Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ (ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ, ΤΗΣ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΟΥΣ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
(ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ, ΤΗΣ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΟΥΣ)

(ΜΕΡΟΣ Α')

Μέρος Β’.

Γνωρίζουμε ότι η σχέση μεταξύ επιχειρήσεων και κράτους είναι μια σχέση έλξης-απώθησης και για τον λόγο αυτό είναι προβληματική. Λειτουργεί (όπως κάθε τέτοιου είδους σχέση) εκβιαστικά στη βάση ότι αυτός που κατά περιόδους κυριαρχεί επιβάλει τους όρους του. Ακόμη όμως και όταν φαίνεται πώς υπάρχουν δεσμευτικοί όροι και στενές προϋποθέσεις σχετικά με τη λειτουργία των εταιρειών η κατά περίπτωση εφαρμογή τους τις καθιστά ουσιαστικά «νεκρό γράμμα». Ακολούθως θα δούμε ποιες είναι οι πρακτικές επιπτώσεις της μη αδειοδότησης μιάς Α.Α.Ε. και θα σχολιάσουμε κατά πόσον συμφέρει την υπόλοιπη κοινωνία αυτό. Τέλος θα αναφερθούμε στο τι –κατά τη γνώμη μας- θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη σχετικά με τις αδειοδοτήσεις των Α.Α.Ε. έτσι ώστε να μην «νοθεύεται» ο ανταγωνισμός στα πλαίσια των πρωταθλημάτων αλλά και να προστατεύονται τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου.

Η αδειοδότηση στο παρόν.

Θέλοντας το κράτος να απο-δείξει ότι επιβάλει και τηρεί αδιάβλητους και αντικειμενικούς κανόνες εισήγαγε την Ε.Ε.Α. στην διαδικασία ελέγχου και πιστοποίησης των Α.Α.Ε. στα πρωταθλήματα. Οργανικά η Ε.Ε.Α. ανήκει στην Γ.Γ.Α. η οποία με βάση την αθλητική νομοθεσία έχει τον έλεγχο των Α.Α.Ε. για όλα τα ζητήματα πλήν εκείνων που αφορούν στην λειτουργία τους σαν Α.Ε. Το κομμάτι της λειτουργίας ως Α.Ε. ελέγχει το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο από το 1999 ως την εισαγωγή της Ε.Ε.Α. το 2002 ήταν επιφορτισμένο και με τον έλεγχο της τήρησης των οικονομικών υποχρεώσεων των Α.Α.Ε. έναντι των αθλητών.

Η Ε.Ε.Α., λοιπόν, έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες:

  • Ελέγχει τόσο τις Α.Α.Ε. όσο και τα σχετιζόμενα με αυτές πρόσωπα για την τήρηση της νομοθεσίας γενικά.
  • Ερευνά την τήρηση των οικονομικών υποχρεώσεων στον επαγγελματικό της Α.Α.Ε. σύνδεσμο, τους προπονητές και αθλητές του, το ιδρυτικό σωματείο, τα γυμναστήρια.
  • Απευθύνει συστάσεις και οδηγίες.
  • Χορηγεί τις προβλεπόμενες άδειες και εγκρίσεις.
  • Καταγγέλλει τις παραβάσεις της αθλητικής νομοθεσίας στις αρμόδιες αρχές.
  • Επιβάλλει πρόστιμα.
  • Εκδίδει οδηγίες.
  • Γνωμοδοτεί ύστερα από αίτημα του Υπουργού Πολιτισμού ή των ομοσπονδιών ή των επαγγελματικών ενώσεων.

Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο είναι γνωστή στην κοινή γνώμη η Επιτροπή είναι η παροχή της ετήσιας αδειοδότησης, η οποία αποτελεί το διαβατήριο για τη συμμετοχή σε κάθε επαγγελματικό πρωτάθλημα. Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι η μεταχείριση των ομάδων οι οποίες δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν το πιστοποιητικό είναι στο χέρι των επαγγελματικών ενώσεων οι οποίες και διοργανώνουν τα πρωταθλήματα και όχι στα χέρια της Επιτροπής.

Δεδομένου ότι η άδεια δεν δίνεται κυρίως εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει μια Α.Α.Ε. η μη παροχή της οδηγεί σ’ ένα από δύο ενδεχόμενα:

  • Στην συμμετοχή της ομάδας της Α.Α.Ε. στο πρωτάθλημα με διαφορετικούς όρους από τις υπόλοιπες συμμετέχουσες ομάδες (ποσόστωση στις μετεγγραφές και άλλοι περιορισμοί), κάτι που αποτελεί μια «νέα μόδα» (ειδικά τα τελευταία χρόνια).
  • Στην επιλογή από τους μετόχους της Α.Α.Ε. της λύσης και εκκαθάρισης της εταιρείας με την δήλωση της σε μη επαγγελματική κατηγορία και την δημιουργία νέας. Με την «λύση» αυτή στην ουσία θίγονται τα συμφέροντα (οικονομικά και εργασιακά) όσων συναλλάσσονταν με την Α.Α.Ε. καθώς και του κράτους, το οποίο και δεν εισπράττει τους οφειλόμενους από την Α.Α.Ε. φόρους κυρίως τους έμμεσους (Φ.Π.Α., Φ.Μ.Υ., Χαρτόσημα κάθε είδους).

Κοινός τόπος είναι ότι η Ε.Ε.Α. δεν έχει ανταποκριθεί στην αποστολή της είτε επειδή ο έλεγχος περιορίζεται μεταξύ φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας από τη μια πλευρά, είτε επειδή ο έλεγχος στα οικονομικά των Α.Α.Ε. καθίσταται τυπικός αφού όσες Α.Α.Ε. έχουν οικονομικά προβλήματα προβαίνουν σε συνεχόμενους διακανονισμούς «κερδίζοντας χρόνο». Έτσι η διαπίστωση ή όχι της οικονομικής βιωσιμότητας μπορεί να κριθεί ακόμη και από «τυπικά» και επιφανειακά (ως πρός την ουσία) κριτήρια όπως αυτό του λόγου των Ιδίων Κεφαλαίων πρός το Μετοχικό Κεφάλαιο της Α.Α.Ε. Ακόμη και όταν η απόφαση για την Α.Α.Ε. είναι αρνητική αυτό ενδέχεται να μην λέει και πολλά στην πράξη (όταν η τελική απόφαση είναι της διοργανώτριας αρχής του πρωταθλήματος).

Από τη στιγμή που οι μέτοχοι μιάς Α.Α.Ε. αποφασίσουν την λύση και εκκαθάριση της η όλη διαδικασία συντελείται όπως προβλέπει η νομοθεσία. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Α.Α.Ε. ορίζει μέσω Γ.Σ. εκκαθαριστή όπως προβλέπει ο Ν. 2190/1920 ο οποίος προχωρεί στην απογραφή των απαιτήσεων και υποχρεώσεων της εκποιώντας ότι έχει κάποια οικονομική αξία. Δεδομένου ότι καμιά Α.Α.Ε. δεν είναι κάτοχος ακινήτων (αφού δεν το επιτρέπει η νομοθεσία) η διαδικασία της εκκαθάρισης είναι μάλλον απλή. Σε αντίθετη περίπτωση η διαδικασία μπορεί να κρατήσει χρόνια, αφού για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη θα πρέπει να έχουν εκποιηθεί όλα τα περιουσιακά της στοιχεία.

Το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης πιστώνεται (αν υπάρχει ποσό προς διανομή σε περίπτωση που τα έσοδα είναι περισσότερα των υποχρεώσεων) ή αντίθετα χρεώνεται (όταν οι υποχρεώσεις είναι περισσότερες από τις απαιτήσεις) στους μετόχους. Οι τελευταίοι με βάση την νομοθεσία είναι υπεύθυνοι μόνο για τα ποσά που έχουν πάρει από την εταιρεία τα τελευταία 3 χρόνια πρίν την λύση της εταιρείας. Ουσιαστικά λοιπόν και με δεδομένο ότι όλες οι Α.Α.Ε. που εκκαθαρίζονται είχαν οικονομικά προβλήματα χαμένοι βγαίνουν όλοι οι συναλλασσόμενοι μαζί της (και το Δημόσιο) όπως επίσης και οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι της, ενώ μοναδικοί κερδισμένοι είναι οι μέτοχοι της.

Συνεπώς ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι η Ε.Ε.Α. εφαρμόζοντας την νομοθεσία επιβάλει σωστά τις προβλεπόμενες ποινές και δεν επιτρέπει τη συμμετοχή μιάς ομάδας στο πρωτάθλημα, το κοινωνικό σύνολο πληρώνει πάλι τον λογαριασμό και μάλιστα δυό φορές. Την μία μέσω των χορηγιών που κατευθύνονται στις Α.Α.Ε. από μεγάλες εταιρείες (Ο.Τ.Ε., Ο.Π.Α.Π. και άλλες) των οποίων πελάτες είναι η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου. Την άλλη επειδή λόγω της λύσης και εκκαθάρισης των Α.Α.Ε. «χάνονται» οι φόροι (κυρίως οι έμμεσοι) που θα έπρεπε ν’ αποδοθούν στο Δημόσιο. Ακόμη και όταν με βάση την νομοθεσία (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, Κώδικας Φορολογικών Διαδικασιών) το Δημόσιο (Εφορία, Ασφαλιστικά Ταμεία) κυνηγούν τους Διευθύνοντες Συμβούλους καταλογίζοντας σ’ αυτούς τα χρωστούμενα, το δημόσιο συμφέρον ελάχιστα εξυπηρετείται με αυτόν τον τρόπο.

 

Η αδειοδότηση όπως θα «έπρεπε να είναι».

Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: «Πώς πρέπει να λειτουργεί συνολικά το σύστημα για να μην μπορούν οι μέτοχοι μιάς Α.Α.Ε. πρώτα να την υπερ-χρεώνουν και μετά να την φουντάρουν;»

Στο ερώτημα αυτό θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια λογική, πρακτική (εύκολα εφαρμόσιμη) μα πάνω απ’ όλα «βιώσιμη» λύση. Η λύση αυτή ενώ από τη μιά δεν λαμβάνει υπόψη μόνο τις οικονομικές παραμέτρους, από την άλλη όμως λαμβάνει υπόψη κάποιες αντικειμενικές παραμέτρους οι οποίες ενισχύουν τον ανταγωνισμό που θα έπρεπε να υφίσταται ακόμη και σε μιά αγορά τόσο μικρή όσο αυτή του ποδοσφαίρου ή/και του μπάσκετ (καθώς και όποιου άλλου αθλήματος γίνει στο μέλλον «επαγγελματικό») στην Ελλάδα.

Δεδομένου του ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση των ήδη υφιστάμενων υποχρεώσεων των Α.Α.Ε. πρέπει ο έλεγχος τόσο της εξυπηρέτησης των τρεχόντων οφειλών όσο και των διακανονισμών που είχαν γίνει μέχρι την έναρξη της περιόδου να γίνεται πιό τακτικά (ανά δύο ή τρείς μήνες ανάλογα με το διαθέσιμο προσωπικό). Στον έλεγχο αυτό θα προστεθεί και ο αντίστοιχος σχετικά με την καταβολή όλων των έμμεσων και παρακρατούμενων φόρων που πρέπει ν’ αποδίδονται στην Εφορία, αλλά και των ασφαλιστικών εισφορών στ’ Ασφαλιστικά Ταμεία.

Η ικανότητα της Α.Α.Ε. να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της (άρα να είναι βιώσιμη) προκύπτει μόνο από τη σύγκριση του συνόλου του κυκλοφορούντος ενεργητικού (Ταμείο και Απαιτήσεις από Πελάτες) με το σύνολο των Υποχρεώσεων της (ληξιπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες) όπως προκύπτουν από τον εκάστοτε Ισολογισμό. Ο δείκτης που προκύπτει μας δείχνει αν η Α.Α.Ε. μπορεί να συνεχίσει την λειτουργία της χωρίς χρηματοδότηση από τους μετόχους της. Προφανώς όταν ο δείκτης ισούται με την μονάδα (1), τότε η Α.Α.Ε. οριακά καλύπτει τις υποχρεώσεις της ενώ όταν βρίσκεται κάτω από την μονάδα (π.χ. 0,9) η Α.Α.Ε. πάει για «φούντο» χωρίς χρηματοδότηση από τους μετόχους της.

Κατά τη γνώμη μας όμως τα οικονομικά μεγέθη αν και είναι κρίσιμα δεν πρέπει να είναι το μοναδικό κριτήριο που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την παροχή άδειας συμμετοχής στο πρωτάθλημα. Πρέπει να εισαχθούν και άλλα κριτήρια στα οποία η Α.Α.Ε. θα λαμβάνει μοριοδότηση το σύνολο της οποίας θα προσμετράται στην τελική απόφαση.

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό θα δώσουμε ένα παράδειγμα. Είναι δυνατόν να υπάρχει μιά Α.Α.Ε. ομάδα της οποίας να βασίζεται αποκλειστικά στην χρηματοδότηση ενός πλούσιου μεγαλομετόχου με την αρωγή του οποίου ανέβηκε τις χαμηλότερες κατηγορίες (στις οποίες οι χορηγίες είναι περιορισμένες). Συνεπώς τα οικονομικά μεγέθη της Α.Α.Ε. θα είναι πάρα πολύ καλά και με τις χορηγίες της Α΄Εθνικής η ομάδα δεν θα έχει πρόβλημα ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες της κατηγορίας. Αν όμως και εξαιτίας:

  • της οικονομικής συγκυρίας η ομάδα παραμείνει στη μέση της βαθμολογίας,
  • ή ακόμη και αν κερδίσει το δικαίωμα συμμετοχής της στις Ευρωπαϊκές Διοργανώσεις και για τον λόγο αυτό προχωρήσει σε έξοδα έναντι της προοπτικής να συνεχίσει και δεν τα καταφέρει
  • ή/και αν ο μεγαλομέτοχος της δεν μπορεί να συνεχίσει την χρηαματοδότηση της με τον ίδιο ρυθμό,

τότε η Α.Α.Ε. καθίσταται μιά προβληματική επιχείρηση όπως και αν το εξετάσουμε. Η κατάσταση καλυτερεύει ή χειροτερεύει ανάλογα με το φίλαθλο/οπαδικό κοινό που υποστηρίζει την συγκεκριμένη ομάδα.

Κατά τη γνώμη μας ο αριθμός των εντός έδρας εισιτηρίων σε μία πλήρη σεζόν θα μπορούσε να είναι μιά ένδειξη βιωσιμότητας (όχι όμως η μόνη). Δεν φτάνει μιά ομάδα προερχόμενη από μιά μικρή πόλη να βρεί έναν πλούσιο χρηματοδότη και ν’ ανέβει 2-3 κατηγορίες φθάνοντας στην Α’ Εθνική και όταν αυτός «στερέψει» να επανέλθει στην ανυπαρξία. Καλό θα ήταν να λαμβάνεται λοιπόν υπόψη και ο μέσος όρος εισιτηρίων μιάς πλήρους σεζόν στην αμέσως προηγούμενη κατηγορία, ο οποίος θα μπορούσε να συνυπολογιστεί προσαυξημένος κατά 20% για παράδειγμα αν μιλάμε για την Α’ Εθνική.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το «μέγεθος» μιάς ομάδας η οποία στηρίζεται μόνο από μιά τοπική κοινωνία αντανακλά και στο ύψος των χορηγιών που αυτή μπορεί να επιτύχει. Η θεραπεία αυτού του ζητήματος θα μπορούσε να είναι η προνομιακή (σε μεγαλύτερο ποσοστό από τις υπόλοιπες ομάδες) μοιρασιά των χορηγιών που συγκεντρώνει κεντρικά η επαγγελματική ένωση (τηλεοπτικά δικαιώματα, κεντρικός χορηγός κ.α.) στις νεοεισερχόμενες και σε όσες έχουν για παράδειγμα λιγότερα από 10 χρόνια στην κατηγορία ομάδες (σε ποσοστό 60%-40%), οι οποίες έτσι θα μπορούν να υπολογίζουν σε αυξημένα έσοδα από την πρώτη τους παρουσία.

Επειδή όμως είναι πρός το γενικότερο συμφέρον να μην υπάρχουν ομάδες με λίγο κόσμο (τό όριο στην πράξη δεν είναι τόσο δύσκολο να τεθεί) η παραπάνω μοιρασιά μπορεί να γίνεται με κλιμάκωση των ποσοστών ανάλογα με συγκεκριμένη κλίμακα εισιτηρίων όπου στο τελευταίο σκαλί θα είναι η νεοεισερχόμενη με τα λιγότερα εισιτήρια.

Στην περίπτωση που αυτό το σύστημα φαίνεται μπερδεμένο υπάρχει μια ακόμη εναλλακτική. Η εναλλακτική αυτή είναι η διοργάνωση «κλειστών» για μιά χρονική περίοδο (π.χ. πενταετία) πρωταθλήματων. Με τον τρόπο αυτό δίνεται επαρκής χρόνος σε όσες ομάδες συμμετέχουν να «δυναμώσουν» για να μπορούν ν’ ανταγωνιστούν αλλήλες. Στο τέλος της πενταετίας και με βάση τ’ αποτελέσματα τους αλλά και τα οικονομικά μεγέθη και τα εισιστήρια τους οι ομάδες θα κρίνονται και θ’ αντικαθίστανται ενδεχομένως από άλλες της αμέσως επόμενης κατηγορίας. Βασικό κριτήριο τόσο της αρχικής συμμετοχής όσο και της αντικατάστασης όποιων ομάδων δεν πληρούν τα περισσότερα από τα τεθέντα κριτήρια θα είναι η γεωγραφική προέλευση.

Ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων της κάθε περιφέρεια θ’ αντιπροσωπεύεται στα εθνικά πρωταθλήματα. Στα πλαίσια δε της ίδιας της περιφέρειας η κατανομή θα γίνεται με τα ίδια κριτήρια σ’ επίπεδο Νομού και τελικά σ’ επίπεδο Πόλης. Παραδοσιακές ομάδες (που ανέκαθεν εκπροσωπούσαν την Πόλη) θα προτιμούνται έναντι όσων άλλαξαν έδρα ή συγχωνεύθηκαν με τοπικές μικρότερες ομάδες. Μόνο στην περίπτωση που αποδεικνύεται η υποστήριξη του κόσμου σε μιά ομάδα που άλλαξε με αυτόν τον τρόπο έδρα θα επιτρέπεται αυτή να προηγηθεί μιάς παραδοσιακής ομάδας. Η σωστή λειτουργία του συστήματος εξασφαλίζεται μόνο αν η αντικατάστση των ομάδων που δεν πληρούν τα περισσότερα από τα κριτήρια γίνεται με γεωγραφικά κριτήρια, προτιμώντας να πραμείνει μιά ομάδα στην κατηγορία αν δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί από άλλη της ίδιας περιφέρειας. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται έντονος τοπικός ανταγωνισμός και μπορεί να υπάρξει σωστός σχεδιασμός από την πλευρά του όποιου θα ήθελε να επενδύσει στον «επαγγελματικό» αθλητισμό. Καταργείται επίσης στην πράξη το φαινόμενο να υπάρχουν ομάδες οι οποίες στα πλαίσια των κατώτερων κατηγοριών να είναι δυνατές και οι οποίες έχοντας χάσει την άνοδο μόλις για μιά θέση να επωφθαλμιούν μέχρι την τελευταία στιγμή την θέση των υπολοίπων οι οποίες προβιβάστηκαν, αλλά να μην περνάνε τον έλεγχο της Ε.Ε.Α. (ακόμη και αν είχαν προβιβαστεί). Η ύπαρξη ομάδων «ασανσέρ» δεν βοηθά κανέναν εκτός απ’ όσους θα ήθελαν να κάνουν «αρπαχτή» βάζοντας χέρι στα έσοδα της Α.Α.Ε.

Κάθε ομάδα ελέγχεται εξονυχιστικά κάθε χρόνο και σε τακτά χρονικά διαστήματα και όχι μόνο στο τέλος κάθε πενταετίας. Ο στενός και ουσιαστικός έλεγχος μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι Α.Α.Ε. τηρούν τις δεσμεύσεις τους και τις υποχρεώσεις τους όπως οφείλουν και δεν αποκτούν αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων.  

Λεπτομέρειες που αφορούν στην μοιρασιά των εσόδων της διοργανώτριας αρχής αλλά και στους όρους του ανταγωνισμού μεταξύ των Α.Α.Ε. (π.χ. ύπαρξη δανεικών παικτών) είναι μεν σημαντικές αλλά διαπραγματεύσιμες. Ωστόσο και προκειμένου να μην υπάρχουν παρανοήσεις και καταστρατηγήσεις των συμφωνηθέντων είναι απαραίτητο οι όροι σχετικά με τον ανταγωνισμό να τεθούν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού η οποία και θα γνωμοδοτήσει σχετικά. Τέλος ενδέχεται ν’ απαιτηθεί η αλλαγή του νομικού πλαισίου –κυρίως ως πρός την νομική ευθύνη των μετόχων των Α.Ε.– το οποίο επειδή ελιναι γενικότερο ζήτημα και θα πρέπει να τεθεί (και λυθεί) σ’ ευρύτερα πλαίσια.

Η ουσιαστική κατάρρευση των Α.Α.Ε. και άρα του «επαγγελματικού» αθλητισμού στην Ελλάδα αλλά και η παρούσα οικονομική συγκυρία θέτουν το πρόβλημα της ύπαρξης του επαγγελματικού αθλητισμού στην Ελλάδα στην επικαιρότητα. Η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να χαθεί, ειδικά όταν βρίσκεται στα σκαριά ένας (από την αρχή γραμμένος) νέος «αθλητικός νόμος». Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κάποιος με τις προτάσεις που τέθηκαν παραπάνω συνολικά ή στη λογική τους, είτε έχει να προτείνει κάτι διαφορετικό, η στιγμή να τοποθετηθούμε όλοι μας για το είδος του επαγγελματικού αθλητισμού που θέλουμε είναι τώρα και μπορεί ενδεχομένως να είναι και η τελευταία...          

   

11 Νοέμβρη 2014.
παρατηρητήριο.

 

 

Διαβάστηκε 5229 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ (ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ, ΤΗΣ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΟΥΣ)