Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ.

Σύμφωνα με την Χριστιανική (και όχι μόνο) θρησκεία ο Άνθρωπος είναι το επίκεντρο αλλά και το επιστέγασμα της Δημιουργίας. Όλα γύρω του υπάρχουν για να τα χρησιμοποιεί αυτός κάνοντας έτσι ευκολότερη την ζωή του. Καθίσταται έτσι το μέτρο με βάση το οποίο μετράται η χρησιμότητα όλων (έμψυχων και αψύχων). Αν, τώρα, αντικαταστήσουμε την «χρησιμότητα» με το αντίστοιχο της «αξία χρήσης» μιλάμε για την Πολιτική Οικονομία και όχι για θρησκευτικά. Η παγίδα που κρύβει αυτή η θεώρηση του κόσμου που μας περιβάλλει είναι ότι αυτός αλλάζει μόνο όταν και στον βαθμό που κάθε φορά μας συμφέρει. Με άλλα λόγια θεωρούμε πως τα βουνά, τα δάση, η θάλασσα ΔΕΝ αλλάζουν ή σωστότερα ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ν’ αλλάζουν. Τι κι αν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο. Στο κάτω-κάτω αν κάτι το αγνοείς είναι ΣΑΝ πράγματι να μην υπάρχει.

Στην έννοια της «χρησιμότητας» («αξίας χρήσης») περιλαμβάνεται και η «ομορφιά» («αισθητική αξία»). Έτσι, για παράδειγμα, θεωρούμε ότι ένας δάσος εκτός της όποιας οικονομικής του αξίας (αναλόγως των δέντρων που περιλαμβάνει) υπάρχει κυρίως για την δική μας αισθητική ευχαρίστηση. Είναι σαν να υπήρχε ανέκαθεν εκεί και σαν να πρόκειται να υπάρχει εσαεί (εκτός αν κάτι βίαια και απροσδόκητα το καταστρέψει πέρα και πάνω από κάθε πιθανότητα αναδημιουργίας). Θεωρούμε το δάσος αναλλοίωτο όπως ακριβώς είναι ένα απολίθωμα. Αυτό, όμως, είναι παράλογο αφού το απολίθωμα είναι η εικόνα ενός από καιρό πεθαμένου οργανισμού◦ την ίδια στιγμή που αρεσκόμαστε να το θεωρούμε ως «πηγή ζωής».

Η συγκεκριμένη οπτική έχει επηρεαστεί από μια ιδεαλιστική θεώρηση της «Μητέρας Φύσης», η οποία έχει τις ρίζες της στην Αναγέννηση. Σύμφωνα μ’ αυτή υπάρχουν (ή πρέπει να υπάρχουν) κάποια πράγματα τα οποία ΔΕΝ θα αποτιμώνται σε λεφτά. Θα παραμείνουν «αμόλυντα» από το χρήμα. Είναι αυτό που λέμε «ρομαντισμός». Η αντίληψη αυτή έχει αποδειχθεί στο πέρασμα του χρόνου τόσο ισχυρή που ΔΕΝ υποχωρεί ούτε αν σκεφτούμε πόσα από τα πράγματα που χρησιμοποιούμε καθημερινά προϋποθέτουν την οικονομική εκμετάλλευση του δάσους. Το γεγονός ότι ΔΕΝ βλέπουμε πως παράγονται το χαρτί και τα έπιπλα μας μας βοηθά να μην σκεφτόμαστε το οξύμωρο του πράγματος. Επιπλέον, έχουμε κάνει τα πράγματα ακόμη ευκολότερα από τη στιγμή που αποφασίσαμε ότι κάποια δάση (όπως και κάποιες κατηγορίες ανθρώπων) έχουν περισσότερα «δικαιώματα» από κάποια άλλα.

Το παράλογο της υπόθεσης είναι ότι οι μη ειδικοί θεωρούμε «σημαντικότερο» ένα δάσος μεγάλης ηλικία (όσο μεγαλύτερο τόσο πολυτιμότερο) το οποίο θα πρέπει να διατηρήσουμε όσο γίνεται ανέπαφο. Φυσικά η τέτοια απόφαση μας βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην αγάπη μας για τα απολιθώματα και μάλιστα τα «ζωντανά». Γιατί από την άποψη της «Μητέρας Φύσης» η διατήρηση ενός δάσους άνω των 80 ετών είναι το ίδιο με το να προσπαθείς να διατηρήσεις στην ζωή με κάθε μέσο έναν συνταξιούχο με προβλήματα υγείας μόνο και μόνο για να εισπράττεις τη σύνταξη του.

