Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑ.

Είναι προφανές ότι οι νόμοι μιας πολιτείας συντάσσονται με γνώμονα τις ιδιαίτερες ανάγκες της. Ακόμη και όταν αφορούν την επικύρωση διωθνών συμφωνιών και πρωτοκόλλων, ακόμη και τότε υποτίθεται ότι η επίδραση τους για την πολιτεία έχει αξιολογηθεί ώς τελικά και συνολικά θετική. Ένα από τα προβλήματα αιχμής που έχουν ανακύψει το τελευταίο διάστημα είναι αυτό των «προσφύγων» και των «οικονομικών μεταναστών». Ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρούμε ότι τόσο το πρόβλημα όσο και οι νομικοί ορισμοί του «πρόσφυγα» και του «οικονομικού μετανάστη» είναι κάτι νέο. Ίσα-ίσα τα βρίσκουμε και στην Αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα στην Αρχαία Αθήνα.

Οι ξένοι στην Αρχαία Αθήνα.

Από άποψη Δικαίου στην Αρχαία Αθήνα οι ξένοι (οι μη Αθηναίοι) κατατάσσονταν είτε στην κατηγορία του «μέτοικου», είτε σ’ αυτή του «ξένου».

Ο μέτοικος ήταν κάτοικος Αθηνών, ο οποίος δεν είχε πολιτικά δικαιώματα. Υπόκειτο σε υψηλότερη φορολογία (το «μετοίκιο») από τον «πολίτη», αλλά σε κάποιες περιπτώσεις ήταν δυνατόν ν’ αποκτήσει το προνόμιο να πληρώνει τους ίδιους φόρους με τον πολίτη («ισοτέλεια»). Είχε επίσης την υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας. Ορισμένοι προνομιούχοι μέτοικοι μπορούσαν ν’ αποκτήσουν κυριότητα γής και κτιρίων στην Αττική, όπως επίσης και να υπηρετήσουν στο στρατό μαζί με τους πολίτες και όχι με το «σώμα των μετοίκων». Ο μέτοικος είχε το δικαίωμα να μιλά ο ίδιος στο δικαστήριο χωρίς να έχει ανάγκη τον «προστάτη» του γι’ αυτό.

Ένας ξένος για να μεταβληθεί σε μέτοικο έπρεπε να υποβάλλει αίτηση εγγραφής στα μητρώα ενός από του Δήμους και «χρεωνόταν» σ’ έναν Αθηναίο πολίτη, ο οποίος ήταν γι’ αυτόν «εγγυητής» ή «προστάτης».

Ο ξένος από νομική άποψη ήταν σε χειρότερη θέση από τον μέτοικο. Εκτός του ότι δεν του επιτρεπόταν να κατέχει οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα, δεν μπορούσε να κατέχει γή ή κτίρια στην Αττική και δεν μπορούσε να παντρευτεί Αθηναία. Αν ήθελε να εμπορευτεί έπρεπε να πληρώσει έναν ειδικό φόρο τα «ξενικά». Ο ξένος είχε περιορισμένα δικονομικά δικαιώματα, αν και βρισκόνταν σε καλύτερη θέση μόνον από τον πολίτη που είχε στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα.

Ωστόσο ο Σόλωνας με νόμο επέτρεπε την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη από αλλοδαπό σε δύο περιπτώσεις:

  • Αν αυτός εξοριζόταν οριστικά από την πατρίδα του.
  • Αν μετέφερε όλο το νοικοκυριό του για να εγκατασταθεί στην Αθήνα με σκοπό ν’ εξασκήσει είτε μια τέχνη είτε ένα επάγγελμα.

Η μεταναστευτική πολιτική της Αρχαίας Αθήνας μεταβάλλεται ανάλογα με την ανάγκη της Πόλης-Κράτους σε ανθρώπινο δυναμικό. Όσο η Αττική ήταν αραιοκατοικημένη και υπήρχε ανάγκη κατοίκων η απόκτηση της Αθηναΐκής υπηκοότητας ήταν ευκολότερη. Αργότερα με νόμο που εισήγαγε ο Περικλής για να θεωρείται κάποιος Αθηναίος πολίτης έπρεπε και οι δύο γονείς του να είναι Αθηναίοι πολίτες πριν τον γάμο τους.

Είναι προφανές πώς για τους Αρχαίους Αθηναίους ο «ξένος» αντιστοιχούσε στον «οικονομικό μετανάστη». Από την άλλη ο «μέτοικος» μπορούσε να θεωρηθεί είτε ως «οικονομικός μετανάστης» είτε ως «πρόσφυγας» και πάντως αποτελούσε ένα ιδιόρυθμο από άποψης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθεστώς. Δεδομένου ότι η επικράτεια της Αθήνας εκτεινόταν πρακτικά εντός της Αττικής οι γαίες που ήταν διαθέσιμες ήταν περιορισμένες. Για τον λόγο αυτό η απόκτηση ακινήτων περιουσιακών στοιχείων ήταν μεν αποκλειστικό δικαίωμα των Αθηναίων πολιτών, με τις εξαιρέσεις, δε, που σκόπιμα είχε αφήσει ο νομοθέτης.

Όταν ο Σόλωνας κλήθηκε να μεταρρυθμίσει την νομοθεσία του Δράκοντα (απ’ όπου πήραν την ονομασία τους οι «σκληροί» και «απάνθρωποι» νόμοι) θεώρησε σκόπιμο να επιτρέψει στους αλλοδαπούς την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη (δηλαδή, της «ιθαγένειας») μόνον αν ο αλλοδαπός απέκοπτε κάθε δεσμό με την προηγούμενη πατρίδα του ή αν μετεγκαθιστούσε όλο το νοικοκυριό του στην νέα του πατρίδα.

Ενώ στην πρώτη περίπτωση η Αθήνα απέφευγε τις προστριβές με την πόλη προέλευσης του αλλοδαπού και στις δύο περιπτώσεις για να του αποδώσει την Αθηναϊκή ιθαγένεια έθετε ως προϋπόθεση αυτός να συνδέσει την τύχη του με την δική της. Με τον τρόπο αυτό οι καρποί της οικονομικής δραστηριότητας παρέμεναν εντός της Αθήνας. Ο πλούτος παρέμενε εδώ ισχυροποιώντας την πόλη η οποία αναλόγως της οικονομικής επιτυχίας των πολιτών της απέβλεπε σε μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα.

Δεδομένου ότι μόνον οι Αθηναίοι πολίτες είχαν πολιτικά δικαιώματα και έχοντας υπόψη ότι αυτά δεν αποδίδονταν βάσει της υπηκοότητας (την οποία με τα σημερινά κριτήρια είχαν οι μέτοικοι, αλλά όχι οι ξένοι) αλλά βάσει της ιθαγένειας (ιδιότητα του πολίτη) ο νομοθέτης μ’ αυτό τον τρόπο προφύλασσε τα «πάγια» συμφέροντα της Πόλης-Κράτους, η διεύθυνση των οποίων παρέμενε σ’ «Αθηναϊκά χέρια» (δηλαδή, όσων τα συμφέροντα βρίσκονταν στην Αττική). Όλοι οι άλλοι μπορούσαν να διαμένουν στην Αθηναϊκή επικράτεια ασκώντας την οικονομική τους δραστηριότητα, πληρώνοντας τους αντίστοιχους φόρους χωρίς να ελπίζουν σε κάποια καλυτέρευση της κατάστασης τους (αν και όπως είδαμε δεν ήταν όλοι στην ίδια μοίρα). Η τέτοια νομική μεταχείριση έδινε μια «προστιθέμενη αξία» στην Αθηναϊκή ιθαγένεια καθιστώντας την επίζηλη μεταξύ όσων «τυχερών» μπορούσαν να την αποκτήσουν.

Μια βασική διαφορά του «χθές» με το «σήμερα» σε νομικό επίπεδο είναι ότι σήμερα τα πολιτικά δικαιώματα απονέμονται με βάση την «υπηκοότητα» και όχι την «ιθαγένεια». Με τα σημερινά δεδομένα και οι ξένοι (με τη συμπλήρωση κάποιου χρονικού διαστήματος) θα είχαν το δικαίωμα να ψηφίζουν και να καθορίζουν τις τύχες της Αθήνας. Επιπλέον εκείνη την περίοδο ΔΕΝ υπάρχει η σημερινή ευκολία (δια)κίνησης κεφαλαίων και μετακίνησης, οπότε τόσο η μεταφορά κεφαλαίων από περιοχή σε περιοχή όσο και η μετεγκατάσταση ολόκληρου του νοικοκυριού ήταν σημαντικές αποφάσεις. Όπως άλλωστε είδαμε και στα σχετικά με το έργο του Ντέιβιντ Ρικάρντο κείμενα οι ίδιες ουσιαστικά συνθήκες επικρατούσαν μέχρι και τον 19ο αιώνα, δημιουργώντας ένα σχετικά ασφαλές και ευνοϊκό για την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα κλίμα. Το πολύ-πολύ να υπήρχαν μεταξύ χωρών συμφωνίες όπως αυτή της «Λατινικής Ένωσης» (στην οποία θ’ αναφερθώ προσεχώς) που όμως περιορίζονταν σε νομισματικά/οικονομικά αλλά όχι εμπορικά ζητήματα.

Ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι οι περιορισμοί στην απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη (άρα και των αντίστοιχων δικαιωμάτων) υπήρχαν μόνο στην Αρχαιότητα. Τέτοιου είδους περιορισμοί (ή σωστότερα η επιβολή συγκεκριμένων προϋποθέσεων) για την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων γινόταν με βάση θρησκευτικά κριτήρια. Έτσι οι πολίτες της Ιρλανδίας είχαν πολιτικά δικαιώματα μόνον αν ήταν Προτεστάντες. Το ίδιο ίσχυε και για τους Έλληνες των νησιών που είχαν πέσει στα χέρια των Καθολικών από την Δ’ Σταυροφορία (1204) και μετά. Μόνον όσοι ασπάζονταν τον Καθολικισμό είχαν πολιτικά δικαιώματα. Η τέτοια τακτική είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όταν η αλλαξοπιστία ευνοούνταν (αν και όχι σε υπερβολικούς αριθμούς). Οι Μουσουλμάνοι ΔΕΝ πλήρωναν φόρους και από πολιτικής άποψης βρίσκονταν σε άλλο επίπεδο ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Στην Αρχαιότητα ο διαχωρισμός σε πολίτες και μη πολίτες με βάση την θρησκευτική πίστη ΔΕΝ ήταν όχι μόνον αναγκαίος αλλά ούτε και τον διανοούνταν κανείς. Ο λόγος ήταν πολύ απλός: Οι Αρχαίοι Θεοί ήταν μεταξύ τους συγγενείς. Ο «Τρωικός Πόλεμος» ήταν κατά μια έννοια ένας «ενδοοικογενειακός καυγάς». Όλες οι θρησκείες της Μεσογειακής Λεκάνης μοιράζονταν περισσότερο ή λιγότερο κοινά στοιχεία. Ήταν σαν από μια κοινή θρησκεία να προέκυψαν οι κατά τόπους διαφοροποιήσεις. Όλα αυτά όμως ίσχυαν μόνον μέχρι την εμφάνιση των αποκαλούμενων «μονοθεϊστικών» θρησκειών∙ των θρησκειών που εισήγαγαν την διαφοροποίηση: «Όποιος δεν είναι δικός μας, είναι εχθρός μας», στη βάση της οποίας (μεταξύ άλλων κριτηρίων) όπως είδαμε παραπάνω κρίνονταν η παροχή ή όχι των πολιτικών δικαιωμάτων.

Σε κάθε περίπτωση η νομοθεσία ήταν προσανατολισμένη στην διαφύλαξη, την μακροημέρευση και τελικά την ισχυροποίηση της Πολιτείας∙ η οποία μιας και η Οικονομία είναι «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» γινόταν σε βάρος των γειτονικών της πολιτειών. Προφανώς και αυτό δεν θα μπορούσε να διαρκέσει για πολύ.

Υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη «σύμπτωση» η οποία για τον λόγο αυτό ΔΕΝ είναι σύμπτωση. Υπάρχει ένα ηλικιακό όριο πέραν του οποίου η απόδοση των θεσμών όπως και των δέντρων όχι μόνο φθίνει, αλλά και γίνεται αρνητική. Το όριο αυτό είναι μεταξύ τω 70 και 80 ετών. Για τους ανθρώπους από την φύση τους αυτό το όριο ταυτίζεται με την «κλιμακτήριο». Μετά τα 70-80 χρόνια ένα δάσος πρέπει να παραδώσει την θέση του σε νέα φυντάνια. Μετά τα πρώτα 70-80 χρόνια η Αθηναϊκή Δημοκρατία είχε μεταβληθεί σε οχλοκρατία και οδηγούσε σταθερά στην αποσύνθεση της. Μετά τα 70-80 χρόνια (ακόμη και σήμερα πόσο μάλλον τότε) τα προβλήματα υγείας είναι τόσα και τέτοια που η παράταση του βίου (παρά τις εξαιρέσεις) θεωρείται «βάρος».

