο μέτρο ήταν η επιβολή του συστήματος «εισροών-εκροών» στα πρατήρια υγρών καυσίμων. Πλέον το Κράτος είναι σε θέση να «κάνει αποθήκη» στον πρατηριούχο αφού είναι σε θέση να γνωρίζει άμεσα τις αγορές κια τις πωλήσεις του (τις οποίες και αντιπαραβάλλει με τ’ αντίστοιχα τιμολόγια από το διυλιστήριο).

Οι περισσότεροι από εσάς θα νομίζετε ότι έτσι τελειώσαμε οριστικά με το λαθρεμπόριο στην περίπτωση μας των υγρών καυσίμων. Νομίζετε δηλαδή ότι τώρα θα είναι αδύνατο να πωληθούν και ν’ αγοραστούν λαθραία υγρά καύσιμα. Δυστυχώς όμως αυτό δεν είναι αληθές.

Το γεγονός ότι επεβλήθη το μέτρο του συστήματος «εισροών-εκροών» στα πρατήρια δυσκολεύει μεν το λαθρεμπόριο αλλά δεν το εξαφανίζει. Όπως μια ξαφνική (απρόσμενη) φυσική καταστροφή προκαλεί ανακατατάξεις στο οικοσύστημα έτσι και αυτό το μέτρο έκλεισε κάποιες τρύπες αλλά όχι όλες τις τρύπες. Έχουν παραμείνει κάποια «ανοίγματα» τα οποία δεν είναι εμφανή και από θεωρητικής άποψης τουλάχιστον δεν είναι νομικά, αλλά σχετίζονται με το γεγονός ότι αυτοί που ελέγχουν είναι άνθρωποι με αδυναμίες και ενδεχομένως οικονομικά προβλήματα.

Σύμφωνα με την νομοθεσία οι δεξαμενές των διυλιστηρίων (όπως και οι αποθήκες των εισαγωγέων οινοπνευματωδών) είναι «φορολογικές αποθήκες». Αυτό σημαίνει πως βρίσκονται κάτω από ένα ειδικό καθεστώς κρατικού ελέγχου. Έτσι προκειμένου να φύγει μια ποσότητα υγρών καυσίμων πρέπει αμέσως μόλις τιμολογηθεί να πληρωθούν οι αναλογούντες φόροι. Υποτίθεται ότι μέσω αυτού του καθεστώτος προασπίζονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα του Δημοσίου, δηλαδή όλων μας. Προφανώς όμως όπως κάθε σύστημα που διαμεσολαβείται από ανθρώπους έτσι και αυτό έχει τα τρωτά του σημεία, δηλαδή τους ίδιους τους ανθρώπους. Ένας τελωνειακός υπάλληλος με οικονομικά προβλήματα ή πολύ απλά με εθισμό στην κατανάλωση και την καλοπέραση δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Αντιθέτως οι έμμεσες ενδείξεις που υπάρχουν δείχνουν ότι είναι μάλλον συχνό φαινόμενο. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να κάνει την πρώτη χάρη λαμβάνοντας μια έστω συμβολική αρχικά ανταμοιβή. Μετά δεν θα μπορεί ν’ αρνηθεί να κάνει την επόμενη κ.ο.κ. χάρη είτε γιατί οι αναστολές του έχουν καμφθεί είτε γιατί εκβιάζεται με την αποκάλυψη της πρώτης εκείνης παρανομίας.

Η κινηματογραφική ατάκα «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη» αποτελεί την επιτομή της πειρατείας και του λαθρεμπορίου. Επειδή ακριβώς «τα λεφτά είναι πολλά» και τα συμφέροντα ομοίως πολλά και μεγάλα (όπως και οι εξαρτήσεις στις οποίες οδηγούν), ποτέ και πουθενά στον κόσμο μια κυβέρνηση δεν κλείνει ταυτόχρονα όλες τις τρύπες του νομικού και ελεγκτικού συστήματος. Πάντα αφήνει μια τρύπα έστω και μικρή να χάσκει. Μπορεί να είναι η διατύπωση/ερμηνεία μιας διάταξης ή μια Κοινή Υπουργική Απόφαση που καθυστερεί για χρόνια να εκδοθεί. Συνηθέστερα είναι απλώς μια στρατιά κακοπληρωμένων (και με μείωση μισθού και κατάργηση επιδομάτων) εξειδικευμένων υπαλλήλων οι οποίοι απλά προσπαθούν να μην εκτίθενται και κάπου-κάπου κάνουν την δουλειά τους πιάνοντας κάποιο μικρό ψάρι. Ακόμα και όταν έχουν καλυφθεί όλες οι τρύπες πάντα μένει χώρος για τους πειρατές και τους λαθρέμπορους, οι οποίοι συνεχίζουν την δραστηριότητα τους όσο «τα λεφτά είναι πολλά» και ακριβώς επειδή είναι πολλά (όσο μεγαλύτερη η φορολογία τόσο πιο πολλά τα λεφτά για τους πειρατές και τους λαθρέμπορους).

Το σύστημα «εισροών-εκροών» έβγαλε πιθανότητα στη σύνταξη τους μικρούς και μεσαίους λαθρέμπορους μειώνοντας την ανάγκη διαμεσολάβησης μεταξύ του «μεγαλολαθρέμπορου» και της αγοράς που αυτός εξυπηρετεί. Αυτό όμως κάθε άλλο σημαίνει πως ήρθε ταυτόχρονα με το σύστημα «εισροών-εκροών» το τέλος της παρανομίας. Τελικά το μόνο που χρειάζεται για να πειστεί το εκλογικό σώμα ότι γίνεται «πόλεμος κατά του λαθρεμπορίου» είναι ένα νομοσχέδιο (με τις ανάλογες αντιδράσεις από τους θιγόμενους) και μια αύξηση των Δημοσίων Εσόδων. Στο κάτω-κάτω λαθρεμπόριο σημαίνει απώλεια εσόδων άρα μεγαλύτερη φορολόγηση των πολιτών (οι οποίοι καλύπτουν πάντα τα ταμειακά ελλείμματα του Κράτους). Είναι όμως πράγματι έτσι;  

Αν ρωτήσετε τα στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών «ναι». Στο κάτω-κάτω αν δεν ξέρουν αυτοί που έχουν όλα τα στοιχεία ποιοι ξέρουν; Είναι όμως πράγματι έτσι; Τι κάνουν οι σύγχρονοι πειρατές και οι λαθρέμποροι τα λεφτά που βγάζουν; Τα λεφτά που χάνει το Δημόσιο από την πειρατεία και το λαθρεμπόριο «χάνονται» οριστικά ή μήπως κάποια από αυτά ξαναπέφτουν στην αγορά;       

Οι παραπάνω ερωτήσεις είναι κρίσιμες και οι απαντήσεις σ’ αυτές ουσιαστικές, καθώς όταν μιλάμε για την Οικονομία (οικονομική δραστηριότητα) πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι είναι ο χώρος στον οποίο δεν χωρούν ηθικολογίες˙ ενώ συχνά απουσιάζει και η ηθική. Κάθε πράξη της καθημερινότητας (καλή ή κακή) μας έχει τον αντίκτυπο της στην Οικονομία. Διαμορφώνει είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω το Α.Ε.Π. Πλέον η Ε.Ε. και όχι μόνο αναπροσάρμοσαν τον τρόπο υπολογισμού του Α.Ε.Π. και υπολογίζουν και το λαθρεμπόριο (παραοικονομία το λένε οι οικονομολόγοι). Ίσως μ’ ένα παράδειγμα γίνει περισσότερο κατανοητή η πολυσυνθετότητα του ζητήματος.

Έστω ποσότητα υγρών καυσίμων που φορτώνεται παράνομα από διυλιστήριο σε πλοίο προοριζόμενο για εξαγωγή. Το πλοίο ωστόσο παραδίδει διαδοχικά το φορτίο σε πελάτες εντός της Χώρας και ποτέ δεν φτάνει στον προορισμό του.

Στο κύκλωμα της λαθρεμπορίας εμπλέκονται με σειρά εμφάνισης οι πρακάτω:

  • Ο ιδιοκτήτης και τα στελέχη του διυλιστηρίου.        
  • Ο ιδιοκτήτης και το πλήρωμα του πλοίου που κάνει την μεταφορά (αν και σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά θα τα ρίξει στον καπετάνιο όπως γίνεται πάντα).
  • Όσοι αγοράζουν το λαθραίο φορτίο.
  • Τελωνειακοί, οι οποίοι και θα πρέπει να βεβαιώσουν την έξοδο του φορτίου από την Χώρα εφ’ όσον πρόκειται για εξαγωγή.

Έτσι μια μη πετρελαιοπαραγωγός Χώρα όπως η δικιά μας εισάγει πετρέλαιο, το επεξεργάζεται και τελικά το εξάγει επεξεργασμένο στο εξωτερικό εισφέροντας πολλά-πολλά λεφτά στο Εμπορικό Ισοζύγιο ως συνάλλαγμα. Όλοι όσοι εμπλέκονται στην φόρτωση και την διανομή του λαθραίου φορτίου μαζί μ’ αυτόν που έκλεισε την δουλειά βγάζουν κάποια «καλά λεφτά» αναλόγως της σημασίας τους στο κύκλωμα. Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα κείμενα της σειράς όσο πιο χαμηλά στην πυραμίδα των εισοδημάτων βρίσκεται κάποιος τόσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος τους ξοδεύουν.

Έτσι τα στελέχη του διυλιστηρίου, το πλήρωμα του πλοίου καθώς και οι πελάτες που αγοράζουν το δήθεν εξαγόμενο φορτίο αναμένεται να ξοδέψουν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που βγάζουν από το λαθρεμπόριο σε αγορές αγαθών μικρότερης ή μεγαλύτερης αξίας. Η καλυτέρευση τους βιοτικού τους επιπέδου μέσω μικροαγορών με τις οποίες «κακομαθαίνουν» τους δικούς τους, η αγορά ενός αυτοκινήτου, ενός σπιτιού ή η εξόφληση ενός δανείου-βραχνά είναι μερικές από τις επιλογές τους.

Οι μεγάλοι παίκτες (δηλαδή ο ιδιοκτήτης του διυλιστηρίου και αυτός του πλοίου) που βγάζουν και περισσότερα από τους υπόλοιπους ενδέχεται αυτά που βγάζουν να τα χρησιμοποιούν για την χρηματοδότηση άλλων (νόμιμων) επιχειρήσεων τους. Σε κάθε περίπτωση όταν «ξεπλύνουν» (νομιμοποιήσουν) αυτά τα χρήματα θα μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν εκτός από την χρηματοδότηση άλλων νόμιμων δραστηριοτήτων τους και για αγορές αγαθών μικρής και μεγάλης αξίας.

Βλέπουμε λοιπόν ότι όσον αφορά το λαθρεμπόριο σημασία δεν έχει μόνο από πού (από ποιο Κράτος) χάνονται τα λεφτά. Σημασία έχει που αυτά τελικά καταλήγουν και ειδικά που ξοδεύονται. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό αυτό φανταστείτε ότι η λειτουργία του Σίτυ του Λονδίνου και η δυνατότητα δραστηριοποίησης του και στα υπόλοιπα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. έφερε το 2014 πλεόνασμα άνω 3,5 δις Λιρών στο Εμπορικό Ισοζύγιο της Βρετανίας, το οποίο τελικά εμφάνισε έλλειμμα άνω των 34 δις Λιρών. Αν οι κάθε είδους φόροι του τραπεζικού κλάδου ήταν 67,5 δις Λίρες πόσο λιγότεροι θα είναι όταν η Βρετανία θα βγεί από την Ε.Ε. και έτσι δεν θα είναι μέρος υποδοχής μεγάλων κεφαλαίων;

Είναι προφανές πως δεν έχει νόημα (είναι άλλωστε και παραπλανητικά λαϊκιστικό) να εξετάζουμε την πορεία των Δημοσίων Εσόδων μόνο κατά κωδικό, κρίνοντας έτσι την επιτυχία ή την αποτυχία της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής κατά κλάδο. Η Οικονομία (οικονομική δραστηριότητα) λειτουργεί και με τους ηθικούς και με τους ανήθικους γιατί η ίδια δεν κάνει διαχωρισμούς και δεν έχει προτιμήσεις. Είναι στην ουσία ένα μεγάλο χωνευτήρι, μια μηχανή του κιμά που απλά λιώνει ότι της βάζουν. Η Οικονομία μπορεί και πρέπει να γίνεται αντικείμενο εξέτασης μόνο συνολικά και όχι αποσπασματικά. Μπορεί το μέγεθος του συνόλου κάθε φορά να διαφέρει. Άλλοτε θα είναι σ’ επίπεδο χωριού, άλλοτε σ’ επίπεδο κοινότητας, δήμου, νομού, περιφέρειας, Κράτους κ.λ.π. αλλά πάντα ως σύνολο. Μόνον έτσι έχει νόημα η εξέταση και η αντιπαραβολή με τους στόχους των Δημοσίων Εσόδων και Εξόδων.

Άλλωστε μόνο η μια όψη του ζητήματος (η λιγότερο σημαντική) αφορά το πόσα εισπράττουμε. Η άλλη όψη που είναι και η πλέον σημαντική είναι πόσα χρειάζεται να εισπράττουμε και κυρίως τι λειτουργίες επιτελούμε με τα λεφτά αυτά (τα οποία όταν δεν βρίσκονται από την φορολογία αναπληρώνονται από τον δανεισμό.            

Ωστόσο το κείμενο αυτό ξεκίνησε ως «μια πειρατική ιστορία» και έτσι θα πρέπει να καταλήξει. Από την άποψη αυτή πρέπει να καταλήξει με την προσωπική θέση του γράφοντος σχετικά με την πειρατεία και το λαθρεμπόριο. Αφήνοντας στην άκρη τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις του λαθρεμπορίου (οι οποίες δεν είναι πάντα ούτε δεδομένες ούτε ξεκάθαρες) μπορεί και πρέπει να γραφτεί ένα σχόλιο σχετικά με τις ηθικές επιπτώσεις του. Το λαθρεμπόριο είναι μια παραπληρωματική λειτουργία της οικονομίας χρονολογούμενη από την αυγή κιόλας της ανθρώπινης Ιστορίας και ενδεχομένως να προηγείται και της εμφάνισης της πορνείας. Αναφύεται σαν το αγριόχορτο εκεί όπου υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες (υψηλή φορολογία, πόλεμοι κ.λ.π.). Σαν το αγριόχορτο έχει βαθιές ρίζες και γι’ αυτό τον λόγο φέρνει στην επιφάνεια μεγάλα έσοδα στα οποία η «νόμιμη» Οικονομία δεν έχει πάντα πρόσβαση. Εξ’ αιτίας της λειτουργίας του αυτής αυξάνει τελικά τα εισοδήματα των ανθρώπων που εμπλέκονται σ’ αυτό και οι οποίοι τελικά ρίχνουν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων αυτών στην «νόμιμη» Οικονομία.

Κοντολογίς ο κίνδυνος από το λαθρεμπόριο και την πειρατεία σπάνια είναι οικονομικός ή κυρίως οικονομικός. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε πως εξ’ αιτίας τους (και στα πλαίσια της αντιμετώπισης τους) δουλεύουν μια σειρά κλάδοι και επαγγελματίες όπως ασφαλιστικές εταιρείες, στρατός, αστυνομία κ.λ.π. Ο κίνδυνος είναι πρωτίστως και κυρίως ηθικός. Ο πειρατής και ο λαθρέμπορος επειδή λειτουργούν ατομικά και έξω από την νομιμότητα συνηθίζουν να είναι ατομιστές. Τους είναι από δύσκολο έως αδύνατο να λειτουργήσουν ομαδικά (εκτός ίσως από εξαιρετικές περιπτώσεις). Μοιάζουν στους πλούσιους οι οποίοι ως επιτυχημένοι καθένας στον τομέα του θεωρούν τον πλούτο τους ως φυσικό επακόλουθο της εργατικότητας τους, της ευφυΐας τους και του ταλέντου τους και όχι ως προϊόν της εμπιστοσύνης που έδειξαν όλοι οι υπόλοιποι στα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, κάνοντας πλούσιους αυτούς και όχι κάποιους άλλους. Βέβαια πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν και πολύ άδικο να σκέφτονται έτσι γιατί τα πλούτη τους προήλθαν από κάποια από τις πολλές μορφές πειρατείας και λαθρεμπορίου.

   

Υ.Γ. Όλες οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν περάσει (μερικές βρίσκονται ακόμα) από το στάδιο της πειρατείας και του λαθρεμπορίου. Στις εποχές εκείνες ακόμα και αν δεν το υπέθαλπαν, τουλάχιστον το ανέχονταν γιατί γνώριζαν (και γνωρίζουν) ότι όπου συγκεντρώνονται μεγάλες ποσότητες χρήματος εκεί βρίσκεται και η πολιτική δύναμη (για να μην αναφερθούμε στο αυξημένο τοπικά επίπεδο διαβίωσης. Γι’ αυτό ακόμα και αν δεν συντηρούν πια μεγάλους πειρατικούς στόλους συνεχίζουν ωστόσο να χρησιμοποιούν τις ίδιες πρακτικές μέσω των «φορολογικών παραδείσων» και των ανεξάρτητων από ουσιαστικό κρατικό έλεγχο χρηματαγορών.    

 

3 Σεπτέμβρη 2016
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 5461 φορές