Εσχάτως ανέκυψε και η πιθανότητα αποχώρησης της Βρετανίας από τους κόλπους της Ε.Ε. μετά από δημοψήφισμα. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις (αλλά και σε όσες είτε δεν αναφέρονται στο κείμενο, είτε προκύψουν αργότερα) κύριο επιχείρημα των αυτονομιστών είναι ότι μόνοι τους θα περνούν καλύτερα. Υποστηρίζουν δηλαδή ότι η υπόλοιπη Χώρα (ή η Ε.Ε.) αποτελεί γι’ αυτούς βαρίδι που τους κρατά πίσω. Όπως τραγουδά και η Βανδή:
«Περνώ και μόνη μου καλά
τα καταφέρνω μια χαρά
δεν σ’ έχω ανάγκη ευτυχώς
μου είσαι πλέον περιττός.»
Είναι όμως πράγματι έτσι; Τι μας διδάσκει η Ιστορία σχετικά με την αυτονομία;
Στο κάτω-κάτω γνωρίζουμε πως προκειμένου να ξεκινήσει μια επανάσταση ή να προκληθεί μια αλλαγή λέγονται και γράφονται μεγάλα και ενίοτε αισχρά ψέματα, κάποια από τα οποία είναι νωπά και αφορούν την ρητορεία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μέχρι να γίνει Κυβέρνηση. Το μόνο που χρειάζεται κανείς για να μορφώσει μια πρώτη άποψη τόσο για το BREXIT όσο και για την αξία της αυτονομίας είναι η εντρύφηση στην Ιστορία και η καθαρή και λογική ματιά, ματιά που θα είναι απελευθερωμένη από πάθη και προκαταλήψεις.
Το ζήτημα της «αυτονομίας».
«Μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα» λέει η λαϊκή παροιμία. Αν όμως αυτό ισχύει για τις χορευτικές φιγούρες στην πολιτική αλλά και την οικονομία φαίνεται να ισχύει -και μάλιστα απόλυτα- το «όποιος είναι έξω από το μαντρί τον τρώει ο λύκος». Τόσο στην Αρχαία όσο και στην Μεσαιωνική ιστορία της Ευρώπης βρίσκουμε πολλές πόλεις-κράτη οι οποίες κυριαρχούσαν στην γύρω περιοχή τους. Όλες μα όλες τους (ακόμη και αυτές που άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στην Ιστορία όπως η Αθήνα) καθυποτάχτηκαν από δυνατότερους αντιπάλους, οι οποίοι λόγω της έκτασης του Βασιλείου-Κράτους τους και των πόρων που μπορούσαν να επιστρατεύσουν κατάφεραν να τις ενσωματώσουν στις επικράτειες τους.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι άπαξ και υποτάχτηκαν ποτέ τους δεν κατάφεραν να σταθούν ξανά στα πόδια τους και ν’ απολαύσουν (τουλάχιστον σε καθεστώς αυτονομίας) την αίγλη και τον πλούτο του ένδοξου παρελθόντος τους. Πόλεις όπως η Γένοβα, το Μιλάνο, η Βενετία δεν επανήλθαν ποτέ στο πρότερο μεγαλείο τους, ενώ ακόμη και όταν μεγαλουργούσαν ήταν αναγκασμένες να ραδιουργούν συνεχώς γιατί εκτός του πλούτου τους δεν διέθεταν τα μέσα ν’ αντιμετωπίσουν τους ανταγωνιστές τους (ειδικά τα μεγάλα Βασίλεια-Κράτη). Κάποιες απ’ αυτές αποτελούν σήμερα μεγάλα βιομηχανικά ή εμπορικά κέντρα. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στις συνθήκες σταθερότητας που εξασφάλισε το Εθνικό Κράτος στο οποίο οι πόλεις αυτές ενσωματώθηκαν και στην γειτνίαση τους με άλλες πλούσιες περιοχές παρά στο ένδοξο παρελθόν τους.
Υπήρξαν φυσικά και περιοχές οι οποίες λόγω της θέσης τους προκάλεσαν ελάχιστο ή και καθόλου ενδιαφέρον από τους μεγάλους και ισχυρούς γείτονες τους, κάποιες από τις οποίες έχουν παραμείνει ακόμα και σήμερα ανεξάρτητες όπως το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Ακόμη όμως και στην περίπτωση του Λουξεμβούργου ο πλούτος που αυτό απολαμβάνει σχετίζεται περισσότερο με το γεγονός ότι οι γείτονες του δεν το επιβουλεύονται παρά στην δύναμη αποτροπής που κατέχει.
Βλέπουμε λοιπόν πως καμία από τις αυτόνομες πόλεις-κράτη δεν κατάφερε να μακροημερεύσει ως ανεξάρτητη. Ούτε καν να διατηρήσει την «αυτονομία» της στα πλαίσια του νέου Κράτους του οποίου αποτέλεσε μέρος (ακόμη και αν για κάποια περίοδο της είχαν παραχωρηθεί κάποια «προνόμια»).
Τα οφέλη και το κόστος της «αυτονομίας/αυτονόμησης».
Οι υποστηρικτές της «αυτονομίας» ποντάρουν στην ψυχολογία των ατόμων στα οποία απευθύνονται αποκρύπτοντας ή μειώνοντας τη σημασία των επακόλουθων της αυτονόμησης. Οι αντίπαλοι τους από την άλλη χρησιμοποιούν πλήθος αριθμών για να πείσουν σχετικά με την αναγκαιότητα της παραμονής στα πλαίσια του Κράτους ή της υπερεθνικής ένωσης (Ε.Ε. - Ν.Α.Τ.Ο. - Δ.Ν.Τ.).
Οι μεν (οι υποστηρικτές της αυτονομίας) υπονοούν περισσότερο ή λιγότερο φανερά πως μετά την αυτονόμηση η ζωή θα συνεχιστεί βασικά όπως και πριν, χωρίς μάλιστα μια σειρά προβλημάτων που προκαλεί η συμμετοχή της περιοχής τους στα πλαίσια του Κράτους ή της υπερεθνικής ένωσης. Όπως λένε και οι Αγγλοσάξωνες business as usual.
Οι δε (οι υποστηρικτές της παραμονής) υποστηρίζουν ότι τυχόν έξοδος από το Κράτος ή την υπερεθνική ένωση θα ήταν καταστροφή για την οικονομία (άρα και τους κατοίκους) της περιοχής.
Προφανώς και οι δύο πλευρές έχουν ταυτόχρονα δίκιο και άδικο. Γνωρίζουμε από προηγούμενα κείμενα της σειράς ότι «η οικονομία είναι παίγνιο μηδενικού αθροίσματος». Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη του ενός αποτελούν τις ζημιές του άλλου όπως στην Μονόπολη. Η αρχή αυτή δεν ισχύει μόνο σε υπερεθνικό επίπεδο (π.χ. εντός της Ε.Ε.), αλλά ισχύει πολύ περισσότερο σε επίπεδο Κράτους. Όπως εντός της Ε.Ε. υπάρχει «μεταφορά πόρων» από τα φτωχότερα στα πλουσιότερα Κράτη, έτσι και εντός του ίδιου Κράτους υπάρχει μεταφορά πόρων από τις φτωχότερες στις πλουσιότερες περιοχές.
Στην ουσία η απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τις επιπτώσεις του BREXIT τόσο στην ίδια την Βρετανία όσο και στην υπόλοιπη την Ε.Ε. εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον προσανατολισμό της οικονομίας της (της οικονομικής δραστηριότητας), προσανατολισμό ο οποίος δεν αλλάζει μέσα σε μια μέρα. Επιπλέον ο προσανατολισμός της οικονομικής δραστηριότητας μιας περιοχής (ή μιας Χώρας) σχετίζεται και με την νοοτροπία των κατοίκων της, η οποία πολύ δύσκολα αλλάζει (ακόμη και όταν έχει συμβεί Οικονομική Κρίση η οποία εξελίχθηκε σε Ύφεση όπως τώρα).
- Η πρώτη επίπτωση της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. είναι ότι θα πρέπει να επέλθει εκκαθάριση των μεταξύ τους οικονομικών δοσοληψιών και η τακτοποίηση της διαφοράς που θα προκύψει.
- Η δεύτερη επίπτωση είναι ότι θα πάψουν να ισχύουν οι συμφωνίες μεταξύ της Βρετανίας και της Ε.Ε. σχετικά με την ελεύθερη κίνηση των πολιτών και των κεφαλαίων από και προς την Βρετανία. Επιπρόσθετα θ’ ακυρωθούν και οι εμπορικές συμφωνίες με τις οποίες κατοχυρώνονταν έναντι της αντιγραφής τους τα Βρετανικά προϊόντα.
- Θα δημιουργούνταν αναταραχή στις χρηματαγορές και το χρηματοπιστωτικό σύστημα τόσο των Κρατών της Ε.Ε. όσο και της Βρετανίας. Ωστόσο η αναταραχή αυτή δεν θα ήταν ούτε της ίδιας σημασίας ούτε της ίδιας έντασης γιατί η συνολική επίπτωση του BREXIT στην οικονομία της Ε.Ε. ως σύνολο είναι υποδεέστερη της αντίστοιχης επίπτωσης στην Βρετανική οικονομία. Οι τυχόν απώλειες της ισοτιμίας του Ευρώ έναντι του Δολαρίου (κυρίως) θα ήταν παροδικές (κάποιων ημερών) ειδικά εφ’ όσον είναι προς το συμφέρον των Η.Π.Α. να διατηρούν υποτιμημένο το νόμισμα τους έναντι του Ευρώ. Από την άλλη το Ευρώ δεν θα υποτιμηθεί έναντι της Στερλίνας. Το αντίθετο μάλιστα. Η σημερινή «σκληρή» Στερλίνα την επόμενη μέρα του BREXIT αναμένεται ν’ αποτελέσει παρελθόν, εκτός και αν η Βρετανική Κυβέρνηση αποφασίσει για όσο μπορέσει ν’ αγοράζει Στερλίνες πουλώντας στις διεθνείς αγορές Δολάρια και Ευρώ μειώνοντας τα συναλλαγματικά της αποθέματα για να στηρίξει την ισοτιμία της.
- Η ασκούμενη οικονομική πολιτική αλλά και οι περιορισμοί στην άσκηση της δεν θ’ άλλαζαν σημαντικά ακόμη και μετά την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. Αυτό θα συμβεί γιατί οι περιορισμοί δεν τίθενται από τους «κακούς» γραφειοκράτες των Βρυξελών αλλά από τους διεθνείς τραπεζίτες με βάση την αποκτημένη διεθνώς εμπειρία.
- Θα δημιουργούνταν προβλήματα στην τροφοδοσία της αγοράς (κυρίως της Βρετανικής) με εισαγόμενα από την Ε.Ε. είδη των οποίων θ’ αυξανόταν η τιμή τόσο εξ’ αιτίας της υποτίμησης της Στερλίνας όσο και εξ’ αιτίας των δασμών με τους οποίους θα επιβαρύνονταν αυτά.
- Θα υποβαθμιζόταν αρκετά η πιστοληπτική ικανότητα της Βρετανίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι για σειρά ετών παραβλέπουν την σταθερή επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της βάζοντας υπερβολικές σε σχέση με τα δεδομένα βαθμολογίες στα Βρετανικά χρεόγραφα.
- Η κυριότερη όμως επίπτωση από το BREXIT θα είναι ότι θα ησυχάσουν όλοι οι υπόλοιποι εταίροι της Ε.Ε. Στο κάτω-κάτω η Βρετανία έγινε μέλος της Ε.Κ.Α.Χ. (και μετέπειτα Ε.Ο.Κ.) μόνον επειδή το ζητούσαν φορτικά οι Η.Π.Α. (των οποίων ως σήμερα είναι δορυφόρος τους) και μόνον όταν αποχώρησε από την Προεδρία της Γαλλίας ο Στρατηγός Κάρολος Ντε Γκώλ, ο οποίος και είχε αρνηθεί 2 φορές (1963 & 1967) να εγκρίνει την σχετική αίτηση. Τελικά με μέσον τις Η.Π.Α. η Βρετανία γίνεται μέλος το 1973.
Αν η εκκαθάριση και ο διακανονισμός των οικονομικών δοσοληψιών μεταξύ Βρετανίας και Ε.Ε. κρατήσουν χρόνια, οι επιπτώσεις από την ακύρωση των συμφωνιών που προβλέπουν την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και κεφαλαίων, αλλά και την προστασία των Βρετανικών προϊόντων θα είναι περισσότερο άμεσες. Δεδομένου ότι η διαπραγμάτευση και η τελική ευόδωση τέτοιων συμφωνιών παίρνει χρόνια και απαιτεί πολλούς συμβιβασμούς η επαναδιαπραγμάτευση τους δεν θα είναι εύκολη. Σίγουρα θα υπάρξουν Κράτη τα οποία θ’ απαιτήσουν μια σειρά από ανταλλάγματα προκειμένου να συναινέσουν σε νέες συμφωνίες. Τελικά τίποτα δεν εγγυάται στους Βρετανούς ότι οι νέες συμφωνίες αν δεν είναι καλύτερες γι’ αυτούς θα είναι τουλάχιστον ίδιες με τις υπάρχουσες.
Το θέμα της ισοτιμίας της Στερλίνας είναι ίσως το πλέον σημαντικό (τουλάχιστον άμεσα, αλλά και μακροπρόθεσμα) μιας και επηρεάζει (αλλά και επηρεάζεται από) την ασκούμενη οικονομική πολιτική. Για παράδειγμα αν η Βρετανία δανείζεται από τις διεθνείς αγορές σε Δολάρια ή και σε Ευρώ θα πρέπει να διατηρεί μια τέτοια ισοτιμία που να μην καθιστά αδύνατη την αποπληρωμή των δανεικών στο νόμισμα τους όταν έρθει η ώρα. Ο καθορισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας με τη σειρά της επηρεάζει την ρύθμιση της ποσότητας χρήματος που κυκλοφορεί εντός της Βρετανίας. Η ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί διαμορφώνει τον πληθωρισμό (τον ρυθμό ανόδου των τιμών) ο οποίος τελικά καθορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και άρα τον βαθμό μεγέθυνσης ή συρρίκνωσης της οικονομίας σε ετήσια βάση.
Όλα τα παραπάνω λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των κρατών (άρα και της Βρετανίας) καθορίζοντας έτσι το κόστος του δανεισμού με τον οποίον υποστηρίζεται η λειτουργία του Κράτους ως μηχανισμού. Το γεγονός ότι μετά την έξοδο της από την Ε.Ε. η Βρετανία θα μπορεί (λέμε τώρα καμιά εξυπνάδα) να κόβει κατά το δοκούν Στερλίνες δεν την κάνει δυνατότερη και αξιόπιστη οικονομικά έναντι της Γερμανίας (η οποία θα παραμείνει στην Ε.Ε.) όπως άλλωστε αποδεικνύει και η περίπτωση των Η.Π.Α.
Στο κάτω-κάτω η οικονομική δύναμη ενός Κράτους καθορίζεται τόσο από τις αγορές στις οποίες απευθύνεται για να πουλήσει τα προϊόντα του, όσο και από τις αγορές στις οποίες έχει πρόσβαση για να καλύψει τις ανάγκες του αλλά και την γενικότερη πολιτική και στρατιωτική συγκυρία.
Η Βρετανία πλέον δεν ηγείται μιας Αυτοκρατορίας στα όρια της οποίας ο ήλιος δεν βασιλεύει ποτέ, αλλά μιας χαλαρών δεσμών Κοινοπολιτείας της οποίας η συνοχή θα κινδυνεύσει μόλις πεθάνει η Βασίλισσα Ελισάβετ. Ο κίνδυνος για την Βρετανική οικονομία από την διάλυση της Κοινοπολιτείας μαζί με την αναζωπύρωση των αποσχιστικών τάσεων εντός του Νησιού πιθανόν ν’ αξιολογείται ως σημαντικότερος από τις επιπτώσεις του BREXIT. Αυτό όμως ισχύει μόνον επειδή μαθαίνουμε να δίνουμε μεγαλύτερη σημασία (ν’ αξιολογούμε ως σημαντικότερα) όσα συμβαίνουν γύρω μας σε σχέση με όσα συμβαίνουν στην δίπλα αυλή.
Άφησα για το τέλος το μεγαλύτερο ψέμα που χρησιμοποιούν όσοι υποστηρίζουν την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. Το χαρακτηρίζω σκόπιμα «ψέμα» και όχι «μύθο» ή «παρεξήγηση» επειδή όσοι το υποστηρίζουν φαίνεται να ξεχνούν τόσο το πρόσφατο παρελθόν όσο και τα διδάγματα της Ιστορίας.
Το ψέμα αυτό ανήκει στην κατηγορία «έξω από την Ε.Ε. της Γερμανίας θα μπορέσουμε ν’ ανασυντάξουμε την παραγωγική μας βάση» όπου κατά περίπτωση ως «παραγωγική βάση» άλλοτε νοείται η Βρεττανική αυτοκινητοβιομηχανία η οποία ποδηγετείται από την αντίστοιχη Γερμανική και άλλοτε οποιοσδήποτε άλλος τομέας οικονομικής δραστηριότητας.
Για να γίνει κατανοητός ο χαρακτηρισμός ως «ψέμα» αυτής της άποψης θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις παρακάτω παραδοχές:
- Οι υπερεθνικοί οργανισμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί εξομάλυνσης και επίλυσης διαφορών μεταξύ των ισχυρών, οι οποίες στο παρελθόν οδηγούσαν σε πολέμους, το αποτέλεσμα των οποίων μόνο μεσοπρόθεσμα εκτόνωνε τους ανταγωνισμούς.
- Δεδομένου ότι η διεξαγωγή ενός πολέμου κοστίζει ακριβά σε πόρους και ανθρώπινο δυναμικό (αν και το τελευταίο τελικά ενδέχεται να είναι φθηνότερο των πόρων) για να διατηρηθεί μια κάποια ισορροπία απαιτούνται κάποιοι συμβιβασμοί μεταξύ των ισχυρών (αλλά και των «δορυφόρων» τους).
- Εκτός από τους συμβιβασμούς σε υπερεθνικό επίπεδο μια Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να συμβιβάσει μεταξύ τους τα επιχειρηματικά συμφέροντα εντός της ίδιας της Χώρας, ακόμη και αν αυτοί οι συμβιβασμοί είναι μακροπρόθεσμα επιβλαβείς για την ίδια την Χώρα.
- Επειδή για λόγους αυτοπροστασίας ποτέ δεν φταίμε εμείς, την ευθύνη για όλα τα στραβά την ρίχνουμε στους προηγούμενους και στις διεθνείς δεσμεύσεις/υποχρεώσεις της Χώρας που απορρέουν από τη συμμετοχή της στους υπερεθνικούς οργανισμούς.
Κατ’ αρχάς είναι λογικό να δίνει τον τόνο και τον ρυθμό σε μια υπερεθνική ένωση αυτός που είναι πιο «δυνατός». Στο Ν.Α.Τ.Ο. κουμάντο κάνουν οι Η.Π.Α., αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί τους Βρετανούς καθ’ ότι το Ν.Α.Τ.Ο. είναι στρατιωτικός συνασπισμός και χρωστούν στις Η.Π.Α. πάρα πολλά εξ’ αιτίας της βοήθειας τους (με το αζημίωτο βέβαια) στον Β’ Π.Π. Ούτε ενοχλούνται από την πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α. στο Δ.Ν.Τ. γιατί ακόμα δεν χρειάζονται τις υπηρεσίες του. Υποτίθεται ότι ενοχλούνται από την Γερμανική Ε.Ε. η οποία αν δεν ήταν Γερμανική θα μπορούσε το ίδιο καλά να ήταν Γαλλική, Ισπανική, Ιταλική ή Βρετανική για να αναφέρω μόνο τις μεγάλες οικονομίες της Ε.Ε.
Θα έπρεπε να είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω είναι απλά δικαιολογίες και μάλιστα από τις πλέον απλοϊκές που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Το κακό είναι ότι γράφονται ή εκστομίζονται από δημοσιογράφους, αναλυτές και πολιτικούς οι οποίοι είτε διαγκωνίζονται μεταξύ τους στο ποιος θα γίνει πιο αρεστός στους ψηφοφόρους, είτε δεν θέλουν να δουν την αλήθεια κατάμουτρα (ή και τα δύο). Η «σφιχτή» οικονομική πολιτική δεν είναι αποτέλεσμα της Γερμανικής κυριαρχίας στην Ε.Ε. αλλά των διεθνών τραπεζιτών οι οποίοι θέλουν να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις όπως αυτοί επιθυμούν. Και όπως γνωρίζουμε όλοι οι τραπεζίτες ανεξαρτήτως εθνικότητας μιλάνε την ίδια γλώσσα.
Επειδή όμως κάποιοι μπορεί ακόμα ν’ αμφιβάλλουν ότι το επιχείρημα στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω ανήκει στα «ψέματα» θα επικαλεστώ την ίδια την Βρετανική Ιστορία προκειμένου ν’ αποδείξω τον ισχυρισμό μου. Η βιομηχανία στην Βρετανία αναπτύχθηκε αργά και σταδιακά έτσι που να μην μπορούμε χρονικά να οριοθετήσουμε αυτό που αποκαλούμε ως «Βιομηχανική Επανάσταση». Όσο αργή και σταδιακή ήταν η βιομηχανοποίηση της Βρετανίας, άλλο τόσο αργή και σταδιακή ήταν η απο-βιομηχανοποίηση, η οποία προκλήθηκε τόσο από πολιτικές επιλογές όσο και από την μη εκμετάλλευση της καινοτομίας.
Η ύπαρξη φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις στις τότε Βρετανικές αποικίες -μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν οι Η.Π.Α. (πριν την επανάσταση) και η Ινδία (τότε ενωμένη με το Πακιστάν)- οδήγησε στην παρακμή την βιομηχανία υφαντουργίας στο Νησί. Αντί να διοχετευτούν κεφάλαια στον εκσυγχρονισμό των υφαντουργικών εγκαταστάσεων στο Νησί, διοχετεύθηκαν στις αποικίες γιατί εκεί συνέφερε περισσότερο η επένδυση τους (μη ξεχνάμε και τα φορολογικά κίνητρα) απ’ όσους τα κατείχαν.
Στη συνέχεια η μη εκμετάλλευση της καινοτομίας της ατμοκίνησης οδήγησε στον παραγκωνισμό των Βρετανικών προϊόντων από τα Αμερικανικά από τις αγορές. Ο λόγος ήταν σχετικά απλός αν και όχι προφανής. Οι Αμερικάνοι έστελναν τα προϊόντα τους με τ’ ατμόπλοια τα οποία ήταν μεν πολύ πιο γρήγορα από τα ιστιοφόρα αλλά και πιο ακριβά. Ωστόσο το μεγαλύτερο κόστος μεταφοράς δεν αποτέλεσε τροχοπέδη καθώς τώρα τα προϊόντα έφταναν νωρίτερα και πωλούνταν αμέσως ακόμη και αν ήταν ακριβότερα σε σχέση με πρίν. Έτσι όταν έφταναν τα Βρετανικά οι ανάγκες των τοπικών αγορών στο μεγαλύτερο μέρος τους είχαν καλυφθεί.
Ότι είχε μείνει ακόμη όρθιο στο Νησί ήρθε να το σαρώσει η Μάργκαρετ Θάτσερ της οποίας η θητεία συνέπεσε μ’ αυτή του πατέρα Μπούς. Και οι δυό τους εφάρμοσαν την ίδια οικονομική πολιτική, μόνο που στην περίπτωση της Βρετανίας η πολιτική αυτή είχε πιο βαριές και περισσότερο άμεσες συνέπειες. Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι οι αποφάσεις της Θάτσερ επιβλήθηκαν από την ανάγκη να συμμαζέψει τα οικονομικά της Βρετανίας. Όμως αυτό θα ήταν μόνο ένα μέρος της «αλήθειας». Όχι μόνο επειδή η επιτυχία των μέτρων ήταν αμφιλεγόμενη, αλλά κυρίως επειδή αρκετά από αυτά ήταν μέρος της εξυπηρέτησης των ντόπιων επιχειρηματικών συμφερόντων από πλευράς Θάτσερ.
Γνωρίζουμε (και θα έπρεπε να το έχουμε πάντα υπόψη μας) ότι οι επιπτώσεις των οικονομικών αποφάσεων που παίρνουμε σήμερα εκτείνονται και στο μέλλον για πολλά χρόνια. Η διαφορά της Βρετανίας επί Θάτσερ με την Δυτική Γερμανία του Χέλμουτ Κολ ήταν ότι η δεύτερη ανασυγκρότησε μετά τον Β’ Π.Π. την βιομηχανία της, ενώ η Βρετανία όχι. Ίσως η διχοτόμηση και το γεγονός ότι η Δ. Γερμανία δεν είχε μια αντίστοιχη «Κοινοπολιτεία» να έκανε καλό στους Γερμανούς αναγκάζοντας τους να πάρουν αποφάσεις τις οποίες σ’ άλλες συνθήκες δεν θα έπαιρναν. Το κακό για τους Βρετανούς είναι ότι τότε η χώρα τους ήταν το ίδιο σημαντική για την Ε.Ε. με την Δ. Γερμανία, ενώ τώρα κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
Αντί επιλόγου θα παραθέσω ένα σχόλιο σχετικά με την στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης -ειδικά την διαπραγματευτική- σε επίπεδο Ε.Ε. και Δανειστών εν γένει. Υποτίθεται ότι λόγω των μεγαλύτερων επιπτώσεων ενός BREXIT σε σχέση με το GREXIT οι Δανειστές φέρθηκαν στην Ελλάδα περισσότερο ήπια. Υπάρχει η άποψη ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εκμεταλλεύθηκε όσο μπορούσε την συγκεκριμένη συγκυρία, ενώ δεν φαίνεται να έχει και σχέδιο (πλάνο) για το πώς θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ενδεχόμενη έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε.
Όλα τα παραπάνω σ’ επίπεδο Εθνικής Οικονομίας δυστυχώς δεν έχουν καμία σημασία. Μόνον σ’ επίπεδο μικρο και παραπολιτικής σημαίνουν κάτι. Σ’ επίπεδο Εθνικής Οικονομίας θα μπορούσαν ν’ αποκτήσουν σημασία μόνον αν σχετίζονταν (και στον βαθμό που τον επηρεάζουν) με τον προσανατολισμό της. Δυστυχώς δεν φαίνεται οι κυβερνώντες να έχουν την διορατικότητα που απαιτείται για να καταλάβουν τη σημασία των εξελίξεων στις οποίες είναι μάρτυρες. Το πολύ-πολύ ν’ αδράξουν την ευκαιρία για ν’ αναβάλουν την λήψη και την εφαρμογή όσων από τις επίπονες αποφάσεις είναι πράγματι αναγκαίες εκμεταλλευόμενοι την χαλάρωση της πίεσης από πλευράς Δανειστών εν αναμονή των εξελίξεων.
Υ.Γ. Υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες οι κήρυκες της εξόδου από την Ε.Ε. να πάρουν στο λαιμό τους τούς Βρετανούς όπως οι ΣΥ.ΡΙΖ.Αίοι τους Κύπριους παρά να επιβεβαιωθούν. Στην περίπτωση αυτή όσοι δεν κατοικούν στο Νησί θα έχουν τις μικρότερες επιπτώσεις. Στο κάτω-κάτω κανείς δεν θα τους ζητήσει ευθύνες, αλλά ακόμα και αν αυτό συμβεί όλο και κάπου θα βρουν να ρίξουν το φταίξιμο.
23 Ιούνη 2016
παρατηρητής 1.






















































