Όπως και με τους ανθρώπους έτσι και τα δάση όσο περισσότερο γερνάνε τόσο λιγότερο παραγωγικά γίνονται. Ωστόσο, ακόμα και όταν η απόφαση μας έχει να κάνει μόνο με αισθητικά κριτήρια, ΔΕΝ σημαίνει ότι οι οικονομικές της επιπτώσεις είναι γι’ αυτό λιγότερο σημαντικές. Κάθε άλλο μάλιστα.

Για παράδειγμα:

Η διατήρηση αναλλοίωτου ενός δάσους υψηλής αισθητικής αξίας προϋποθέτει την προκαταβολική δαπάνη ενός μεγάλου ποσού χρημάτων, το ύψος των οποίων ΔΕΝ είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Πρέπει ν’ αγοραστεί ο απαραίτητος πυροσβεστικός εξοπλισμός (αεροπλάνα, οχήματα, στολές, εξοπλισμός πεζοπόρων τμημάτων), να γίνουν προσλήψεις και εκπαίδευση προσωπικού και να δημιουργηθεί ο κατάλληλος συντονιστικός μηχανισμός. Τέλος -εκτός από όλα τα παραπάνω- πρέπει να δαπανάται ετησίως ένα ποσό για την αντίστοιχη καμπάνια με την οποία θα προσπαθείς να πείσεις ένα Λαό που στην πλειοψηφία του προσπαθεί ν’ αποφύγει τις υποχρεώσεις του ότι είναι «υποχρέωση η προστασία των δασών». Το μήνυμα θα έπρεπε στην ουσία να είναι πως η «προστασία» (όποιο περιεχόμενο και αν έχει) των δασών του έρχεται φθηνότερα. Έτσι το αποτέλεσμα της ετήσιας καμπάνιας θα ήταν καλύτερο.       

Οι οικονομικές επιπτώσεις όσων αναφέρθηκαν παραπάνω είναι από κάθε άποψη σημαντικές. Δεν είναι σημαντικές μόνον από την άποψη του Κράτους (το οποίο δαπανά λεφτά). Είναι σημαντικές και για την «αγορά» (εγχώρια και εξωτερική), αφού αγοράζεται εξοπλισμός και προσλαμβάνεται προσωπικό. Όπως γίνεται κατανοητό οι δαπάνες για τον εξοπλισμό πρέπει να επαναλαμβάνονται περιοδικά, ενώ οι αντίστοιχες για το προσωπικό (ακόμη και αν αυτό είναι εποχιακό) εξαιτίας της δημιουργίας θέσεων εργασίας συντελούν στην αύξηση της κατανάλωσης και άρα του Α.Ε.Π.

Το πρόβλημα δεν έγκειται στο ποσό που δαπανάται, αλλά στο ότι σχεδόν ποτέ ΔΕΝ υπάρχει γενικότερη συμφωνία αν αυτό ήταν αρκετό ή όχι. Η εκάστοτε Κυβέρνηση εστιάζει στο συνολικό ποσό θεωρώντας ότι και μόνο η επίκληση του θα έπρεπε να είναι αρκετή. Η εκάστοτε Αντιπολίτευση αναλόγως της πολιτικής της τοποθέτησης είτε θα βρίσκει τα λεφτά λίγα είτε ότι σπαταλήθηκαν είτε και τα δύο. Στην ουσία το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται πρώτα και κύρια στην οπτική με την οποία βλέπουμε τα πράγματα. Η οπτική αυτή λέγεται «όφελος» ή αλλιώς «κόστος».

Όταν ανάβει μια φωτιά οι προσπάθειες κατάσβεσης της επικεντρώνονται στους οικισμούς όπου κινδυνεύουν σπίτια και ανθρώπινες ζωές ή τα μοναστήρια. Αυτό σημαίνει ότι από την πλευρά του Κράτους η ιδιωτική περιουσία καθώς και η ανθρώπινη ζωή κοστολογούνται περισσότερο από την ίδια την «Μητέρα Φύση». Με τη σειρά του αυτό σημαίνει ότι σ’ ένα άτυπο ισοζύγιο η «Μητέρα Φύση» εμφανίζει «έλλειμμα» σε σχέση μ’ ότι μπορεί εύκολα και με σχετική ασφάλεια ν’ αποτιμηθεί σε χρήμα (αν και η «συναισθηματική αξία» μιας περιουσίας ή μιας ζωής ΔΕΝ είναι δυνατόν να εκτιμηθεί). Αυτό, όμως, είναι όχι μόνο άδικο αλλά και λάθος.

Ας φανταστούμε ότι έχουμε μπροστά μας ένα ενιαίο δάσος το οποίο συν τοις άλλοις διαθέτει όλων των ειδών τα δέντρα. Οπωροφόρα, δέντρα με οικονομική αξία (ελιές, μαόνια αλλά και δέντρα για χαρτί) όπως και δέντρα με αισθητική και μόνο αξία συνθέτουν το δάσος μας. Υποθέτοντας ότι το τμήμα του φανταστικού μας δάσους ΔΕΝ έχει άλλη οικονομική αξία (ούτε καν τουριστική) από οικονομικής άποψης «αξίζει» τουλάχιστον όσο τα καθαρά έσοδα που αποφέρουν όλα τα υπόλοιπα τμήματα του τα οποία και έχουν οικονομική αξία. Μέρος των «κερδών» από την εκμετάλλευση του υπολοίπου δάσους θα πρέπει να δαπανάται για την συντήρηση/προφύλαξη του. Τα υπόλοιπα θα πρέπει να δαπανώνται για την συντήρηση/προφύλαξη του οικονομικά εκμεταλλεύσιμου δάσους.

Ωστόσο, αν και τα παραπάνω είναι όχι μόνο «λογικά», αλλά και «σωστά» ΔΕΝ συμβαδίζουν με την άποψη περί «προστασίας της Φύσης» όπου ως «προστασία» θεωρείται η μη οικονομική εκμετάλλευση των δασών. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η άποψη μπορεί μεν να φαίνεται λογική, αλλά στην ουσία ΔΕΝ έχει κανένα σοβαρό έρεισμα. Ειδικά όταν το σχετικά πρόσφατο παρελθόν μας αποδεικνύει το αντίθετο.

Δεν πάει πολύς καιρός που όλη η επαρχία ζούσε από την οικονομική εκμετάλλευση της Φύσης◦ στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι διάφοροι τύποι δασών. Από την εκμετάλλευση των πευκοδασών για το ρετσίνι τους μέχρι την υλοτομία. Η αστυφιλία που προκλήθηκε εξαιτίας και του Β’ Π.Π. οδήγησε στην εγκατάλειψη της υπαίθρου και άρα στην σταδιακή μείωση της οικονομικής εκμετάλλευσης των δασών. Έτσι τα πουρνάρια που υπό «κανονικές» συνθήκες είναι θάμνοι έγιναν δέντρα και στην πορεία δάση, αφού ΔΕΝ υπήρχε κάποιος να τα κόψει για τα ξύλα του χειμώνα. Μεταξύ του κατοίκου της υπαίθρου και του δάσους και ακριβώς εξαιτίας της εκμετάλλευσης του δεύτερου από τον πρώτο είχε δομηθεί μια συμβιωτική σχέση. Γιατί μόνον αν είσαι άρπαγας (πειρατής ή πλιατσικολόγος) και δεν ενδιαφέρεσαι παρά μόνον ,για το «παρόν» ΔΕΝ κατανοείς πως για να εκμεταλλεύεσαι κάτι (ή κάποιον) και στο μέλλον πρέπει να τον φροντίζεις όσο γίνεται καλύτερα «σήμερα». Όταν αυτή η συμβιωτική σχέση διακοπεί ή διαταραχθεί, τότε τα πράγματα χειροτερεύουν και για τις δύο πλευρές.

Δεδομένου, όμως ότι «η Φύση απεχθάνεται τα κενά» μετά από λίγο καιρό θεωρούμε «φυσική» την επέκταση των πουρναριών τα οποία πλέον έχουν γίνει δάση. Την θεωρούμε, δε, τόσο «φυσική» που όταν κάποιος αντικαθιστά (κόβοντας τα) τα πουρνάρια με ελιές τον θεωρούμε «εγκληματία». Η τέτοια «εγκληματική» πράξη είναι στην ουσία μια πράξη «δέσμευσης» και προστασίας της Φύσης, καθώς η ελιά απαιτεί για να είναι παραγωγική φροντίδα τόσο της ίδιας όσο και του περιβάλλοντος.

