Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΟΣΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΕΝΤΕΛΕΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Ν’ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ; (Η ΚΑΡΑΜΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΟΣΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΕΝΤΕΛΕΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Ν’ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ;
(Η ΚΑΡΑΜΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ)

Από την Αρχαιότητα ένα από τα πιό γνωστά παραμύθια ήταν αυτό του «Κυρίαρχου Λαού», ο οποίος μέσω της συμμετοχής του σε εκλογικές διαδικασίες έχει το δικαίωμα ν’ αποφασίζει για το μέλλον του. Υποτίθεται ότι αυτοί οι οποίοι αγωνίζονται για την ψήφο/έγκριση του οφείλουν να σέβονται την επιλογή του μη αντιτασσόμενοι (ακόμη και αν μπορούν) σ’ αυτή. Το αξίωμα αυτό (που γίνεται δεκτό χωρίς αμφισβήτηση) περί «Κυρίαρχου Λαού» είναι και θεωρητικά αλλά και πρακτικά ηλίθιο και ανυπόστατο για λόγους τους οποίους θα εξηγήσω αμέσως.

Η ηλιθιότητα του αξιώματος έγκειται στο γεγονός ότι με την χρήση του είναι σαν ν’ αμτιμετωπίζεται το εκλογικό σώμα (όσοι έχουν δικαίωμα ψήφου ασχέτως αν το ασκούν) ως ένα ενιαίο πρόσωπο το οποίο έχει ενιαία βούληση και την εκφράζει. Είναι -για να το πούμε σχηματικά- σαν ένα παιδάκι που παίζει με τα τουβλάκια του δημιουργώντας με τα ίδια κομμάτια νέα σχέδια. Τα ίδια τα τουβλάκια έχουν συνείδηση του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούνται και αν όλα βαίνουν καλώς το παιδάκι απαιτεί από αυτά να κάθονται ήσυχα εκεί που αυτό τα έχει τοποθετήσει (μέχρι ν’ αποφασίσει να τους αλλάξει θέση ξανά). Τα τουβλάκια μπορούν ν’ ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να τραβήξουν το ενδιαφέρον του παιδιού ώστε αυτό να παίξει μαζί τους. Φυσικά το παιδάκι μπορεί (θεωρητικά πάντα) ν’ αφαιρεί και να προσθέτει τουβλάκια όπως επίσης και να τους αλλάζει χρώμα ανάλογα με τις ορέξεις του, αποδεικνύοντας έτσι την «κυριαρχία» του.

Ωστόσο αυτή του η «κυριαρχία» δεν είναι απόλυτη, καθώς ανάμεσα σ’ αυτό και τα τουβλάκια του παρεμβάλλονται ενδιάμεσοι (γονείς, δάσκαλοι) που σκοπό έχουν να προεπιλέξουν για λογαριασμό του ποιά απ’ όλα τα διαθέσιμα τουβλάκια είναι ασφαλή για να παίξει και ποιά όχι. Έτσι στο παρελθόν όταν η πολιτική αντιπαράθεση δομούνταν στο δίπολο Αριστεράς-Δεξιάς είχαμε την απαγόρευση συμμετοχής (τίθεντο «εκτός νόμου») στα Κομμουνιστικά Κόμματα (και τις «παραφυάδες» τους) ή την παρεμπόδιση της συμμετοχής τους στην εκλογική διαδικασία (όποτε δεν γινόταν να τεθούν εκτός νόμου). Από την άλλη στα «Κομμουνιστικά Καθεστώτα» είχαμε την απαγόρευση όλων των κομμάτων πλήν του Κομμουνιστικού γιατί υποτίθεται πως με το παιδάκι απευθείας στην εξουσία τα κόμματα δεν χρειάζονταν πλέον.

Ωστόσο ο κοινοβουλευτισμός σε ομαλές συνθήκες χρειάζεται την πολιτική ποικιλομορφία ως απόδειξη της δύναμης του Δημοκρατικού Πολιτεύματος (το οποίο υποτίθεται ότι μπορεί ν’ ανέχεται ακόμη και όσους επιδιώκουν την κατάργηση του). Έτσι η ύπαρξη κομμάτων και σχηματισμών «των άκρων» είναι εκ των ου άνευ. Άλλωστε η ύπαρξη τους κάνει όλους τους υπόλοιπους να φαίνονται «Αριστεροί» (σε αντιδιαστολή με τους «Ακρο-Δεξιούς»/«Φασίστες») ή/και «κοινοβουλευτικοί» (σε αντιδιαστολή με την «εξωκοινοβουλευτική Αριστερά») ότι και αν σημαίνουν σε κάθε περίπτωση οι χαρακτηρισμοί αυτοί.

Εισαγωγικά υποστήριξα ότι το αξίωμα του «Κυρίαρχου Λαού» είναι και ανυπόστατο καθώς τυπικά μεν ο Λαός καθορίζει τις εξελίξεις στην πολιτική σκηνή μιας Χώρας, αλλά στην πράξη δεν έχει καμία επιρροή. Η πολιτική απάτη του αξιώματος γίνεται φανερή σε περιόδους κρίσεων όταν το πολιτικό σύστημα ενώ δεν μπορεί να ξοδέψει λεφτά σε παροχές (καθ’ ότι είναι ακριβότερα τότε) περικόπτει κιόλας τις ως τότε παροχές. Τότε αποκαλύπτεται σε όσους θέλουν (αλλά και μπορούν) να καταλάβουν ότι οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν από καιρό τεθεί και είναι ανεξάρτητοι (αλλά και απρόσβλητοι) τόσο από την θέληση (βούληση) του «Κυρίαρχου Λαού» όσο και από αυτή των «αντιπροσώπων του που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για μια «θέση στον ήλιο» (ένα καλό μεροκάματο και πρόσβαση στο Κρατικό και όχι μόνο ταμείο).

Οι περιορισμοί αυτοί υποτίθεται ότι έχουν τεθεί για την γενικότερη ασφάλεια του συστήματος από τον κίνδυνο κατάχρησης της (θεωρητικής) δύναμης των πολιτικών, η οποία αν δεν τιθασεύεται μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδα. Υπάρχουν δύο τύποι μηχανισμών ελέγχου.

Ο πρώτος είναι μηχανισμοί «τύπου Κογκρέσου» οι οποίοι καθιστούν τις αλλαγές τόσο δύσκολες (όσο στην Αρχαία Σπάρτη) που όταν αυτές τελικά συντελούνται είναι ανούσιες και «τεχνικού» και όχι ουσιαστικού περιεχομένου (καθ’ ότι αποτελούν προϊόν συμβιβασμού). Παραδείγματα τέτοιων μηχανισμών είναι το Κογκρέσο των Η.Π.Α., καθώς και οι αυξημένες πλειοψηφίες για την αλλαγή του Συντάγματος.

Ο δεύτερος τύπος μηχανισμού είναι οι «ανεξάρτητες» και «υπερεθνικές Αρχές» και Οργανισμοί όπως η Ε.Ε., το Δ.Ν.Τ. και η «Επιτροπή της Βασιλείας». Οι κανόνες που τίθενται από τις Αρχές αυτές ακυρώνουν στην πράξη κάθε πρωτοβουλία που δεν είναι συμβατή με τις κεντρικές επιδιώξεις του οικονομικού συστήματος.

Για τον λόγο αυτόν καμία αλλαγή που βασίζεται πάνω σε ιδεολογήματα δεν είναι δυνατή, αλλά ακόμη και αν ήταν πραγματοποιήσιμη δεν θα έφερνε ουσιαστικά αποτελέσματα. Οι όποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν σε τομείς που μπορούν ν’ αποδώσουν άμεσα και μετρήσιμα (απτά) αποτελέσματα και με τρόπους που προβλέπονται ήδη από το οικονομικό σύστημα. Στο κάτω-κάτω τα εργαλεία υπάρχουν ήδη. Το μόνο που χρειάζεται είναι το περιεχόμενο (η πνοή που εμφυσά ο Δημιουργός στο δημιούργημα του) η οποία θα δώσει σκοπό στην δημιουργία. Μετά θα χρειαστεί η συνεχής και άοκνη περιφρούρηση της Δημιουργίας προκειμένου να μην πάνε χαμένοι οι κόποι και οι προσπάθειες.

Αφού υπάρχουν αυτοί οι άτεγκτοι κανόνες και πολλά πράγματα είναι ήδη προγραμματισμένα την ίδια ώρα που η δύναμη της αδράνειας κρατά τους περισσότερους από εμάς αδρανείς θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος πως ο κίνδυνος ουσιαστικής παρεκτροπής (απ’ όσα έχει δρομολογήσει το οικονομικό σύστημα) είναι μηδαμινός. Πράγματι, τις περισσότερες φορές έτσι ακριβώς είναι. Ειδικά μετά το τέλος του Β’ Π.Π. η πιθανότητα για ουσιαστική αλλαγή είναι ελάχιστη. Τρανή απόδειξη η ανάδειξη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε κυβέρνηση. Παρά τον επαναστατικό του λόγο (με τον οποίο ξεγέλασε όποιον ήθελε να ξεγελαστεί) αποδείχθηκε «γατάκι» αντί «κεραμιδόγατος» (δεν φοράμε γραβάτα) και σίγουρα όχι «τίγρης» ή «λιοντάρι».

Πόσο και τι είδους «κακό» θα γινόταν αν κέρδιζε κάποιες Περιφέρειες το «Εθνικό Μέτωπο» (η οικογενειακή επιχείρηση των Λεπέν) στην Γαλλία; Τι περισσότερο θα μπορούσε να πεί απ’ όσα ήδη λέει η κόρη της Μαρί Λεπέν αν εκλεγόταν Περιφερειάρχης; Θα ήταν μήπως πιο καυστική; Πόσο περισσότερο δηκτικό και επιθετικό είναι ένα Κ.Κ. εντός Κοινοβουλίου απ’ ότι εκτός; Πόσο περισσότερο αποτελεσματικό γίνεται ένα επαναστατικό κόμμα όταν πληρώνεται από το Κρατικό Ταμείο (επιχορήγηση) για κάθε ψήφο που παίρνει; Η ανάληψη θέσης εξουσίας από σχηματισμούς των άκρων πόσο χειρότερα θα έκανε άραγε τα πράγματα;

Η μέχρι τώρα εμπειρία (πάντα μετά τον Β’ Π.Π.) δείχνει ότι η άνοδος στην εξουσία αμβλύνει τον ακραίο πολιτικό λόγο ο οποίος χρησιμοποιείται μέχρι εκείνη την στιγμή για να καταδείξει στο αγανακτισμένο εκλογικό σώμα ότι υπάρχει κάποιος ουσιαστικά διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Το πολύ-πολύ να χρησιμοποιούνται που και πού κάποιες κορώνες για να τηρούνται τα προσχήματα (πχ. «παράλληλο πρόγραμμα»). Άλλωστε αν δεν έχεις δώσει δείγματα υποταγής και συνεννόησης με το οικονομικό σύστημα δεν γίνεσαι δεκτός ως συνομιλητής του από αυτό.

Στην περίπτωση της Γαλλίας υποτίθεται ότι η σύμπραξη εναντίον του «Εθνικού Μετώπου» όλων των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων απέτρεψε ένα μεγάλο κακό. Προφανώς δεν είναι «αντικανονικό» να παίζει κάποιος εναντίον όλων (και το αντίστροφο). Άλλωστε αυτό πράγματι συμβαίνει σε κάθε εκλογική αναμέτρηση όπου καθένας παίζει για τον εαυτό του. Συνεπώς τα κλαψουρίσματα της Λεπέν για το μέτωπο των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων είναι στην ουσία ο θρήνος της για την μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Ωστόσο κάθε φορά που συμπήγονται τέτοιοι συνασπισμοί ανομοιογενών δυνάμεων (οι οποίοι είναι μέσα στο παιχνίδι) στην ουσία μειώνονται οι αντοχές της Δημοκρατίας (αφού παραβιάζεται το πνεύμα της που υποτίθεται ότι είναι ο σεβασμός της Λαϊκής Κυριαρχίας, άρα και της ψήφου όσων επιλέγουν την Λεπέν) και απλά πεισμώνει αυτόν που βρέθηκε στην γωνία μοναχός του. Δεδομένου ότι θεωρεί εαυτόν αμυνόμενο η εκλογική του βάση ομογενοποιείται και καθίσταται δυναμικότερος. Το χειρότερο είναι ότι οι ψηφοφόροι του αποκτούν μια γκροτέσκα και λανθάνουσα «πολιτική συνείδηση» (μπερδεύοντας την αίσθηση ότι είναι μέλη της ίδιας ομάδας με την ιδεολογία). Την ίδια στιγμή για τον μη έχοντα σταθερή πολιτική στέγη ψηφοφόρο όλο αυτό το σκηνικό δρα αποενοχοποιητικά και τον φέρνει ολοένα πιο κοντά στο να ψηφίσει το «Εθνικό Μέτωπο» το οποίο φαίνεται να είναι το μοναδικό που ενδιαφέρεται ακόμα για έννοιες όπως το «Έθνος» και η «Οικογένεια», ειδικά όταν η κατάσταση για τον ίδιο δεν καλυτερεύει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η Λεπέν (μαμά) μίλησε για «Πατριώτες» και «Διεθνιστές». Την επόμενη φορά (αν το παιχνίδι συνεχιστεί ως έχει) η Λεπέν (κόρη) δεν θ’ απειλήσει να πάρει μια-δυό Περιφέρειες στον Β’ γύρο. Θα τις πάρει από τον πρώτο.

Κλείνοντας πρέπει να υπενθυμίσω δύο πράγματα.

Στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις κυριαρχεί το θυμικό (συναίσθημα) έναντι της λογικής. Συνεπώς πρέπει ν’ αποφεύγονται λόγια και πράξεις που το ενισχύουν (έστω και πρόσκαιρα) γιατί έτσι ο ψηφοφόρος συνηθίζει σε ξεσπάσματα παρά σε συνειδητές αποφάσεις. Αν το έχουμε αυτό υπ’ όψη δεν πρόκειται να την ξαναπατήσουμε με την χαζομάρα περί «επανάληψης της Ιστορίας την πρώτη φορά ως φάρσα και την δεύτερη ως δράμα» που στην ουσία αν το καλοσκεφτεί κανείς δεν μας λέει πρακτικά τίποτα (δεν μας κάνει σοφότερους).

Δεδομένου ότι στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις αγόμαστε και φερόμαστε από την ψυχολογία μας εκείνης της στιγμής, τιμωρούμε ή δίνουμε δεύτερη (και τρίτη καμιά φορά) σε άτομα και κόμματα που με βάση τα πεπραγμένα τους δεν το αξίζουν. Έχει επιβεβαιωθεί από την πράξη ότι το υπέρτερο όλων των ενστίκτων είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Έτσι σε καιρούς κρίσης ψηφίζουμε Δεξιά για να συμμαζέψει τα Δημόσια οικονομικά (ο μέρμηγκας του Αισώπου), ενώ σε καιρούς οικονομικής μεγέθυνσης Κέντρο-Αριστερά για να μοιράσει λεφτά (ο τζιτζίκας του Αισώπου). Όλα τα υπόλοιπα είναι για «λαϊκή κατανάλωση» όπως και οι δεκαρικοί μονόλογοι του Λαζόπουλου.

Ελπίζω να προβληματιστήκατε και ν’ αρχίσατε να σκέφτεστε από μόνοι σας. Σε όσους κουραστήκατε (καθ’ ότι άμαθοι) από την προσπάθεια οφείλω τη «συγγνώμη» μου. Σε όσους από εσάς περιμένατε να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα/πρόταση/κατεύθυνση/γραμμή «περαστικά σας». Τουλάχιστον την επόμενη φορά θα είστε πιο υποψιασμένοι (έτοιμοι) με τα γραπτά μου.

Αυτά για την ώρα…                            

 

17 Δεκέμβρη 2015
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 5672 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΟΣΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΕΝΤΕΛΕΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Ν’ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ; (Η ΚΑΡΑΜΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ)