Οι λόγοι για τους οποίους μόλις πρόσφατα άρχισε η Ε.Ε. ν’ ασχολείται με το θέμα είναι από τη μια οι συνεχώς αυξανόμενοι τζίροι των εταιρειών του διαδικτύου και από την άλλη η διαπίστωση ότι οι μεγάλες εταιρείες του διαδικτύου (οι οποίες λειτουργούν και ως όργανα αναζήτησης για τις υπόλοιπες εταιρείες) είναι ουσιαστικά αφορολόγητες. Η περίπτωση των εταιρειών του διαδικτύου αποκάλυψε την ανάγκη αναθεώρησης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας η οποία στην περίπτωση αυτή είναι ανεπαρκής.
Υπάρχουν, λοιπόν, ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν με την εγκατάσταση των εταιρειών σε χώρες διαφορετικές από αυτές που ενδεχομένως δραστηριοποιούνται και οι οποίες (χώρες εγκατάστασης) τις περισσότερες φορές ανήκουν στην κατηγορία των «φορολογικών παραδείσων». Πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας συνεχώς ότι η κατάληξη της διεύθυνσης .grή .comδεν σχετίζεται απαραίτητα με τον τόπο που είναι εγκατεστημένη η εταιρεία στην οποία ανήκει η ιστοσελίδα. Επίσης και προς αποφυγή παρεξηγήσεων κάθε αναφορά σε εταιρεία αφορά κάθε νομική μορφή κάτω από την οποία λειτουργούν οι ιστοσελίδες. Κατά παραχώρηση υπονοούνται και οι προσωπικές εταιρείες (αν και από νομικής άποψης δεν είναι) ενώ ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τις Μονοπρόσωπες Ε.Π.Ε. (Μ.ΕΠΕ) οι οποίες αν και από νομικής άποψης είναι εταιρείες, ωστόσο είναι στην ουσία προσωπικές (εταιρείες) ο μοναδικός εταίρος των οποίων καλυπτόμενος κάτω από τον μανδύα της Ε.Π.Ε. ευθύνεται έναντι τρίτων (με εξαίρεση το Δημόσιο όπου και ευθύνεται απεριόριστα) μόνο μέχρι το ύψος του μετοχικού κεφαλαίου της.
Πριν αναφερθούμε στην επιβολή του φόρου στις διαφημίσεις του διαδικτύου και στις επιπτώσεις που θα είχε ο φόρος αυτός, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε το φορολογικό πλαίσιο στο οποίο υπάγονται οι αλλοδαπές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Έστω μια εταιρεία (π.χ. Ε.Π.Ε.) με έδρα την Βαλέτα της Μάλτας στην οποία ανήκει ιστοσελίδα με κατάληξη .comπου λειτουργεί στην Ελλάδα. Από φορολογικής σκοπιάς η εταιρεία αυτή φορολογείται στην Χώρα μας για το μέρος του εισοδήματος της που προκύπτει από την εδώ λειτουργία της (στην περίπτωση μας για την παροχή υπηρεσιών). Η εταιρεία αυτή μπορεί να εκπέσει μόνο τα έξοδα της που σχετίζονται αποκλειστικά με την λειτουργία της στη Χώρα μας. Στα έξοδα της αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται τα όποια έξοδα μισθοδοσίας των υπαλλήλων της καθώς αυτοί θεωρούνται υπάλληλοι της μητρικής (η δραστηριότητα της στην Ελλάδα θεωρείται δραστηριότητα συνδεδεμένης επιχείρησης). Προσοχή! Το θέμα του άρθρου αυτού (όπως άλλωστε και η επιβολή του φόρου στις διαφημίσεις του διαδικτύου) αφορά μόνο τις ιστοσελίδες οι οποίες έχουν έσοδα από διαφημίσεις και όχι όλες τις ιστοσελίδες γενικά, καθώς φορολογικές υποχρεώσεις δεν προκύπτουν για όσες δεν έχουν οποιουδήποτε τύπου εισόδημα.
Αντικείμενο κάθε φόρου είναι μια συναλλαγή επί της οποίας αυτός υπολογίζεται. Υπεύθυνος για την απόδοση του έναντι του φορέα είσπραξης του φόρου είναι αυτός που αποκτά το εισόδημα (εκδίδει το τιμολόγιο) ή αυτός που ωφελείται από την πραγματοποίηση της συναλλαγής (π.χ. ο διαφημιζόμενος καθώς έτσι μειώνει τα κέρδη του, άρα και τον Φόρο Εισοδήματος του).
Σχετικά με την επιβολή κάθε είδους φόρου εγείρονται κάθε φορά δύο ζητήματα. Το ένα σχετίζεται με το ύψος του φόρου. Το άλλο σχετίζεται με την είσπραξη του από το Κράτος καθώς και με το όφελος για το Δημόσιο Ταμείο.
Το ύψος του φόρου είναι ένα από τα ζητήματα το οποίο δεν έχει μόνο μια απάντηση, ενώ η «σωστή» είναι ανάλογη της οπτικής κάθε πλευράς. Επειδή τους είναι βολικό -και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη έρευνα ή σκέψη- οι ειδήμονες του Υπουργείου Οικονομικών οι οποίοι σκέφτηκαν την επιβολή του απλά θεώρησαν ότι έπρεπε να τον επιβάλλουν στο ίδιο ύψος μ’ αυτόν της τηλεόρασης. Πιθανόν να υπολογίζεται και αυτός στο 80% της διαφημιστικής χρέωσης (προ Φ.Π.Α.). Δεν θα μπούμε στον πειρασμό να επιχειρηματολογήσουμε σχετικά με το ύψος του φόρου, καθώς σήμερα θα επιχειρηματολογήσουμε σχετικά με την είσπραξη του από το Κράτος καθώς και για το όφελος που προκύπτει (αν προκύπτει) για το Δημόσιο Ταμείο.
Στην πράξη η είσπραξη ενός φόρου είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την επιβολή του. Ειδικά σε περιόδους οικονομικής ύφεσης είναι διαδεδομένο το φαινόμενο της μη (κανονικής) απόδοσης των φόρων ή/και της φοροδιαφυγής. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η μη απόδοση του Φ.Π.Α., η οποία (μη απόδοση) οδήγησε τα στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών να σκαρφιστούν την ηλεκτρονική παρακράτηση και απόδοση του στο Δημόσιο. Αν δε μπορούσε να εφαρμοστεί και στην πράξη πιθανόν ν’ αυξάνονταν και τα έσοδα για το Δημόσιο Ταμείο (η μη εφαρμογή του στην πράξη έχει σχέση με την αδυναμία συμψηφισμού του Φ.Π.Α. των πωλήσεων με αυτόν των αγορών/εξόδων).
Έτσι ακόμη και αν με την επιβολή αυτού του φόρου δεν μειωθούν οι τζίροι των ιστοσελίδων και εισπράττεται κανονικά, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι εταιρείες στις οποίες ανήκουν οι ιστοσελίδες θα τον αποδίδουν κανονικά (και όχι στην καλύτερη περίπτωση με καθυστέρηση) στο Δημόσιο Ταμείο. Για αρκετές -αν όχι για τις περισσότερες των ιστοσελίδων- ο φόρος αυτός (αν δεν τους μειώσει τον τζίρο) θ’ αποτελέσει μια καλοδεχούμενη ένεση ρευστότητας την οποία θα χρησιμοποιήσουν για να επιβιώσουν οικονομικά. Βέβαια θα υπάρχουν και οι απαραίτητες προσαυξήσεις για την εκπρόθεσμη καταβολή οι οποίες όμως μπροστά στην ανάγκη της οικονομικής επιβίωσης των ιστοσελίδων είναι ένα τίμημα που θ’ αποδεχθούν χωρίς πολύ σκέψη.
Τα οφέλη από την επιβολή αυτού του φόρου θα είναι μικρά αν όχι μηδαμινά. Μπορεί να είναι σημαντικά (και σε μερικές περιπτώσεις μεγάλα) τα σχετικά ποσά που αφορούν στις διαφημίσεις αυτές κάτι που σημαίνει κέρδη (όταν προκύπτουν) από τα οποία και προκύπτει Φόρος Εισοδήματος για το Κράτος. Φυσικά τα κέρδη αυτά θα κινδυνέψουν αν επιβληθεί ο φόρος αυτός. Υπάρχει όμως και ένα άλλο ζήτημα το οποίο είναι ανάγκη να ρυθμιστεί και μάλιστα σύντομα. Το ζήτημα αυτό είναι το καθεστώς λειτουργίας των ιστοσελίδων η πλειοψηφία των οποίων είναι ή θεωρούνται ειδησεογραφικές/ενημερωτικές με τις υπόλοιπες ν’ αφορούν πωλήσεις. Έχει να κάνει περισσότερο με το εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων σ’ αυτές οι οποίοι εργάζονται χωρίς καμία ιδιαίτερη πρόνοια ή εξασφάλιση και αμείβονται συνήθως με 300-400 Ευρώ (όταν και αν τα παίρνουν) το μήνα, τα οποία είναι (συνήθως) «μαύρα» (άρα και χωρίς ασφάλιση). Στις περιπτώσεις δε που μιλάμε για ενημερωτικές και ειδησεογραφικές ιστοσελίδες έχει σημασία και η αναγνώριση, οριοθέτηση και κατοχύρωση των σχετικών για κάθε περίπτωση συντεχνιακών εργασιακών δικαιωμάτων. Όλα αυτά καλό θα ήταν να γίνουν πριν την επιβολή του φόρου όπως επίσης και θα ήταν καλό και σκόπιμο να υπολογιστεί η επίπτωση της επιβολής του φόρου στην λειτουργία των ιστοσελίδων. Τέλος δεν θα ήταν κακό (ίσα-ίσα) να επανεξεταστεί το ύψος του φόρου τόσο στην τηλεόραση όσο και στις διαφημίσεις του διαδικτύου, καθώς μικρότερος φόρος θ’ αποθαρρύνει λιγότερο τους διαφημιζόμενους και έτσι η μείωση στους διαφημιστικούς τζίρους θα είναι μικρότερη (άρα και το όφελος για το Δημόσιο Ταμείο μεγαλύτερο).
Η χαζομάρα της εξόφλησης των λογαριασμών των εστιατορίων πάνω από 70 Ευρώ στα νησιά.
Κυρίαρχο αίτημα της νεολαίας τον Μάη του ’68 (εκτός από την παγκόσμια ειρήνη) ήταν η εισαγωγή της φαντασίας στην εξουσία. Δεν έχει ξεκαθαριστεί αν το σύνθημα αναφερόταν στην χρήση ατόμων που χαρακτηρίζονταν από δημιουργικές και πρωτότυπες καινοτόμες ιδέες ή αν απλά αναφερόταν στην επίδραση του LSD (αμφεταμινών) στο Κ.Ν.Σ. των χρηστών. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από την άνοδο στην εξουσία της «πρώτης αριστερής κυβέρνησης» (όπως τουλάχιστον διατείνεται) υπάρχει ένας χώρος εξουσίας ο οποίος διαχρονικά διακρίνεται για τις πρωτότυπες και δημιουργικές (συχνά ανεφάρμοστες) ιδέες του.
Ο χώρος αυτός είναι το υπουργείο Οικονομικών και φορείς των πρωτότυπων και συχνά ανεφάρμοστων ιδεών του είναι τα εκάστοτε στελέχη του, τα οποία είτε επειδή έχουν μεγάλη και δημιουργική φαντασία, είτε επειδή βρίσκονται υπό την επήρεια ψυχοτρόπων ουσιών σκέφτονται μέτρα όπως την υποχρεωτική εξόφληση των αποδείξεων των εστιατορίων στα νησιά όταν η αξία τους είναι πάνω από 70 Ευρώ (με τον Φ.Π.Α.). Δεν θ’ απαιτηθούν παρά μόνο λίγες αράδες προκειμένου να καταδειχτεί η χαζομάρα του μέτρου αυτού (αν τελικά ληφθεί) και σίγουρα θα σας πάρει λιγότερο χρόνο να τις διαβάσετε απ’ ότι σ’ αυτούς να καταλάβουν πόσο χαζό ήταν αυτό που σκέφτηκαν.
Κατ’ αρχάς ένα επιτυχημένο (από το αποτέλεσμα πάντα) μέτρο είναι αυτό το οποίο είναι απλό στην εφαρμογή του, κάτι που σημαίνει ότι δεν απαιτεί πολλές αλλαγές και γραφειοκρατία από αυτόν που το εφαρμόζει. Αυτό είναι το ουσιαστικότερο κριτήριο για να κριθεί ένα μέτρο, καθώς αν δεν είναι απλό και απαιτεί πολλή δουλειά από αυτόν που το εφαρμόζει (είναι δηλαδή δύσχρηστο) εφαρμόζεται όλο και λιγότερο μέχρι τη στιγμή που οι πιέσεις για κατάργηση του γίνονται αφόρητες και είτε ατονεί η εφαρμογή του, είτε καταργείται και τυπικά.
Έστω ότι καταφθάνει 4μελής παρέα πεινασμένων και διψασμένων Ελλήνων (γιατί οι ξένοι προσέχουν και την διατροφή τους εκτός από τα οικονομικά τους) σε ταβέρνα παραθεριστικού νησιού. Αμέσως μόλις φτάσουν δίνουν και την παραγγελία τους η οποία είναι συνολικά 40 Ευρώ. Ο καταστηματάρχης για να μην χάσει το μπούσουλα εκδίδει με την εκτέλεση της παραγγελίας την αντίστοιχη ταμειακή απόδειξη (η οποία είναι κάτω από το όριο των 70 Ευρώ). Καθώς όμως η μέρα είνια ζεστή η παρέα παραγγέλνει περισσότερες μπύρες και συμπληρωματικά κάποια ακόμη πιάτα. Ο καταστηματάρχη όντας τυπικότατος εκδίδει και πάλι ταμειακή απόδειξη για 20 Ευρώ αυτή τη φορά. Συνολικά η παρέα έχει κάνει μέχρι στιγμής λογαριασμό 60 Ευρώ. Μετά από μιάμισης ώρας παραμονή η παρέα παραγγέλνει αναψυκτικά, καφέδες και γλυκά αξίας 15 Ευρώ για τα οποία εκδίδεται η τρίτη ταμειακή απόδειξη. Η παρέα εξοφλεί τις 3 αυτές ταμειακές αποδείξεις συνολικής αξίας 75 Ευρώ με μετρητά.
Από το παραποάνω παράδειγμα προκύπτει ότι η συναλλαγή εκτελέστηκε σωστά, αλλά παρ’ όλα αυτά το μέτρο δεν τηρήθηκε. Εφ’ όσον καμία από τις τρείς ταμειακές αποδείξεις δεν μπορεί να συνδεθεί με την συγκεκριμένη παρέα, δεν μπορεί ν’ αποδειχθεί ευθύνη ή αμέλεια του καταστηματάρχη για την μη εφαρμογή της υποχρέωσης εξόφλησης με πιστωτική κάρτα. Το παραπάνω παράδειγμα είναι τυπικό της λειτουργίας των εστιατορίων, καθώς τίποτα δεν απαγορεύει την τμηματική παραγγελία όπως επίσης και αντίστοιχα την τμηματική έκδοση των ταμειακών αποδείξεων (για όσους τις εκδίδουν). Επιπρόσθετα αν υπολογιστεί και η προμήθεια που χρεώνει η τράπεζα την επιχείρηση εστίασης το όφελος που θα έχει ο καταστηματάρχης από την εξόφληση με μετρητά είναι ακόμη μεγαλύτερο. Συνεπώς έχει κίνητρο να εκδίδει τμηματικά τις ταμειακές αποδείξεις όπως παραδίδει την παραγγελία (για παράδειγμα πρώτα παραδίδονται τα ορεκτικά, τα ποτά και οι σαλάτες και μετά τα κυρίως πιάτα). Τέλος θα ήταν αστείο να ζητούνται στοιχεία ταυτότητας τα οποία και θα έπρεπε ν’ αναγράφονται στην ταμειακή απόδειξη, αφού θα μπορούσε η πρώτη απόδειξη να εκδοθεί στ’ όνομα του ΧΧ και η δεύτερη στα στοιχεία άλλου μέλους της παρέας του ΨΨ, ενώ ούτε η αναφορά του αριθμού του τραπεζιού βοηθά δεδομένου ότι το ίδιο τραπέζι μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεκάδες φορές μέσα στην ημέρα. Έτσι κι’ αλλιώς η έννοια της εισαγωγής του συγκεκριμένου μέτρου είναι η σύνδεση συγκεκριμένης ταμειακής απόδειξης με συγκεκριμένη πληρωμή (η οποία έγινε με την πιστωτική κάρτα συγκεκριμένου ατόμου).
Βλέπουμε λοιπόν γιατί είναι πρακτικά ανεφάρμοστο αυτό το μέτρο, εκτός και αν τα τζίνι του Υπουργείου Οικονομικών σκεφτούν κάτι καινούριο στο άκουσμα του οποίου θα μείνουμε εκστατικοί (άφωνοι). Τέλος πρέπει να παρατηρήσουμε πως η εισαγωγή της υποχρέωσης συναλλαγών στα νησιά με πιστωτική κάρτα δεν μπορεί να γίνει γενικευμένα (δηλαδή χωρίς όριο) καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν περιορισμός της ελευθερίας των συναλλαγών, ενώ σε μερικές περιπτώσεις (για τα μικροποσά) το κόστος συναλλαγής (οι τραπεζικές προμήθειες) θα ήταν δυσανάλογα υψηλές (σε σχέση με το ποσό της συναλλαγής).
11 Μάη 2015
παρατηρητήριο.






















































