Όλα τα παραπάνω έχουν νόημα όταν τ’ αντιμετωπίζουμε χωρίς θεωρητικές και ιδεολογικές παρωπίδες. Είτε μιλάμε για την «προστασία» (δηλαδή την αειφόρο εκμετάλλευση) των δασών και της Φύσης γενικότερα, είτε μιλάμε για την εξόρυξη πολύτιμων οικονομικά μετάλλων πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη μας ότι αυτή σχετίζεται άμεσα (και είναι ανάλογη) με το οικονομικό όφελος από την εκμετάλλευση της. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε με αυτό που αποκαλούμε ως «Αριστερά της Οικολογίας».

Με τον όρο αυτό υποτίθεται πως εννοούμε ότι η Αριστερά στις περιοχές που ΔΕΝ έχει επικρατήσει παρουσιάζει μεγαλύτερη οικολογική ευαισθησία/συνείδηση από τις υπόλοιπες παρατάξεις οι οποίες δεν νοιάζονται παρά μόνο για το κέρδος. Ακόμη και αν αυτό αληθεύει (και σε αρκετές περιπτώσεις όντως αληθεύει) αυτό ισχύει μόνον επειδή οι οικονομικές αποφάσεις που σχετίζονται με την εκμετάλλευση της Φύσης μπορούν μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών να προσβληθούν/αναθεωρηθούν ή και να ματαιωθούν. Η δυνατότητα αυτή υφίσταται μόνο στις «Δυτικού τύπου Δημοκρατίες» ακόμη και όταν αυτές λειτουργούν μόνον τυπικά. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις οικολογικών καταστροφών που προκλήθηκαν επειδή στις κεντρικά λαμβανόμενες αποφάσεις ΔΕΝ υπήρξε δυνατότητα αντίλογου (και προφανώς καμία σχετική διαδικασία).  

Για παράδειγμα όταν η Σοβιετική Ηγεσία οραματίστηκε την καλλιέργεια βαμβακιού εκεί που υπήρχε μόνον έρημος με την χρησιμοποίηση νερού από την λίμνη Αράλη, κανείς (ούτε η «Αριστερά της Οικολογίας») ΔΕΝ θα τολμούσε να εναντιωθεί. Προείχε η απόδειξη της ανωτερότητας του Καθεστώτος, το οποίο μέσω ενός ακόμη τεχνολογικού «θαύματος» θα κέρδιζε πόντους θαυμασμού και συμπάθειας έναντι των Η.Π.Α. Ακόμη και αν υπήρχε κάποιος που καταλάβαινε ότι η άντληση μεγάλων ποσοτήτων (μεγαλύτερων απ’ όσες μπορούσε ν’ αναπληρώσει φυσικά η λίμνη) οδηγούσε αρχικά στην συρρίκνωση και στη συνέχεια στην οριστική της εξαφάνιση (σε λίγο θα υπάρχει μόνον σε φωτογραφίες και τους χάρτες) και ότι η αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων που τελικά θα κατέληγαν στην ίδια την λίμνη θα ευθυνόταν για χιλιάδες περιπτώσεις καρκίνου και τερατογενέσεων (που καταλήγουν πάντα σε επώδυνο θάνατο) ΔΕΝ θα τολμούσε να εναντιωθεί με λόγια ή έργα.

Συνεπώς, το θέμα ΔΕΝ είναι αν τα δάση πρέπει ή δεν πρέπει να είναι αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης. Αυτό είναι δεδομένο. Το μόνο ζητούμενο είναι η όσο γίνεται καλύτερη διασφάλιση της αειφόρου εκμετάλλευσης τους. Μιας αειφόρου εκμετάλλευσης η οποία μπορεί να είναι αποδοτική μόνον όταν γίνεται σε τοπική κλίμακα και από τους ντόπιους οι οποίοι και νοιάζονται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον για τον τόπο τους.  

 

23 Σεπτέμβρη 2017
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 1703 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ.