Δυστυχώς ή ευτυχώς αυτοί οι «οδικοί χάρτες» έχουν (σκόπιμα εννοείται) καταλήξει να είναι γενικόλογες και άνευρες διατυπώσεις. Διατυπώσεις, που ακόμα και ένας μαθητής Γυμνασίου – Λυκείου θα μπορούσε να γράψει στο μάθημα της Έκθεσης. Έτσι, αναλόγως των συνθηκών (δηλαδή, των απαιτήσεων) αυτός που τον διατύπωσε μπορεί να εμφανιστεί όπως τον βολεύει. Αυτό, βέβαια, ισχύει μόνον όταν κάποιοι θυμούνται τον «οδικό χάρτη» και κάνουν θέμα την μη εφαρμογή του. Τις περισσότερες φορές αυτοί που θυμούνται τις ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις δεν είναι παραπάνω από μια ντουζίνα άνθρωποι. Άνθρωποι, οι οποίοι έχουν επαγγελματικό ενδιαφέρον και είναι «δουλειά τους» να παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις.
Το αντίστοιχο του «οδικού χάρτη» για έναν Υπουργό είναι η διατύπωση της πολιτικής στον τομέα του κατά την διάρκεια των «προγραμματικών δηλώσεων» της κυβέρνησης και ενδιαμέσως οι ομιλίες του στην Βουλή όταν εισάγει νομοσχέδια της αρμοδιότητας του ή απαντά στον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Προφανώς και η ομιλία του κατά την διάρκεια των «προγραμματικών δηλώσεων» σε μεγάλο βαθμό θα είναι γενικόλογη. Σε κάθε περίπτωση σ’ αυτήν θα πρέπει να διατυπώνονται τουλάχιστον οι προθέσεις του Υπουργού. Καμιά φορά επιλέγουν ν’ αρθρογραφούν σ’ εφημερίδες. Στην περίπτωση της εφημερίδας ο πολιτικός έχει την δυνατότητα χωρίς αντίλογο να εστιάσει στο ζήτημα που θεωρεί ότι είναι «προνομιακό» γι’ αυτόν.
Τι γίνεται, όμως, όταν ο Υπουργός μας στην Βουλή (στις «προγραμματικές δηλώσεις») και ο Υφυπουργός του σε «άρθρο» του σ’ εφημερίδα ΔΕΝ μας λένε τίποτα για την πολιτική που πρόκειται ν’ ακολουθήσουν στον τομέα ευθύνης τους; Ακόμη περισσότερο όταν οι δημοσιογράφοι που ασχολούνται με τον τομέα ευθύνης τους μοιάζουν με πεινασμένα πιράνχας έτοιμα να τους κατακρεουργήσουν με τη ν πρώτη ευκαιρία.
Το δίδυμο του Υφυπουργείου Αθλητισμού (Υφυπουργός και Γ.Γ.Α.) δεν ξεκίνησε καλά. Να φταίει το γεγονός ότι δεν είχαν στην διάθεση τους πολύ χρόνο να προετοιμαστούν; Μπορεί. Ωστόσο, θα έπρεπε να είναι σε θέση να μας πουν έστω κάτι. Οι Αυγενάκης – Μαυρωτάς στην πρώτη τους εμφάνιση με την οποία θα μας συστήνονταν απέτυχαν παταγωδώς. Τους απομένει μια ακόμη ευκαιρία. Ίσως μια κοινή συνέντευξη τύπου στο Υφυπουργείο να μπορέσει ν’ αλλάξει το σε βάρος τους κλίμα.
Το μόνο σίγουρο είναι πως ο χώρος του Αθλητισμού (Ερασιτεχνικού ή Επαγγελματικού) ΔΕΝ έχει σχέση με τον «Αθλητισμό» όπως έχουμε την μανία να νομίζουμε ότι ήταν κάποτε. Η απότιση τιμής στους Θεούς ήταν μόνο για πολύ λίγο το «νόημα» του «Αθλητισμού». Μόλις έγινε αντιληπτή η φήμη (και όσα πάνε μαζί της) των νικητών ο «Αθλητισμός» έγινε αυτόχρημα «Επαγγελματικός». Αφού, λοιπόν, έτσι έχουν τα πράγματα είναι λογικό η πολιτική στον «Αθλητισμό» να είναι ένα μείγμα οικονομικής, εταιρικής και πολιτικής ισχύος. Την «οικονομική ισχύ» την έχουν οι ιδιοκτήτες, η «εταιρική ισχύς» αφορά την ιστορία κάθε ομάδας και το πλήθος των οπαδών της και τέλος η «πολιτική ισχύς» είναι η συνισταμένη των άλλων δύο. Επιπλέον, τα πράγματα γίνονται χειρότερα επειδή για λόγους προσωπικής προβολής και απόκτησης πολιτικής ισχύος στον «Αθλητισμό» εμπλέκονται ισχυροί «οικονομικοί παράγοντες». Έτσι, στον χώρο του «Αθλητισμού» εκφράζεται είτε η οικονομική τους αντιπαλότητα είτε η σύμπλευση τους (οι οποίες αναλόγως των συνθηκών έχουν ευκαιριακό χαρακτήρα).
Συνεπώς, η εφαρμογή οποιασδήποτε κυβερνητικής πολιτικής στον «Αθλητισμό» πρέπει να είναι τέτοια που να λαμβάνει υπ’ όψη την τιθάσευση όλων των παραπάνω. Πρέπει να θέτει τέτοιους αντικειμενικούς κανόνες που κανείς δεν θα τόλμαγε να παραβιάσει. Και αυτοί οι κανόνες πρέπει ν’ αφορούν τον «ανταγωνισμό» μεταξύ των Π.Α.Ε. & Κ.Α.Ε. Αυτό σημαίνει πως ένας Υφυπουργός Αθλητισμού και το alter ego του ο Γ.Γ.Α. οφείλουν να κυνηγάνε ζητήματα «διαφθοράς», «στημένων αγώνων», «εξαγορασμένων εκλογικών διαδικασιών» τόσο μέσω του ελεγκτικού μηχανισμού που διαθέτουν όσο και με την διαμόρφωση του νομικού πλαισίου. Μόνο μ’ αυτό το πλαίσιο και με την άτεγκτη εφαρμογή κανόνων και διαδικασιών που ήδη εφαρμόζονται στο εξωτερικό μπορεί η πολιτική εξουσία να κερδίσει τον σεβασμό του κόσμου και των ισχυρών «οικονομικών παραγόντων». Στην προσπάθεια αυτή (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κυβέρνηση πρόθυμη να την αναλάβει) πολύ μεγάλη σημασία έχει οποιαδήποτε σχετική εμπειρία (όπως αυτή του Γ. Μαυρωτά από τη συμμετοχή του στο «Συμβούλιο της Ευρώπης»). Το «στοίχημα» δεν είναι αυτό που ο Γ.Γ.Α. ανέπτυξε(;) στο άρθρο του στα «ΝΕΑ», αλλά αν έχει την τόλμη («κότσια») να εφαρμόσει την εμπειρία του στο νέο του πόστο.
Ο Φίλιππος Β’ έστειλε τελεσίγραφο στους Σπαρτιάτες να παραδοθούν γιατί αν δεν το έκαναν θα κατέστρεφε ολοσχερώς την Σπάρτη. Εκείνοι του απάντησαν με μια μόνο λέξη: αν. Λίγες φορές έχει αποδειχτεί στην πολιτική η δύναμη ενός αν. Όταν αυτό συμβαίνει τ’ αποτελέσματα είναι καταπληκτικά. Η μόνη προϋπόθεση είναι να υπάρχει εκπεφρασμένη πρόθεση να κάνεις αυτό που απειλείς (προειδοποιείς) και ταυτόχρονα να έχεις επιλέξει τον «κατάλληλο άνθρωπο». Δυό μέρες μετά την νίκη της αυτοδύναμης Ν.Δ. εκκενώθηκε η κατάληψη του CITY PLAZA μόνο και μόνο επειδή οι καταληψίες γνώριζαν τις κυβερνητικές προθέσεις. Στη μια περίπτωση ανέλαβε το σχετικό Υπουργείο ο Χρυσοχοΐδης. Στην περίπτωση μας το δίδυμο Αυγενάκη – Μαυρωτά χωρίς μάλιστα να έχουν εκφράσει την πρόθεση τους να επιβάλλουν τον κυβερνητικό έλεγχο (και άρα την νομιμότητα) στον τομέα τους. Πόσο πιθανό είναι να πετύχουν; Πάντως ο «γνήσιος Κυριάκος» (Θωμαΐδης) μέσω των σχολίων του έχει ήδη προεξοφλήσει την αποτυχία τους. Τολμάνε (καλύτερα είναι σε θέση) να τον διαψεύσουν;
24 Ιούλη 2019
«πανταχού παρόντες».






















































































