Αυτή είναι και η ιστορία πίσω από την ζωή και τον θάνατο μιας από τις πλέον αμφιλεγόμενες ποδοσφαιρικές και όχι μόνο προσωπικότητες που έχουν ζήσει ως σήμερα. Ο λόγος για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Με αφορμή το σχόλιο του Δ. Καμπουράκη σύμφωνα με το οποίο ο μακαρίτης ήταν «γελοία προσωπικότητα» (βλέπε εδώ) θα κάνουμε ένα μακροβούτι στο παρελθόν εξετάζοντας αν ο Μαραντόνα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από οποιονδήποτε γονιό έχει ένα αγόρι που μαθαίνει ποδόσφαιρο σαν «παράδειγμα προς μίμηση» ή αντίθετα «προς αποφυγή». Στο μακροβούτι αυτό θα επιχειρήσω να ερμηνεύσω γιατί ο Μαραντόνα απολαμβάνει μιας ιδιότυπης ασυλίας.
Προτού, όμως, ξεκινήσει το μακροβούτι στην ιστορία του Ντιέγκο είναι απαραίτητη μια υποσημείωση. Όπως και σε κάθε θάνατο διασημότητας κάποιοι αρνούνται να δεχτούν την προσωπική ευθύνη του νεκρού για τον θάνατο και ψάχνουν εναγωνίως να την χρεώσουν σε κάποιον άλλο. Κάποιον που θα έπρεπε να είναι αρκετά κοντά του και για τον λόγο αυτό η ευθύνη του για τον θάνατο του ινδάλματος τους ισοδυναμεί με «εσχάτη προδοσία». Αυτό γίνεται και τώρα, αφού όπως διαβάζουμε ερευνάται ο ρόλος του προσωπικού γιατρού του Μαραντόνα (βλέπε εδώ). Από μια άποψη είναι καλό το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η έρευνα, αν και θα ήταν πολύ καλύτερο να διεξαχθεί σωστά και χωρίς προκαταλήψεις▪ κάτι δύσκολο μιας και πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα θέλει να πιστέψει ότι «κάτι περίεργο συνέβη» που οδήγησε στον θάνατο του ινδάλματος του. Τίποτα λιγότερο δεν θα κάνει τους φανατικούς οπαδούς του να νοιώσουν καλύτερα. Γιατί, η εικόνα του εν ζωή έκανε τη δική τους λιγότερο αφόρητη. Γι’ αυτό στο συλλογικό τους υποσυνείδητο δεν τον «αφήνουν» να πεθάνει.
Κανείς μας δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον επαγγελματία από τον οικογενειάρχη ή οποιοδήποτε άλλο ρόλο υποδυόμαστε στην ζωή μας. Όλοι μας οι ρόλοι είναι αξεδιάλυτοι και τελικά δημιουργούν το αμάλγαμα του χαρακτήρα μας. Σε ποιες όψεις του εστιάζουν όσοι μας αγαπούν, μας μισούν ή μας απεχθάνονται είναι καθαρά δικό τους θέμα. Η γνώμη τους δεν είναι περισσότερο αλλά λιγότερο έγκυρη αφού καθένας τους εστιάζοντας σ’ έναν μόνο τομέα παραγνωρίζει τη συνεισφορά στην γενική εικόνα όλων των υπολοίπων.
Ο Μαραντόνα ΔΕΝ ήταν μόνο ποδοσφαιριστής και ενδεχομένως η συγκυρία έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην εικόνα που έχουν γι’ αυτόν οι θαυμαστές του. Άσχετα αν είχε τη στόφα του ηγέτη (ή αν του αποδόθηκε από τύχη αυτός ο ρόλος) το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Ντιέγκο όσα έκανε τα έκανε για τον εαυτό του (ακόμη και αν εξαιτίας του βασιλικού ποτίζεται και η γλάστρα). Ήθελε να ζει όπως του άρεσε αδιαφορώντας για τους γύρω του και τις συνέπειες των πράξεων του.
Ως ποδοσφαιριστής ήταν η επιτομή του παιδιού που ξημεροβραδιάζεται στην αλάνα και με τα κόλπα του και την «αλήτικη» συμπεριφορά του κερδίζει αρχικά τη συμπάθεια όσων βρίσκονται στην ίδια μοίρα και στη συνέχεια όσων θα ήθελαν να είναι (ποδοσφαιρικά τουλάχιστον) σαν αυτόν. Προφανώς, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της οικογένειας επέδρασε στην αντίληψη που είχε για τον κόσμο γύρω του. Πάνω και πριν απ’ όλα το ποδόσφαιρο για τον Μαραντόνα ήταν το εισιτήριο εξόδου από την φτώχεια και εισόδου στον «κόσμο των πλούσιων και των επιτυχημένων». Ωστόσο, δεν είναι για όλους τους χαρακτήρες η επιτυχία▪ κάτι που έμελλε να επιβεβαιωθεί στην περίπτωση του Μαραντόνα.
Μαραντόνα και Νάπολι.
Πιθανότατα αν ο Ντιέγκο παρέμενε στην Μπαρτσελόνα να ήταν λίγο-πολύ καλύτερος χαρακτήρας και ίσως «παράδειγμα προς μίμηση». Πήρε, όμως, μεταγραφή στον Ιταλικό Νότο και για μάλιστα την Νάπολι. Ναρκωτικά, γυναίκες και λεφτά μπορείς σίγουρα να βρεις σε όλες τις πόλεις. Σε λίγες, όμως, όπως η Νάπολι ο συνδυασμός μπορεί να γίνει καταστροφικός (ειδικά αν στην καθημερινότητα της πόλης ξεχωρίζεις όπως «η μύγα μες το γάλα» λόγω της σημαντικότητας σου γι’ αυτή). Στη Νάπολι ο Μαραντόνα ήταν για τους κατοίκους της «Βασιλιάς». Ένας «Βασιλιάς» χωρίς απόλυτη εξουσία, αφού την εξουσία εκεί την έχει η «Καμόρα».
Αν θα θέλαμε να κάνουμε έναν απολογισμό της παρουσίας του εκεί θα έπρεπε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως όσα τους έδωσε τόσα τους πήρε πίσω (βλέπε εδώ) ακόμα και αν οι Ναπολιτάνοι έχουν διαφορετική γνώμη. Το χειρότερο ΔΕΝ είναι πως «έστησε» κατ’ εντολή της «Καμόρα» την Νάπολι. Το χειρότερο ήταν ότι έγινε μαριονέτα της▪ ένας «Βασιλιάς» ανδρείκελο. Το χείριστο ήταν πως ένοιωσε ότι είχε το ΔΙΚΑΙΩΜΑ να το κάνει. Στα μάτια του με τις πράξεις του δεν πρόδιδε μια πόλη, αλλά προασπιζόταν τα δικά του συμφέροντα.
Ο αθλητισμός και ειδικότερα το ποδόσφαιρο καταφέρνουν καμιά φορά συγκυριακά έστω και για λίγο να κάνουν τους μικρούς να αισθανθούν δυνατότεροι απ’ ότι αντικειμενικά είναι. Να νοιώσουν ότι βρίσκονται στην κορυφή του Ολύμπου στον Άρη (βλέπε εδώ). Από εκεί όλα φαίνονται αστεία και λιγότερο σημαντικά μέχρι τη στιγμή που θα επιστρέψουν στην σκληρή καθημερινότητα τους. Η κατάκτηση δύο Σκουντέτων από την Νάπολι, ενός Κυπέλλου Ιταλίας και ενός Κυπέλλου UEFA μπορεί να μην άλλαξε την οικονομική μοίρα των Ναπολιτάνων, ωστόσο έστω και για λίγα χρόνια τους έκανε περήφανους γιατί μπόρεσαν μ’ αυτό τον τρόπο «να μπουν στο μάτι» του Ιταλικού Βορρά. Δεδομένου, όμως, ότι οι αντικειμενικές συνθήκες σιγά-σιγά εξέλιπαν τα επόμενα χρόνια η επιστροφή στην αφάνεια (3 Κύπελλα Ιταλίας και αυτά την τελευταία 10ετία) αύξησε την πίκρα και την νοσταλγία για την «χρυσή εποχή» της πόλης και της ομάδας.
Η συγκυρία που δημιούργησε τον μύθο του Ντιέγκο.
Αν, όμως, τα προηγούμενα εξηγούν την αντιμετώπιση του από τους Ναπολιτάνους, σε τι οφείλεται η εικόνα που έχουν γι’ αυτόν όλοι οι υπόλοιποι και ειδικά οι «Αριστεροί»; Οφείλεται σε μια ευνοϊκή γι’ αυτόν σειρά συγκυριών που σε συνδυασμό με την επιλεκτική δική του αντίληψη για τον κόσμο και την κοινωνία δημιούργησε την εικόνα ενός «αγίου» για τους φανατικούς του θαυμαστές. Προτού προχωρήσω πρέπει να σημειώσω πως μόνο από την δεκαετία του ’80 και μετά και αφού είχε πλέον γίνει κατανοητό ότι ΔΕΝ επρόκειτο να συμβεί η «παγκόσμια επανάσταση» θα μπορούσε ο Μαραντόνα να θεωρείται (και να λατρεύεται ως) «Αριστερός».
Γιατί, μόνον τότε και με βάση την παγκόσμια έκλυση των ηθών σε συνδυασμό με την ολοένα και μεγαλύτερη παράδοση στην κατανάλωση θα μπορούσε:
- ένας «κοκάκιας»
- που «σπέρνει» μπάσταρδα με γυναίκες τις οποίες μετά ΔΕΝ θυμάται,
- «στήνει» αγώνες της ομάδας που αγαπά και πο,
- μαγνητοφωνεί τις έφηβες Ναπολιτάνες όταν συνουσιάζεται μαζί τους (για να ακούει στα μεγάφωνα των αποδυτηρίων με τους συμπαίκτες του τις μαγνητοφωνήσεις για να «σπάει πλάκα»)
να θεωρείται «Αριστερός». Γιατί, μόνο τότε (και σήμερα) ένα τατουάζ του Τσε (για τον θάνατο του οποίου ο Κάστρο φέρει μεγάλη ευθύνη σύμφωνα με την KGB) και μια επίσκεψη στον Κάστρο (με τις απαραίτητες φωτογραφίες) σε συνδυασμό με την φτωχική καταγωγή του θα έφταναν να τον κατατάξουν στα «ινδάλματα» για τους «Αριστερούς». Από την άποψη αυτή ο Ντιέγκο ήταν τυχερός γιατί λίγα χρόνια πριν η φωτογραφία του θα συνόδευε στο λεξικό το λήμμα (όρο) «αλήτης» και η ύπαρξη του θ’ αποδιδόταν στις παθογένειες του Καπιταλισμού (οπότε ΔΕΝ θα μπορούσε ν’ αποτελεί «ίνδαλμα» για κανέναν «Αριστερό» και ειδικά Κομμουνιστή). Αυτά, όμως, είναι «σημεία των καιρών».
Αν ήταν ανέκδοτο θ’ άρχιζε κάπως έτσι:
«Ήταν ένας Αργεντινός, ένας Τυνήσιος και ένας Βούλγαρος στο Μεξικό…»
Αλλά δεν ήταν ανέκδοτο, παρά μόνον η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’86 στο Μεξικό. Όπου παραπάνω «Αργεντινός» ο Μαραντόνα, ο «Τυνήσιος» ήταν ο Αλί Μπιν Νάσερ και ο «Βούλγαρος» ο Μπόγκνταν Ντότσεφ. Οι δύο τελευταίοι ήταν ο διαιτητής και ο επόπτης του αγώνα μεταξύ στην Αργεντινή και την Αγγλία. Και οι δυό τους ΔΕΝ είδαν(;) το «χέρι του Θεού» που έστειλε την μπάλα στα δίχτυα της Αγγλίας για το 1-0.
Εξαιτίας αυτής της ποδοσφαιρικής απάτης η Αργεντινή απέκλεισε την Αγγλία (στο ποδόσφαιρο οι Βρετανοί μετέχουν χωριστά) για να φτάσει τελικά στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η δεύτερη (και τελευταία μέχρι σήμερα) κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου εκτός του ποδοσφαιρικού ταλέντου της Αργεντίνικης Εθνικής Ομάδας και ειδικά του Μαραντόνα απέδειξε ότι οι «αλμπισελέστε» ΔΕΝ μπορούν χωρίς σκάνδαλο να πάρουν το Τρόπαιο (η προηγούμενη κατάκτηση ήταν το 1978 στο Π.Κ. της Αργεντινής επί δικής τους Χούντας σε μια μοναδική από άποψη συστήματος διεξαγωγής διοργάνωση που ξεσήκωσε και πολιτικές διαμαρτυρίες).
Ο συγκεκριμένος αγώνας διεξήχθη τέσσερα χρόνια μετά τον «Πόλεμο των Φώκλαντς» το 1982 μεταξύ Μ. Βρετανίας και Αργεντινής. (Το ομώνυμο νησιωτικό σύμπλεγμα ανήκει στις Βρετανικές κτήσεις από το 1833 και στα χωρικά του ύδατα υπάρχει πετρέλαιο. Το 1982 η Αργεντίνικη Χούντα στο «κύκνειο άσμα» της -με το οποίο προσπάθησε ν’ αποπροσανατολίσει από τα εσωτερικά ζητήματα θεωρώντας ότι εξαιτίας των αμυντικών περικοπών η Βρετανία δεν θα έστελνε στρατό να τα ανακαταλάβει- επιτέθηκε στο νησιωτικό σύμπλεγμα. Η τελική έκβαση του πολέμου ήταν η νίκη των Βρετανών και αντίστοιχα η ταπεινωτική καθ’ ότι εντός έδρας ήττα των Αργεντίνων.) Έτσι, δεν μπορεί παρά ν’ αναρωτηθεί κανείς αν στην περίπτωση που οι «κακοί» Βρετανοί (απομεινάρια μιας άλλοτε κραταιάς και γι’ αυτό μισητής από πολλούς αυτοκρατορίας) δεν είχαν νικήσει τους Αργεντίνους (από τους οποίους είχαν αρπάξει τα νησιά) ο Τυνήσιος και ο Βούλγαρος θα είχαν δει το «χέρι του Θεού». Ωστόσο, αυτό δεν θα το μάθουμε (μάλλον) ποτέ καθώς και η φάση ήταν δύσκολη και η ώρα που γινόταν ο αγώνας περίεργη και το φως παίζει περίεργα παιχνίδια καμιά φορά.
Πάντως ακόμα και να το είχαν δει και ν’ αποφάσισαν να «κάνουν την πάπια» αφενός δεν θα ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο και αφετέρου θ’ αποτελούσε μια «Θεία Δίκη» για τους Άγγλους (οι οποίοι το 1966 κατέκτησαν το Τρόπαιο στην χώρα τους νικώντας στον Τελικό την Δ. Γερμανία μ’ ένα γκολ που αν και πιθανότατα δεν μπήκε ποτέ, ωστόσο ο Σοβιετικός επόπτης Μπαχράμοφ το κατακύρωσε. Περισσότερα για τα προβλήματα των υπολοίπων Αγγλικών γκολ στον Τελικό βλέπε εδώ).
Επιμύθιο.
Ώστε, η αντιπάθεια για τους νικητές (πρώην Βρετανική Αυτοκρατορία) του «Πολέμου των Φώκλαντς», το ποδοσφαιρικό του ταλέντο, ένα τατουάζ με τον Τσε και μια επίσκεψη στον Κάστρο (ελπίζω να μην του θύμωσε γιατί δεν τον είχε χτυπήσει και εκείνον τατουάζ) με υπόβαθρο την φτωχική του καταγωγή ήταν αρκετά για να ξεπλύνουν στα «μάτια των Αριστερών» όλες του τις αμαρτίες. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος τους ότι αυτές ακριβώς οι αμαρτίες (αδυναμίες) τον έκαναν (συγγραφική αδεία) ταυτόχρονα τόσο «ανθρώπινο» και τόσο «θεϊκό». Εκτός αν αυτός που το ισχυρίζεται είναι άγιος, ο ισχυρισμός του θα ήταν στο 99% των περιπτώσεων ψέμα.
Γιατί, αν ο μακαρίτης ήταν αυτό που θέλουν να βλέπουν οι θαυμαστές του τότε είναι λογικό να συμπεράνουμε πως θα τον ήθελαν για παρέα των παιδιών τους και ίσως για γαμπρό τους (όσοι έχουν κόρη). Σε αντίθετη περίπτωση ψεύδονται. Δυστυχώς ή ευτυχώς ο Ντιέγκο δεν κατοικεί πια εδώ και δεν θα φωτίζει τις ζωές των θαυμαστών του με τη παρουσία του, παρά με την απουσία του. Ευτυχώς, τουλάχιστον, που με τον θάνατο του δεν θα γίνει μάρτυρας όσων θα εμφανιστούν και θα ζητήσουν εξετάσεις dna για να δουν αν είναι μπάσταρδα (εκτός νόμου) παιδιά του (βλέπε εδώ). Επιπλέον, τώρα ως νεκρός δεν έχει πλέον οικονομική ανάγκη να ξεπουλιέται αριστερά και δεξιά για μερικές χιλιάδες Πέσος (ή Δολλάρια ή Ευρώ) όπως τότε που μασκαρεύτηκε φορώντας την φανέλα του «γνήσιου Γαύρου» και αποκτώντας «Κάρτα Μέλους» της ομάδας του Πειραιά (βλέπε εδώ). Κάτι είναι κι’ αυτό, δε νομίζετε;
Υ.Γ. Με τον Δ. Καμπουράκη να μην τα βάζετε. Μπορεί πολλές φορές να μη σας αρέσουν όσα (και όπως τα) λέει, αλλά τουλάχιστον ξέρει πολλή ιστορία▪ που οι περισσότεροι από εσάς (που τα βάζετε μαζί του) αγνοείτε. Στην χειρότερη για εσάς περίπτωση σκόπιμα αποκάλεσε τον Μαραντόνα «γελοία προσωπικότητα» έτσι ώστε να του επιτεθείτε και σ’ απάντηση σας να επανέλθει με αυτό το κείμενο.
Σημείωση: Η φωτογραφία του κειμένου είναι μια απ’ αυτές που ο Ντιέγκο αρμάντο Μαραντόνα έβγαλε με τον αρχηγό της Καμόρα. Έτσι για την «ιστορική μνήμη».
08 Δεκέμβρη 2020
«πανταχού παρών 1».






















































































