Σε όλη αυτή τη διαδικασία κρισιμότατο ρόλο έχει το Κράτος και οι μηχανισμοί του είτε σχετίζονται άμεσα με αυτό (π.χ. αστυνομία) είτε έμμεσα (π.χ. εκκλησία). Όλοι οι μηχανισμοί του Κράτους έχουν όχι μόνο ρόλο, αλλά και αντίστοιχο μερίδιο ευθύνης για την επιτυχία του προγραμματισμού της κοινωνίας στις απαιτήσεις των νέων συνθηκών.
Έτσι από την εκκλησία η οποία πρέπει να παράσχει την (βασισμένη στις Γραφές) απαραίτητη νομιμοποίηση του νέου κοινωνικού καθεστώτος, περνάμε στο σχολείο το οποίο οφείλει να εκπαιδεύσει το μελλοντικό δυναμικό πρωτίστως να είναι υπάκουο και πειθήνιο (σε συνεργασία και με την εκκλησία) αλλά κυρίως να του μάθει γραφή και ανάγνωση (η αριθμητική εννοείται) για να είναι τουλάχιστον σε θέση να αγοράζει, να πουλά και να δανείζεται (υπογράφει συμβάσεις, συμβόλαια). Τελευταίος (τουλάχιστον ως πρός την εκπαιδευση) μηχανισμός, μα κατά περιόδους ο σημαντικότερος είναι τα Σώματα Ασφαλείας (συνολικώς θεωρούμενα στα οποία περιλαμβάνεται και ο Στρατός) για όποιον έχοντας ξεφύγει από εκκλησία και σχολείο επιμένει να μην κάθεται καλά.
Μόνον όταν λειτουργήσουν πετυχημένα οι παραπάνω θεσμοί/μηχανισμοί είναι δυνατόν το Κράτος να προχωρήσει στην αρπαγή της γής από τους μικροκαλλιεργητές καθιστώντας τους ά-κληρους, προκειμένου έτσι να παράσχει το αναγκαίο και ανειδίκευτο φθηνό εργατικό δυναμικό, το τόσο απαραίτητο στον Καπιταλιστή/Κεφαλαιοκράτη ή όπως εύσχημα αποκαλούν για να συσκοτίσουν τα πράγματα «επενδυτή».
Σημειώστε ότι όταν κάποιες φορές η αδικία είναι από τη μιά προφανής και κατάφωρη και από την άλλη η εξαθλίωση έσχατη (όπως στη Θεσσαλία το 1881), τότε οι παραπάνω μηχανισμοί είναι στην πράξη αναποτελεσματικοί. Τότε το Κράτος βάζει μπροστά τα μεγάλα μέσα (η κρατική βία σε περιόδους κοινωνικών εντάσεων έχει μόνο βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα). Επειδή γνωρίζει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι άδικος αλλά έχει αναλάβει δεσμεύσεις να τον επιτύχει (ο δικός του ρόλος στην προσέλκυση των επενδύσεων) καθαγιάζει τα λαμβανόμενα μέτρα στην κολυμπήθρα της «παράδοσης». Χρησιμοποιείται η παράδοση του Έθνους προκειμένου να παρασχεθεί η απαραίτητη νομιμοποίηση για να μπορεί έτσι η ιθύνουσα τάξη να κοιμηθεί ήσυχη (χωρίς ενοχές). Στο κάτω-κάτω ως «επενδυτές» οι Καπιταλιστές/Κεφαλαιοκράτες δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να εκπληρώνουν την ιστορική τους αποστολή (την καθοδήγηση του κοπαδιού, έργο το οποίο σαν καλοί ποιμένες έχουν αδιαμαρτύρητα αποδεχθεί), η οποία άλλωστε προκύπτει από την ερμηνεία της ιστορικής παράδοσης του έθνους αλλά -το κυριότερο- από τις ιερές γραφές.
Έτσι τις παραμονές της ενσωμάτωσης (αγοράς) της Θεσσαλίας από τους Τούρκους οι Έλληνες που είχαν γερό κομπόδεμα έσπευσαν ν’αγοράσουν τα τούρκικα τσιφλίκια. Τέθηκε τότε από τα πράγματα το ερώτημα ποιό είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των τσιφλικιών. Το ουσιαστικό όμως ερώτημα ήταν ποιό νομικό καθεστώς (σύστημα) έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίσταση αυτή. Ωστόσο και μέχρι το 1911 τίποτα ουσιαστικά δεν άλλαξε. Τότε (1881) υποτίθεται ότι δεσμευόμασταν από τη Συνθήκη του Βερολίνου με την οποία μας παραχωρούνταν η Θεσσαλία. Τριάντα χρόνια αργότερα όταν το ζήτημα τέθηκε και πάλι έπρεπε προκειμένου να μην μοιράσουν τα τσιφλίκια στους καλλιεργητές να καταφύγουν σε λογικές και νομικές ακροβασίες. Η μόνη καταφυγή για την νομιμοποίηση (δικαιολόγηση) της προειλημμένης απόφασης τους ήταν το Βυζαντινό Δίκαιο και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή και ερμηνεία του. Έτσι η πομπώδης φράση: «το Δίκαιο των αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων» έγινε το τελευταίο τους καταφύγιο.
Είναι όμως αρκετά όλα τα παραπάνω; Με ποιό τρόπο ο Καπιταλιστής/Κεφαλαιοκράτης αποφασίζει για το που θα τοποθετήσει τα κεφάλαια του; Για ποιό λόγο προτιμά να τοποθετεί τα λεφτά του στο εξωτερικό; Η απάντηση είναι τόσο απλή, που είναι ανατριχιαστικά σοκαριστική. Παρόλο που υπάρχουν πολλοί και κρίσιμοι παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν την λήψη της απόφασης «που θα επενδύσω» ωστόσο ο κύριος παράγοντας είναι το κόστος «που θα βρώ τα φθηνότερα εργατικά χέρια, προκειμένου το περιθώριο κέρδους μου να είναι το μεγαλύτερο δυνατό;». Έτσι παράγοντες όπως: οι μεταφορές και οι πρώτες ύλες, είναι μεν σημαντικοί αλλά όχι πάντα καθοριστικοί. Ειδικά όταν κάποια ανακάλυψη στον τομέα των μεταφορών ή της διαχείρισης των πρώτων υλών (ή η ανακάλυψη εναλλακτικών πρώτων υλών) καθιστούν την λήψη της απόφασης ευκολότερη.
Αφού όμως ο Καπιταλιστής/Κεφαλαιοκράτης βρεί το «που» θα χρειαστεί να εξασφαλίσει μιά σειρά από «δευτερεύοντες» παράγοντες προκειμένου να είναι σε θέση να προχωρήσει στην «επένδυση» του. Σε αυτό το στάδιο εξετάζονται παράγοντες όπως η εργατική νομοθεσία, το φορολογικό σύστημα και τα τυχόν κίνητρα για επενδύσεις, το νομικό πλαίσιο για τις επενδύσεις, η ύπαρξη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού η οργάνωση του και ο βαθμός πειθαρχίας του, οι κοινωνικές δομές, το τραπεζικό σύστημα και άλλες λεπτομέρειες.
Στην ιστορία υπάρχουν αρκετά περιστατικά τα οποία μας δίνουν μια σαφή εικόνα των αποτελεσμάτων της μετακίνησης των κεφαλαίων από τον έναν τόπο στον άλλο. Κάθε φορά που υπάρχει πλεονάζον κεφάλαιο το οποίο πρέπει να επαν-επενδυθεί, γεννάται το ερώτημα «που». Συνήθως η επιλογή είναι να μην επαν-επενδυθεί στην ίδια χώρα στην οποία βρίσκεται ο Κεφαλαιοκράτης μας. Ο λόγος είναι ότι στην χώρα αυτή από ένα σημείο και μετά το εργατικό κόστος έχει αυξηθεί σε βαθμό που το περιθώριο κέρδους μειώνεται δραματικά. Έχει καταστεί όπως λένε και οι σπουδαγμένοι «ανελαστικό» (δηλαδή δεν επιδέχεται μείωσης). Επιπρόσθετα η ύπαρξη υψηλών μισθών σημαίνει και πλήρως οργανωμένο συνδικαλιστικά εργατικό κίνημα, στην ύπαρξη του οποίου οφείλονται εν μέρη οι υψηλές αμοιβές. Άρα η χώρα στην οποία ζεί και κινείται ο Καπιταλιστής μας, από ένα σημείο και μετά καθίσταται για τους παραπάνω λόγους ακατάλληλη για την επένδυση των πλεοναζόντων κεφαλαίων. Επειδή κάθε Κεφαλαιούχος θέλει να πληρώσει όσο το δυνατόν λιγότερα για μιά νέα επένδυση, επιστρατεύεται στις περιπτώσεις αυτές το Κράτος. Οι επιδοτήσεις για επενδύσεις στο εξωτερικό και τα φορολογικά κίνητρα που τις συνοδεύουν είναι τόσο παληά πρακτική όσο και Βρεττανική Αυτοκρατορία της οποίας η επικράτεια ήταν τόσο μεγάλη που «ο ήλιος δεν έδυε ποτέ».
Η Βρεττανία διέθετε την καλύτερη (και πλέον ξακουστή) υφαντουργία στον κόσμο. Δόθηκαν από το Κράτος κίνητρα στους Κεφαλαιοκράτες της εποχής για να επενδύσουν εκτός Βρεττανίας στις υπόλοιπες χώρες της Αυτοκρατορίας. Φυσικά οι Κεφαλαιοκράτες μας άρπαξαν την ευκαιρία και επένδυσαν στην Ινδία και τις Η.Π.Α. Η πρώτη συνέπεια ήταν ότι ο εξοπλισμός των υφαντουργικών εργοστασίων της Βρεττανίας δεν εκσυγχρονίστηκε και αφέθηκε ν’απαξιωθεί σταδιακά, με αποτέλεσμα την παραγωγή όλο και χειρότερης ποιότητας προϊόντων σε σύγκριση με αυτά της Ινδίας και των Η.Π.Α. Αντίθετα τα εργοστάσια στην Ινδία και τις Η.Π.Α. με τον τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμό τους παρήγαγαν καλύτερα και φθηνότερα προϊόντα (φθηνότερα εξαιτίας των πολύ χαμηλότερων μεροκάματων). Ακόμη και μετά την απόσχιση των Η.Π.Α. από το Βρεττανικό Στέμμα, το Βρεττανικό Κεφάλαιο παρέμεινε εκεί. Όμως τα πράγματα στον Καπιταλισμό εξελίσσονται χαοτικά και έτσι μιά αλλαγή στον τομέα των μεταφορών έκανε την Βρεττανία από κυρίαρχο, υποτελή των Η.Π.Α. σε οικονομικό επίπεδο.
Η αλλαγή αυτή ήταν τα ατμοκίνητα πλοία. Η μεταφορά των αγαθών με τα ατμοκίνητα πλοία από τις Η.Π.Α. στην Βρεττανία ήταν μεν ακριβότερη αλλά ταχύτερη από την αντίστοιχη με τα ιστιοφόρα. Έτσι με το χρόνο και ενώ οι μεταφορές με ατμοκίνητα πλοία καθίσταντο φθηνότερες τα εισαγόμενα στη Βρεττανία από τις Η.Π.Α. υφαντουργικά είδη εκτόπισαν τα Βρεττανικά που έρχονταν από την Ινδία για παράδειγμα. Η συνέπεια από τα παραπάνω ήταν η Βρεττανία να χρωστά στις Η.Π.Α. Ένα τεράστιο ποσό αμέσως μετά τη λήξη του ΑˊΠαγκοσμίου Πολέμου, ενώ μετά και τον Βˊ Παγκόσμιο έχασε τα εδάφη της Αυτοκρατορίας της και κατέληξε «ουρά» των Αμερικανών. Θυμηθείτε πως όλα έγιναν κατορθωτά εξαιτίας των επιχορηγήσεων και των κινήτρων για επενδύσεις στις περιφερειακές χώρες της Αυτοκρατορίας από το Βρεττανικό Κράτος.
Στη σημερινή εποχή αντίστοιχο παράδειγμα είναι η μεταφορά της βαριάς βιομηχανίας των Η.Π.Α. στην Κίνα. Αν δε θέλουμε να βρούμε και ένα παράδειγμα που ν’αφορά την Ελλάδα, αυτό θα ήταν η μεταφορά της μικρής κλίμακας βιομηχανικής δραστηριότητας και της βιοτεχνίας της Βόρειας Ελλάδας σε γειτονικά κράτη, η οποία έγινε κατορθωτή μόνο μετά την παροχή επιδοτήσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό «για επενδύσεις στο εξωτερικό».
Με τον τρόπο αυτό το κεφάλαιο όντας πλέον αδέσμευτο από οποιονδήποτε περιορισμό είτε χωρικό είτε χρονικό είναι ελεύθερο να μεταλλάσει τον πλανήτη «κατά πως του κάνει κέφι». Βλέπουμε λοιπόν πως οι κυβερνήσεις κάθε χώρας είναι είτε πρακτικά ανίσχυρες απέναντι του είτε διαβρωμένες από αυτό. Μόνον έτσι θα ήταν κατορθωτή η κατάργηση του Συστήματος Ισοτιμιών του Μπρέττον Γούντς το 1971. Όσο αυτό λειτουργούσε ο Καπιταλιστής/Κεφαλαιοκράτης είχε δεσμευμένα τα κεφάλαια του στην χώρα (ή στις χώρες) οι οποίες προσέφεραν τα ισχυρότερα νομίσματα, των οποίων η κυκλοφορία καλυπτόταν από τον χρυσό που οι κεντρικές τράπεζες είχαν στα θησαυροφυλάκια τους. Με την κατάργηση αυτού του συστήματος και την συνακόλουθη απορρύθμιση του τραπεζικού κλάδου οι κυβερνήσεις έγιναν όμηροι των χρηματαγορών για την χρηματοδότηση της κοινωνικής τους πολιτικής. Αυτή η σχέση εξάρτησης οδήγησε πρακτικά στη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους προς το χειρότερο, αφού οι αγορές αποκτούσαν μεγαλύτερο λόγο στην κοινωνική πολιτική κάθε κράτους. Έτσι η οικονομική επιτυχία κάθε κράτους ενώ παλαιότερα ακολουθούσε ένα συγκεκριμένο κύκλο, έχει καταστεί πλέον άμεσα συνδεδεμένη με τα καπρίτσια των «επενδυτών» οι οποίοι ψάχνουν συνεχώς να βρούν και την παραμικρή ευκαιρία για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Από όλη αυτήν την διαδικασία που περιγράφηκε περιληπτικά παραπάνω ως κατάλοιπο (παραπροϊόν) μένουν κατεστραμένες ζωές (σε ατομικό επίπεδο) εξαρθρωμένες και κατακερματισμένες κοινωνίες (στις οποίες ενδημούν κάθε είδους παθογένειες) και φαντάσματα πόλεων και ολόκληρων περιοχών που σε αλλοτινές εποχές είχαν γνωρίσει μεγάλη δόξα. Καμιά φορά κάποιες από αυτές επανέρχονται στο προσκήνιο αναλαμβάνοντας να υπηρετήσουν την οικονομική (Καπιταλιστική) ολοκλήρωση με νέο τρόπο.
Στο επόμενο άρθρο μας θ’ αρχίσουμε να περιγράφουμε τους τρόπους με τους οποίους εμείς οι απλοί πολίτες μπορούμε (αρκεί να το θελήσουμε) να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη επιτυγχάνοντας εκεί που τα κράτη αποτυγχάνουν.
8 Σεπτέμβρη 2014.
παρατηρητής 1.