Επιπλέον έχει παρατηρηθεί ότι και ο «οικονομικός κύκλος» έχει περίοδο 70-80 χρόνια. Δηλαδή, κάθε 70-80 χρόνια προκαλείται μια «οικονομική κρίση». Στην Αρχαιότητα όμως αυτό δεν ίσχυε ακριβώς έτσι. Δεδομένου ότι οι μοντέρνες οικονομικές εφευρέσεις όπως η Ανώνυμη Εταιρεία και οι μετοχές (δηλαδή, η πίστη σε μελλοντικά κέρδη με τα οποία θ’ αποπληρώνονταν οι σημερινές υποχρεώσεις) ΔΕΝ υπήρχαν οι οικονομικές κρίσεις ήταν αποτέλεσμα είτε πολέμου είτε φυσικής καταστροφής, είτε τέλος της υπερβολικής συγκέντρωσης του πλούτου στα χέρια λίγων. Καθένας έφερε το βάρος των προσωπικών του επιλογών ή/και της προσωπικής του τύχης/ατυχίας. Σε περίπτωση χρεοκοπίας μόνον αυτός και η οικογένεια του υφίσταντο τις κυρώσεις, όχι όλη η υπόλοιπη κοινωνία.

Ωστόσο, οι τέτοιες οικονομικές κρίσεις ήταν τοπικές. Σε πολλές περιπτώσεις ήταν και επαναλαμβανόμενες (σε κάποιες περιπτώσεις σε σύντομα χρονικά διαστήματα) όπως άλλωστε μαρτυρά και η Ιστορία τους. Αν υπήρχε η ελεύθερη (δια)κίνηση κεφαλαίων τότε θα παρατηρούσαμε -από τότε ακόμη- τα ίδια με σήμερα αποτελέσματα.

Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι ο «ξένος» στην Αρχαία Αθήνα ήταν στην ίδια μοίρα και συμμεριζόταν την ίδια τύχη με τον «οικονομικό μετανάστη» και τον «πρόσφυγα» του σήμερα. Στα τέλη Απρίλη του 2015 στην σειρά που διαβάζετε είχε σχολιαστεί η δήλωση του τότε Υπουργού Προστασίας του Πολίτη κου Πανούση σύμφωνα με την οποία οι «πρόσφυγες» θα μπορούσαν να τονώσουν την αγροτική παραγωγή (βλέπε εδώ).

Το ζήτημα της αγροτικής παραγωγής είναι ένα διαχρονικά «πονεμένο» ζήτημα. Μετά τον Β’ Π.Π. και τον καταστροφικό από κάθε άποψη για την ύπαιθρο «Εμφύλιο» το βάρος της αγροτικής παραγωγής έπεσε στους ώμους όσων ΔΕΝ μπόρεσαν να μεταναστεύσουν είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Καθώς εισέρρεε χρήμα από τα Κοινοτικά Ταμεία -δημιουργώντας πλούτο για τους Έλληνες αγρότες- το βάρος της αγροτικής παραγωγής πέφτει στους αλλοδαπούς (Πολωνούς, Αφγανούς, Ινδούς, Γιουγκοσλάβους) και στους Τσιγγάνους είτε σε μόνιμη είτε σε περιοδική βάση. Με το άνοιγμα των συνόρων και την ανέλεγκτη εισροή των Αλβανών η αγροτική (και όχι μόνο) παραγωγή περνά στα χέρια τους. Οι Έλληνες της υπαίθρου μεταβάλλονται (όσοι μπορούν) σε μικρότερους ή μεγαλύτερους εισοδηματίες.

Πλέον και με βάση την υπάρχουσα πληροφόρηση οι εργάτες των χωραφιών της δεκαετίας του ’90 και του 2000 έγιναν πλέον ιδιοκτήτες (μικροί ή μεγαλύτεροι), δηλαδή «νοικοκυραίοι»∙ δημιουργώντας ανάγκη για νέα εργατικά χέρια. Σύμφωνα με πληροφορίες αρκετές κρίσιμες γεωργικές εργασίες γίνονται με καθυστέρηση επειδή ΔΕΝ υπάρχουν τ’ αναγκαία εργατικά χέρια. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην αύξηση του αντίστοιχου κόστους παραγωγής, αφού για να γίνουν εγκαίρως αυτές οι εργασίες πρέπει να πληρωθούν μεγαλύτερα μεροκάματα. Για παράδειγμα η συλλογή των καρπών της ελιάς η οποία στις περισσότερες περιοχές πρέπει να έχει γίνει μέσα στον Νοέμβρη (και πάντως πριν τα τέλη) σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται τον Δεκέμβρη.

Δεδομένου του κοινωνικού κυρίως αλλά και οικονομικού status -το οποίο απολαμβάνουν στην επαρχία (που έχει μικρότερο κόστος διαβίωσης σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα)- τόσο οι Έλληνες όσο και οι πρώην εργάτες γής Αλβανοί φαίνεται να υπάρχει ανάγκη νέων εργατικών χεριών. Από την άποψη αυτή το πρόγραμμα για την γεωργική εκπαίδευση 200 «προσφύγων-οικονομικών μεταναστών» ηλικίας 15-18 ετών (βλέπε εδώ) ΔΕΝ φαίνεται σαν μια ακόμη κυβερνητική παραξενιά. Το πολύ-πολύ να φανερώνει την σκοπιμότητα της πολιτικής που αρχικά ευνόησε και μετά ακολούθησε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο ζήτημα της εισροής «προσφύγων». Μιας πολιτικής η οποία σκόπιμα μετέβαλλε κατά τόπους την Χώρα σ’ ένα τεράστιο «στρατόπεδο συγκέντρωσης».

Προφανώς, όμως, τώρα υπάρχει μια συγκεκριμένη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία θέτει αφ’ εαυτής πιεστικά δεδομένα. Δεδομένα τόσο δημογραφικά όσο και οικονομικά∙ αλλά κυρίως πολιτισμικά. Έχοντας υπ’ όψη την ευκολία επικοινωνίας που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία όσο και την αντίστοιχη μετακίνησης παρατηρείται το φαινόμενο οι «οικονομικοί μετανάστες» να ΜΗΝ θέλουν ν’ αφομοιωθούν από τις κοινωνίες υποδοχής τους. Θέλουν να «μεταφέρουν» τις συνήθειες της πατρίδας τους στις χώρες υποδοχής τους. Έτσι λειτουργούν ως «ξένο σώμα» στις θετές τους πατρίδες. Αναλόγως δε των συνθηκών θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μόνιμη «πέμπτη φάλαγγα» συγκεντρώνοντας την δίκαια ή άδικη υποψία των «ιθαγενών».

Συνεπώς η μη παροχή πλήρων πολιτικών δικαιωμάτων στους «οικονομικούς μετανάστες» και τους «πρόσφυγες» που ΔΕΝ εγκαθίστανται πλήρως και για συγκεκριμένη τουλάχιστον περίοδο ΕΙΝΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. Στο κάτω-κάτω η διεύθυνση των εσωτερικών υποθέσεων κάθε Χώρας είναι δική της υπόθεση και πρέπει να καθορίζεται από τα συμφέροντα της και μόνον.

 

Υ.Γ. Προκειμένου ν’ αποφύγω τις σκόπιμες παρανοήσεις και τις ηλίθιες τοποθετήσεις σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα των «προσφύγων» και των «οικονομικών μεταναστών» επικαλούμαι το δόγμα όσων ασχολούνται με το «φυτικό και ζωικό βασίλειο». Το δόγμα αυτό συνίσταται στην ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ της άκριτης εισαγωγής φυτικών και ζωικών ειδών τα οποία μετά την εισαγωγή τους θα μπορούσαν να εξαφανίσουν τα ιθαγενή, όπως οι «κονκισταδόρες» αφάνισαν τους ιθαγενείς της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής μέσω των ασθενειών που εισήγαγαν. Ασθενειών στις οποίες οι ντόπιοι ΔΕΝ είχαν προλάβει ν’ αναπτύξουν αντισώματα. Άλλωστε όπως προκύπτει και από τις τελευταίες επιθέσεις σε Βρετανία και Γαλλία το κύριο όπλο των επιτιθέμενων εκτός του φανατισμού και του αισθήματος (σωστού ή λάθος ΔΕΝ έχει σημασία) της αδικίας είναι η ΥΠΗΚΟΟΤΗΤΑ βάσει της οποίας αυτοί μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα.

 

24 Ιούνη 2017
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 5239 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑ.