Προφανώς, ο Καραμανλής εννοούσε ότι ο ίδιος ως Πρωθυπουργός δεν είχε τον πλήρη έλεγχο της Κρατικής Μηχανής τμήματα της οποίας ελέγχονταν από απρόσιτα σ’ αυτόν κέντρα. Ωστόσο, τον τόπο παραδοσιακά κυβερνά το συμφέρον μιας ομάδας ατόμων, η τύχη των οποίων ταυτίζεται με και εξαρτάται από τα συμφέροντα των προστατών αυτού του τόπου. Σαν κάθε δεσπότη που σέβεται τον εαυτό του αυτή η ομάδα ατόμων αφ’ ενός δεν επιθυμεί να μοιραστεί μ’ άλλους την εξουσία της και αφ’ ετέρου δεν θέλει να «χαλαρώσει τα λουριά» περισσότερο απ’ όσο είναι απολύτως απαραίτητο.
Τόσο στο θέμα της μοιρασιάς της εξουσίας όσο και στο χαλάρωμα του ελέγχου το μοναδικό κριτήριο είναι η σχέση κόστους προς το όφελος. Όσο ο Γεώργιος Α’ έβλεπε πως δεν υπήρχαν σοβαρές αντιδράσεις άλλαζε Πρωθυπουργούς κατά πως τον βόλευε. Όταν οι αντιδράσεις έγιναν σοβαρές καθιέρωσε την «αρχή της δεδηλωμένης» (αν και ο εγγονός του Γεώργιος Β’ την καταπάτησε εκ νέου διορίζοντας το 1936 Πρωθυπουργό του τον Ι. Μεταξά). Όταν το 1922 ο Κωνσταντίνος Α’ είδε ότι δεν μπορούσε παρά τη θέληση του να μείνει μια ακόμη μέρα στον θρόνο γιατί δεν είχε πλέον κανένα έρεισμα την έκανε για τας Ευρώπας αρνούμενος να παραιτηθεί (για να δικαιούται να επιστρέψει) εκτιμώντας σωστά το πολιτικό προσωπικό του κόστος. Τέλος, όταν το 1963 το παρακράτος δολοφόνησε τον Λαμπράκη, το έκανε με βάση την εκτίμηση πως παρά τις παρενέργειες το συνέφερε αυτός ο φόνος.
Μετά την πτώση της Χούντας όταν και συμφωνήθηκε το παιχνίδι της εξουσίας να φαίνεται ότι παίζεται αποκλειστικά με κοινοβουλευτικούς όρους η σχέση κόστους προς το όφελος προσδιορίζεται από τ’ αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Είναι αυτό που έχει επικρατήσει να ονομάζεται «πολιτικό κόστος». Το «πολιτικό κόστος» έχει παντού και πάντα την ίδια καταλυτική επίδραση. Είτε πρόκειται για μια Κυβέρνηση στην αρχή της θητείας της είτε για μια χωρίς καμία πιθανότητα επανεκλογής στις τελευταίες της μέρες. Και η μια και η άλλη νοιώθουν την ίδια παραλυτική επίδραση και συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο.
Από κει και πέρα ότι ειπωθεί είναι απλώς πρόφαση για όσα ΔΕΝ θα κάνουν. Και δεν θα τα κάνουν γιατί δεν θα τους συμφέρει. Εκτός και αν μπορούν να μετακυλήσουν κάπου αλλού το κόστος. Σε κάθε περίπτωση θα προσπαθήσουν να φανούν πως κάνουν το καλύτερο δυνατό για το (κοινωνικό) σύνολο, ακόμη και αν με τον τρόπο αυτό αποδεικνύονται αδύναμες ή κατώτερες των περιστάσεων. Αλλά, και γι’ αυτή την περίπτωση σίγουρα θα έχουν πρόχειρη κάποια δικαιολογία.
Όλα τα παραπάνω εφαρμοζόμενα στην διεξαγωγή του Τελικού Κυπέλλου Ελλάδας μας δίνουν τα δύο ακόλουθα ενδεχόμενα:
- Αν το «πολιτικό κόστος» δεν μπορεί να μετακυληθεί αλλού (FIFA & UEFA) ο Τελικός θα γίνει σε άδειο γήπεδο.
- Αν το «πολιτικό κόστος» μπορεί να μετακυληθεί σε FIFA & UEFA, τότε ο Τελικός θα γίνει με θεατές και «ο Θεός βοηθός».
Δυστυχώς για μια τόσο αδύναμη και απολύτως συμφεροντολόγα Κυβέρνηση όπως η σημερινή (αλλά και για οποιαδήποτε άλλη) το «πολιτικό κόστος» έχει δύο όψεις. Και μπορεί ως Κυβέρνηση να κάνεις τους υπολογισμούς σου, αλλά αυτοί έχουν «μολυνθεί» από την επιθυμία σου να κρατηθείς στην εξουσία. Από την άλλη κανείς δεν σου εγγυάται ότι το ίδιο μ’ εσένα αποτέλεσμα βγάζουν και οι ψηφοφόροι, αντιλαμβανόμενοι με τον ίδιο τρόπο την κατάσταση. Αν για παράδειγμα έχεις σε σύντομο χρονικό διάστημα εξαντλήσει το «πολιτικό λάδι» σου που σ’ άλλους φτάνει για 2 τετραετίες και η φθορά σου είναι μεγάλη, τότε ίσως να μην σε βοηθήσει η προφύλαξη από το «πολιτικό κόστος» αλλά η έκθεση σ’ αυτό. Το τελευταίο αυτό ενδεχόμενο ταιριάζει περισσότερο σ’ όσους έχοντας αποδεχθεί το μοιραίο ψάχνουν μια «ηρωική έξοδο».
Συνεπώς, η απόφαση της σύσκεψης της επόμενης Δευτέρας σχετικά με τον Τελικό Κυπέλλου εκτός του ότι θα μας λύσει την απορία για το αν θα υπάρχουν ή όχι θεατές θα μας δώσει και μια πρώτη και έγκυρη ένδειξη για το πως αντιλαμβάνεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το πολιτικό του μέλλον.
03 Μάη 2019
«πανταχού παρών 1».






















































































