Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΠΛΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ) ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΙ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΠΛΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ) ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΙ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής θα έχει να επιτελέσει ένα δύσκολο έργο. Θα πρέπει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να φέρει σε (αίσιο) πέρας δράσεις σε τομείς όπως: η φορολογική πολιτική φυσικών και νομικών προσώπων, η αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της Χώρας και η ψήφιση οικονομικών κινήτρων («αναπτυξιακός νόμος»), η οργάνωση και λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης με τρόπο που να ευνοείται η επιχειρηματικότητα (επιχειρηματική δράση), οι παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό σύστημα με παράλληλη στήριξη όσων θιγούν (ή θίγονται) περισσότερο από αυτές. Προκειμένου να γίνουν όλα τα προηγούμενα και για να έχουν αποτέλεσμα θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια λεπτομερής καταγραφή της κατάστασης που υφίσταται σήμερα στους διάφορους κλάδους/τομείς της Ελληνικής Οικονομίας. Μια καταγραφή σαν αυτή που κάνουν τα συνεργεία των Δήμων μετά από κάποια «θεομηνία» προκειμένου οι πληγέντες να εισπράξουν τις αποζημιώσεις τους. Στην περίπτωση μας αυτή η διαδικασία είναι ακόμα περισσότερο σημαντική καθώς δεν γίνεται να χτίσεις κάτι καινούριο σ’ ένα έδαφος του οποίου την ακριβή σύσταση αγνοείς.

Στο σημερινό μου κείμενο θ’ αναφερθώ ακριβώς σ’ αυτή την διαδικασία καθώς και στις κατευθύνσεις στις οποίες πρέπει να προσανατολιστεί η Ελληνική Οικονομία. Επίσης θα γίνει αναφορά και στον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να λειτουργεί από δω και μπρός το Κράτος ως θεσμός.

Η διαφορά ανάμεσα σε μια Καπιταλιστική από μια Κεντρικά Σχεδιασμένη Οικονομία είναι ότι στην δεύτερη τον ρόλο του επιχειρηματία επωμίζεται το Κράτος. Στην πράξη είναι πολλές οι τυπικά Καπιταλιστικές Οικονομίες που λειτουργούν ως Κεντρικά Σχεδιασμένες. Στις οικονομίες αυτές οι «ιδιώτες» επιχειρηματίες περιμένουν από το Κράτος να τους υποδείξει άμεσα ή/και έμμεσα προς τα πού θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν λαμβάνοντας ως ενίσχυση της προσπάθειας τους γενναίες φορολογικές ή/και οικονομικές ενισχύσεις/επιδοτήσεις. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες οι οικονομίες υπόκεινται σε κάποιου βαθμό Κεντρικό Σχεδιασμό μέσω του οποίου η Άρχουσα Τάξη δείχνει τις διαθέσεις της για το μέλλον.  

Η κυβερνητική οικονομική πολιτική δεν συνίσταται και δεν εξαντλείται μόνο (όπως κακώς αντιλαμβάνονται κάποιοι) στην φορολογική πολιτική με την οποία το Κράτος εισπράττει έσοδα από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Ωστόσο η φορολογική πολιτική παρά την σημασία της για τα δημόσια έσοδα δεν είναι και δεν πρέπει να είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της κυβερνητικής πολιτικής. Ναι μεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός σταθερού πλαισίου φορολόγησης (για τους στόχους του οποίου θα μιλήσουμε αναλυτικά άλλοτε) προκειμένου κυρίως οι επιχειρήσεις να μπορούν να προγραμματίσουν την μακροπρόθεσμη δραστηριότητα τους, αλλά περισσότερο σημαντική είναι η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της Χώρας.        

 

Ανασχεδιασμός της παραγωγικής βάσης.

Με τον όρο «ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης» υπονοείται ότι το «σασί» (αμάξωμα) της οικονομίας έχει πρόβλημα. Όπως γνωρίζουν όσοι έχουν αυτοκίνητο κάποιας ηλικίας το πρόβλημα αυτό όταν ανακύψει έχει τρείς λύσεις:

  • Φθηνή και πρόσκαιρη αντιμετώπιση: Προσθέτεις άλλου τύπου βαλβολίνες (λιπαντικά) και το πρόβλημα για λίγο καιρό υποχωρεί αν και πάντα είναι εκεί.
  • Ακριβότερη και μονιμότερη αντιμετώπιση: Αλλάζεις το σασί (αμάξωμα) και έτσι για κάποιο χρονικό διάστημα μπορείς να είσαι ήσυχος.
  • Ακριβή αλλά σίγουρη αντιμετώπιση: Αλλάζεις αυτοκίνητο.

Και οι τρείς παραπάνω επιλογές είναι επιλέξιμες αναλόγως των οικονομικών δεδομένων του ιδιοκτήτη και των αναγκών του που σχετίζονται με την χρήση του αυτοκινήτου (πόσο το χρησιμοποιεί). Δεν είναι εξ’ ορισμού «καλές» ή «κακές» και δεν πρέπει ν’ αποθεώνονται ή να δαιμονοποιούνται άκριτα. Σε κάθε περίπτωση η επιλογή κάποιας από αυτές σχετίζεται και με την οπτική της εκάστοτε κυβέρνησης.

Η πρώτη επιλογή, η οποία είναι η πλέον φθηνή σε σχέση με τις άλλες δύο, αντιστοιχεί στην παροχή φορολογικών και οικονομικών κινήτρων (ενισχύσεων/επιδοτήσεων) με τις οποίες γίνεται προσπάθεια ν’ ανακάμψει η οικονομική δραστηριότητα σε κάποιους κλάδους/τομείς.

Η δεύτερη επιλογή είναι πιο ριζοσπαστική με την έννοια ότι αντικαθιστάς το σασί μ’ ένα άλλο (είτε καινούριο είτε μεταχειρισμένο) αλλά σε κάθε περίπτωση υπάρχει ο εγγενής περιορισμός ότι το «νέο» σασί δεν μπορεί (πρέπει) να είναι διαφορετικής σχεδίασης από το προηγούμενο. Στην περίπτωση αυτή είναι σαν να προσπαθούμε ν’ ανασυστήσουμε την παραγωγική βάση χωρίς όμως να αντιμετωπίζουμε την πιθανότητα να δώσουμε νέες κατευθύνσεις ή να προχωρήσουμε σε τομές σε ότι την επηρεάζει.

Η τρίτη επιλογή είναι μια ποιοτικά άλλη επιλογή. Με την επιλογή αυτή η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το ζήτημα της παραγωγικής βάσης από το μηδέν και είναι πλήρως ελεύθερη («έχει τα χέρια ελεύθερα») να σχεδιάσει τα πάντα σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει αλλά και τις ανάγκες που υπάρχουν.

Σε κάθε μία από τις παραπάνω επιλογές μεγάλη σημασία έχει η εκτίμηση των μελλοντικών αναγκών μιας χώρας. Η εκτίμηση αυτή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις που θα ληφθούν και θα καθορίσουν το μέλλον της. Η εγκυρότητα των εκτιμήσεων αυτών καθορίζει επίσης τον βαθμό στον οποίο θ’ απαιτηθούν στο μέλλον διορθωτικές παρεμβάσεις του Κράτους προκειμένου ν’ αναθεωρηθεί η παραγωγική της βάση ανταποκρινόμενη έτσι στις ανάγκες όπως θα έχουν δημιουργηθεί εκείνη την στιγμή. Είναι προφανές ότι όσο καλύτερες είναι οι παρούσες εκτιμήσεις τόσο λιγότερες διορθώσεις θ’ απαιτηθούν στο μέλλον.

Ωστόσο όσο φαινομενικά εύκολη είναι η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της Χώρας τόσο δύσκολη και απαιτητική προσπάθεια είναι. Αυτό συμβαίνει γιατί αν και όταν κάποιος επιλέξει ν’ αναλάβει αυτή την προσπάθεια πρέπει να είναι έτοιμος να συγκρουστεί με τα ήδη παγιωμένα συμφέροντα κάθε κλάδου. Κάθε κλάδος πιέζει για μεγαλύτερο κομμάτι κρατικής (φθηνής) χρηματοδότησης και προσοχής προβάλλοντας τα δικά του επιχειρήματα για την παρούσα και μελλοντική σημασία του για την Εθνική Οικονομία. Έτσι όσο και αν διαμαρτύρεται γιατί η κυβέρνηση δεν του δίνει την πρέπουσα σημασία και προσοχή, όταν υπάρξει περίπτωση αλλαγής/αναθεώρησης του παραγωγικού μοντέλου (κάτι που θα οδηγούσε σε αμφισβήτηση ή/και απώλεια των κεκτημένων) σηκώνει το λάβαρο της επανάστασης κατακεραυνώνοντας την «εγκληματούσα» κυβέρνηση.

Γνωρίζουμε όμως ότι οι περισσότεροι πόροι που χρησιμοποιούνται στην οικονομική δραστηριότητα είναι πεπερασμένοι. Άρα και το προΪόν που μπορεί να παραχθεί από αυτούς είναι ομοίως πεπερασμένο. Τέτοιοι πόροι είναι:

  • Το ανθρώπινο δυναμικό: Ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται μετανάστες ο αριθμός των ικανών προς εργασία ατόμων είναι δεδομένος.
  • Οι ώρες εργασίας: Οι ώρες εργασίας σε κάθε περίπτωση (ακόμα και με χρήση φαρμακοδιέγερσης) δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τις 24 ανά ημέρα. Οι ώρες αποδοτικής όμως εργασίας είναι ζήτημα αν θα μπορούσαν να είναι περισσότερες από 10 και αυτές με διαλλείματα. Είναι όπως με τα όπλα. Μπορεί να έχουν μεγάλο μέγιστο βεληνεκές, αλλά το ενδιαφέρον είναι το ωφέλιμο ή δραστικό τους.    

Συνεπώς είναι απαραίτητο αυτοί που θα ανασχεδιάσουν την παραγωγική βάση της Χώρας να πάρουν κάποιες κρίσιμες αποφάσεις. Οι αποφάσεις αυτές έχουν να κάνουν με τον τρόπο που θα ξοδευτούν (διατεθούν/αναλωθούν) οι παραγωγικές δυνάμεις της Χώρας. Για παράδειγμα είτε θα παραχθεί ένα άρμα μάχης είτε με τα ίδια υλικά και στις ίδιες ώρες θα παραχθούν 100 τρακτέρ. Επίσης κάτι άλλο που θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψη τους είναι η δυνατότητα (ο τρόπος) να μεταβάλλεται σε σύντομο χρονικό διάστημα η παραγωγική βάση της Χώρας για ν’ αντιμετωπίσει έκτακτες καταστάσεις. Αυτό είναι περισσότερο εύκολο στην θεωρία παρά στην πράξη.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ανασχεδιασμός της παραγωγικής βάσης της Χώρας είναι κάτι πολύ παραπάνω από κάποια σχέδια στο χαρτί και πορίσματα επιτροπών εκατοντάδων σελίδων. Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή θα ξεβολέψει αρκετά παγιωμένα συμφέροντα το πλέον πρόσφορο χρονικό σημείο για να επιχειρηθεί είναι μετά από μια οικονομική καταστροφή. Ακόμη «καλύτερα» αν την οικονομική καταστροφή (Κρίση) την έχει ακολουθήσει οικονομική Ύφεση (όπως στην περίπτωση μας). Στην δεύτερη περίπτωση οι αντιστάσεις όλων (εξαιτίας της «κακής τύχης» που τους βρήκε) είναι σημαντικά μειωμένες και ταυτόχρονα όλοι προσβλέπουν στο Κράτος και τον μηχανισμό του για την εξεύρεση διεξόδου από την κατάσταση αυτή.  

Για να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα πρέπει να έχει υπάρξει πλήρης και εξαντλητική προετοιμασία. Όπως μετά από το γκρέμισμα ενός ετοιμόρροπου σπιτιού δεν χτίζουμε πριν ν’ απομακρυνθούν όλα τα χαλάσματα και να καθαριστεί επιμελώς το οικόπεδο, έτσι και στην περίπτωση μας πρέπει πρώτα να γίνει μια πλήρης καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης. Πρέπει η κυβέρνηση να γνωρίζει πλήρως:

  • Τι και που παράγεται και με ποιο κόστος.
  • Τι και από πού εισάγεται και ποιο το κόστος του.
  • Τι και που εξάγεται και σε ποιές τιμές.
  • Ποιές από τις εισαγωγές είναι επιβεβλημένες από εμπορικές συμφωνίες.
  • Ποιές είναι οι ανάγκες κάθε κοινότητας, περιοχής, νομού, περιφέρειας και πως καλύπτονται.
  • Ποιές είναι οι παραγωγικές δυνατότητες κάθε κοινότητας, περιοχής, νομού, περιφέρειας και πως μπορούν ν’ αξιοποιηθούν καλύτερα.

Η γνώση των παραπάνω θα βοηθήσει στην λήψη αποφάσεων οι οποίες θ’ αφορούν όλο το εύρος της διαδικασίας. Για παράδειγμα αν η κάλυψη των αναγκών σε κρέας ενός νομού μπορεί να γίνει με την ίδρυση μιας μικρής μονάδας ή αν θα ήταν προτιμότερη η αύξηση της παραγωγής μιας μονάδας σε γειτονικό νομό και σε επανασχεδιασμό του δικτύου διανομής. Στόχος της παραπάνω διαδικασίας είναι το τελικό προϊόν να παράγεται κοντά στον τελικό τόπο κατανάλωσης του έτσι ώστε να μειώνεται η τελική του τιμή, αλλά και να είναι όσο το δυνατόν αυτάρκης κάθε γεωγραφική ενότητα.    

Το Κράτος για ν’ ανταποκριθεί στον ρόλο αυτό θα πρέπει να δημιουργήσει ένα σύστημα καταγραφής και επεξεργασίας δεδομένων το οποίο θα ξεκινά από τοπικό και διακλαδιζόμενο θα καταλήγει σε κεντρικό επίπεδο.

 

Αναπτυξιακή νομοθεσία.

Εφ’ όσον έχουν γίνει τα παραπάνω είναι εύκολη η σύνταξη ενός αναπτυξιακού νομικού πλαισίου το οποίο θα δρά υποστηρικτικά/βοηθητικά του σχεδιασμού της παραγωγικής βάσης. Πιθανόν ν’ απαιτηθεί ν’ απεμπλακούμε από τον γνωστό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζαμε μέχρι στιγμή την ανάπτυξη μέσω των επιδοτήσεων και των ενισχύσεων, αλλά και της παροχής φορολογικών εκπτώσεων. Το πλαίσιο πρέπει ν’ απλοποιηθεί και να μην είναι ταυτόχρονα σε ισχύ παραπάνω από ένας «αναπτυξιακοί νόμοι» κάθε φορά.

Μέσω του «αναπτυξιακού νόμου» θα προωθηθεί η δημιουργία των απαραίτητων μονάδων με τις οποίες θ’ αντιμετωπιστεί το ζήτημα της αυτάρκειας κάθε περιοχής. Θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να προβλέπει την φθηνή (επιδοτούμενη) χρηματοδότηση της δημιουργίας κάθε μονάδας η οποία θα έχει συγκεκριμένη παραγωγική δυνατότητα και στην οποία θ’ απασχολείται συγκεκριμένος αριθμός προσωπικού. Ο επιχειρηματίας θα είναι σε θέση να προσδιορίζει με ακρίβεια το κόστος παραγωγής και θα γνωρίζει εκ προοιμίου ότι για την περίοδο κατά την οποία θα εξοφλεί την δανειοδότηση του το ποσοστό κέρδους του θα μπορεί να κυμαίνεται μέσα σε συγκεκριμένο εύρος (π.χ. ως 20%).  

Δεδομένου ότι η πρόθεση είναι η επιτόπια παραγωγή και κατανάλωση των προϊόντων, κυρίαρχο ζήτημα είναι η χρησιμοποίηση του ντόπιου εργατικού δυναμικού και στην περίπτωση που αυτό δεν επαρκεί η χρησιμοποίηση πλεονάζοντος δυναμικού από γειτονικές περιοχές. Στην περίπτωση που για την παραγωγική διαδικασία χρειαστεί μεγάλος αριθμός εργατικού δυναμικού πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη (αν τούτο βοηθά στην παραγωγική διαδικασία) δημιουργίας νέων οικισμών (όπως στην περίπτωση της «ΠΕΣΙΝΕ» στ’ Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, τον οποίο σχεδίασε το Γραφείο Δοξιάδη). Οι οικισμοί αυτοί θα μπορούσαν να γίνουν πρότυπα πολεοδομικού σχεδιασμού και να διαρθρωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε η διαβίωση σ’ αυτούς να είναι πιο «ανθρώπινη» και οι σχέσεις μεταξύ των ενοίκων τους στενότεροι (αμεσότεροι).

 

Οργάνωση και λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης.

Όλα τα παραπάνω ακόμη και αν έχουν γίνει σωστά κινδυνεύουν ν’ ακυρωθούν (ή να μην αποδώσουν τ’ αναμενόμενα) αν ταυτόχρονα δεν γίνουν παρεμβάσεις και αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης. Το θέμα αυτό είναι από τα πλέον αγαπημένα όλων των κυβερνήσεων οι οποίες αρέσκονται να μιλούν και να επαίρονται για τις «μεταρρυθμίσεις» τους. Σε μια Χώρα που η μηχανογράφηση της Δημόσιας Διοίκησης από υποχρέωση του Κράτους απέναντι στο ίδιο (ως μηχανισμό) αλλά και τους πολίτες θεωρείται «τομή», η ουσιαστική μεταρρύθμιση της Κρατικής Μηχανής αποτελεί πραγματική πρόκληση.

Ακόμη και τώρα που η μηχανογράφηση και η μεταξύ τους διασύνδεση των κρατικών υπηρεσιών έχει προχωρήσει αρκετά, επιβιώνουν ή έχουν εισαχθεί μια σειρά άχρηστων διοικητικών υποχρεώσεων οι οποίες προστιθέμενες στις υπάρχουσες (που έχουν πραγματικό λόγο ύπαρξης) επιβαρύνουν επιχειρήσεις και πολίτες. Κάποιες από αυτές θα μπορούσαν να διεκπεραιωθούν μέσω της επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών. Στο πλαίσιο της ανασύνταξης του παραγωγικού μοντέλου της Χώρας πιθανόν ν’ απαιτηθεί η εκ νέου αξιολόγηση της χρησιμότητας κάθε διοικητικής υποχρέωσης η οποία έχει επιβληθεί είτε άμεσα με νόμο είτε προέκυψε έμμεσα στην πορεία εξαιτίας της εφαρμογής διατάξεων.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι θα πρέπει να φτάσουμε στο άλλο άκρο, αυτό της ασύδοτης λειτουργίας. Σημαίνουν ότι όπως και με την δοσολογία των φαρμάκων έτσι και με την γραφειοκρατία πρέπει να βρεθεί η «σωστή» δόση πάνω από την οποία η γραφειοκρατία δεν έχει αποτέλεσμα καθιστάμενη άχθος (βάρος) για τον πολίτη και την επιχείρηση όπως το φάρμακο καθίσταται επικίνδυνο.

Για παράδειγμα μπορεί (και πρέπει) να τεθεί η υποχρέωση δημοσιοποίησης όλων των οικονομικών στοιχείων κάθε επιχείρησης μόνο στην εταιρική ιστοσελίδα η οποία θα είναι γνωστοποιημένη στην Δημόσια Διοίκηση και την οποία θα μπορεί να εντοπίσει εύκολα κάποιος μέσω ενός ευρετηρίου. Μετά τη λήξη της αντίστοιχης για κάθε γνωστοποίηση προθεσμίας θα υπάρχει έλεγχος από την Διοίκηση αν αυτή έγινε εντός της προθεσμίας και σε αντίθετη περίπτωση θα επιβάλλεται το σχετικό πρόστιμο. Η Διοίκηση θ’ αναζητά κάθε έγγραφο που της είναι απαραίτητο για τους ελεγκτικούς σκοπούς της από την εταιρική ιστοσελίδα μειώνοντας έτσι την ανάγκη προσέλευσης του επιχειρηματία σ’ αυτή. Η τήρηση του αρχείου των γνωστοποιήσεων ανά κατηγορία θα είναι αποκλειστική ευθύνη της επιχείρησης, μειώνοντας έτσι τα σχετικά κόστη για την Διοίκηση. Η αναζήτηση από μια υπηρεσία εγγράφου (ή βεβαίωσης κατάθεσης του) που έχει κατατεθεί σε άλλη γίνεται αυτόματα μέσω των υπηρεσιών χωρίς την παρέμβαση του πολίτη ή της επιχείρησης.       

Συνεπώς μιλάμε για εξορθολογικοποίηση της γραφειοκρατίας η οποία θα πρέπει να περιοριστεί στα απολύτως αναγκαία προκειμένου να μην παρακωλύεται η επιχειρηματική δραστηριότητα είτε κατά το στάδιο της δημιουργίας μιας εταιρείας, είτε κατά την λειτουργία της. Οπουδήποτε απαιτείται αδειοδότηση από παραπάνω από μια Αρχή η διαδικασία και τ’ απαιτούμενα δικαιολογητικά θα πρέπει να είναι σαφή και να υπάρχει σαφής χρονικός περιορισμός μέσα στον οποίο η Δημόσια Διοίκηση θα πρέπει ν’ απαντήσει θετικά ή αρνητικά στον αιτούντα.       

 

Παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό σύστημα με παράλληλη στήριξη όσων θίγονται περισσότερο.

Στην παρομοίωση της παραγωγικής βάσης με το σασί του αυτοκινήτου έγινε προσπάθεια να δοθεί παραστατικά η σημασία της ουσιαστικής αντιμετώπισης του ζητήματος της παραγωγικής αναδιάρθρωσης εφ’ όσον βέβαια οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για μια τέτοια προσπάθεια. Πρέπει να κατανοήσουμε όλοι μας πως μα τέτοια προσπάθεια δεν γίνεται (και δεν πρέπει) ν’ αφήσει απέξω την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό σύστημα. Οι παρεμβάσεις στους τομείς αυτούς τα τελευταία χρόνια γίνονται κάτω από την πίεση της μείωσης των κρατικών ελλειμμάτων και υπό την «Δαμόκλεια σπάθη» του «πολιτικού κόστους» το οποίο είναι το μόνο που συνεκτιμούν πάντα οι πολιτικοί μας (οι οποίοι διακινδυνεύουν την δουλειά τους αν δυσαρεστήσουν τους πελάτες/ψηφοφόρους τους).

Σήμερα στην υφεσιακή πραγματικότητα που ζούμε και έχοντας πλέον όλοι μας αποδεχθεί την ανάγκη «μεταρρυθμίσεων» και επανασχεδιασμού της παραγωγικής βάσης της Χώρας επιβάλλεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά να παρέμβουμε συντονισμένα και με σχέδιο και στους δυο αυτούς τομείς λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ’ όψη που βρισκόμαστε και που θέλουμε να πάμε.

Οι παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι τέτοιες έτσι ώστε το κόστος τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για την κοινωνία συνολικά να είναι μικρότερο από τα οφέλη. Πρέπει να είναι συνδυασμένες (να δημιουργούν πλέγμα) με παρεμβάσεις και σε άλλους τομείς οι οποίες ιδωμένες συνολικά (και όχι μόνο ανά τομέα) θα παράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Επιθυμητό αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η κοινωνική ευμάρεια και η διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» με Δικαιοσύνη. Έτσι επιτυγχάνεται η κοινωνική συνοχή η οποία είναι απαραίτητη δεδομένου ότι έχουμε από πολύ καιρό εγκαταλείψει την κοινωνία του «φυσικού δικαίου» (προσωπικής ανταπόδοσης) γι’ αυτήν στην οποία το Δίκαιο επιβάλλεται από τους απρόσωπους κρατικούς μηχανισμούς στο όνομα όλων των πολιτών.

Με βάση τα παραπάνω κάθε μείωση σύνταξης, μισθού, ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών παροχών πρέπει να γίνεται προσπάθεια να εξισορροπείται από αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη μείωση του κόστους διαβίωσης. Η μείωση αυτή μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω επιδοματικών πολιτικών, είτε μέσω της επιχορήγησης αγοράς φθηνότερων προϊόντων ή ακόμα και με την δωρεάν χορήγηση τους σ’ αυτούς που κάθε φορά πλήγονται περισσότερο. Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσαν να εφαρμοστούν πρωτοποριακά για τα δεδομένα του Ελληνικού πολιτικού συστήματος μέτρα όπως ο «Αρνητικός Φόρος Εισοδήματος», η εφαρμογή των οποίων πρέπει να είναι πάγια (μόνιμη) ξεπερνώντας έτσι το παραδοσιακό αλισβερίσι και τις σχέσεις εξάρτησης μεταξύ πολιτικού και ψηφοφόρου.    

Η «αξιοπρεπής διαβίωση» έχει δυο όψεις. Δεν είναι μόνο το ύψος του μισθού, της σύνταξης ή των επιδομάτων. Είναι επίσης και το κόστος των απαραίτητων για την «αξιοπρεπή διαβίωση» προϊόντων και υπηρεσιών. Η σχέση μεταξύ εσόδων και κόστους είναι αυτό που ονομάζουμε «ποιότητα ζωής». Δεδομένου ότι στην παρούσα συγκυρία το κόστος (όχι όμως απαραίτητα και οι παροχές) εργασίας, ασφάλισης και συνταξιοδότησης πρέπει αναπόδραστα να μειωθεί πρέπει να υπάρξουν συντονισμένες και όχι ευκαιριακές παρεμβάσεις για την μείωση του κόστους διαβίωσης προκειμένου να μην υποβαθμιστεί περαιτέρω το «επίπεδο διαβίωσης».

Από την άλλη τα μέτρα θα πρέπει να στοχεύουν επίσης και στην αύξηση της απασχόλησης ακόμη και αν οι θέσεις απασχόλησης σε κάποιους κλάδους και τομείς της οικονομίας είναι «κακοπληρωμένες». Το μειονέκτημα αυτό πρέπει να καλυφθεί από την εφαρμογή των υπόλοιπων πολιτικών παρεμβάσεων τόσο στην φορολογία όσο και στην επιδοματική πολιτική αλλά και αλλού (π.χ. «Αρνητικός Φόρος Εισοδήματος»). Η επανεκκίνηση της οικονομίας περνά από την όσο γίνεται μεγαλύτερη απασχόληση των ντόπιων σε όλο το εργασιακό φάσμα από τσοπάνηδες ως στελέχη επιχειρήσεων.       

 

Οι κατευθύνσεις στις οποίες πρέπει να προσανατολιστεί η επιχειρηματικότητα.

Δυστυχώς στην Ελλάδα πολίτες και επιχειρήσεις έχουν μάθει να περιμένουν τα πάντα από το Κράτος. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό σαν διαπίστωση ότι στην Ελλάδα δεν διαμορφώθηκε ποτέ μια Εθνική Αστική Τάξη. Με το επίθετο «Εθνική» δεν εννοείται η εθνικότητα αλλά ο προσανατολισμός της Ελληνικής Αστικής Τάξης. Σύμφωνα με την διαπίστωση αυτή οι Έλληνες Αστοί δεν επιτέλεσαν το ιστορικό τους καθήκον χρησιμοποιώντας τα κεφάλαια τους για ν’ αναπτύξουν την βιομηχανία όπως έκαναν οι Αστοί των υπολοίπων (κυρίως των δυτικοευρωπαϊκών κρατών). Αντίθετα τα επένδυσαν σε ως επί το πλείστον δευτερεύουσες (παρασιτικές) δραστηριότητες οι οποίες απέφεραν μεγαλύτερο σε σχέση με την επένδυση κέρδος.

Η διαπίστωση αυτή ακόμη και αν είναι σωστή είναι από μεθοδολογικής σκοπιάς λάθος. Το λάθος έγκειται στο ότι μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι αδιακρίτως οι Έλληνες με τους Δυτικοευρωπαίους Αστούς μόνο και μόνο γιατί είναι «Αστοί». Το ίδιο λάθος θα ήταν να θεωρήσουμε τους Έλληνες εργάτες όμοιους με τους εργάτες της Δυτικής Ευρώπης. Η παραγνώριση των πολιτιστικών και θρησκευτικών διαφορών είναι ασυγχώρητη, καθώς οι πολιτιστικοί και θρησκευτικοί παράγοντες διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό (ακόμη και αν δεν το καταλαβαίνουμε) την προσωπικότητα μας και την δράση μας όπως το έχει δείξει άλλωστε και ο Μαξ Βέμπερ. Αν όλοι οι Αστοί και όλοι οι εργάτες όπου γης ήταν όμοιοι δεν θα υπήρχε πρόβλημα εγκλιματισμού όταν άλλαζαν περιβάλλον ακόμη και εντός της ίδιας χώρας. Για να είναι σωστή η διαπίστωση για την απουσία από την Ελλάδα μιας Εθνικής Αστικής Τάξης θα έπρεπε η απουσία αυτή να παρατηρείται μόνο στην Χώρα μας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε όλα τα Βαλκανικά κράτη η ντόπια Αστική Τάξη τους επένδυσε τα κεφάλαια της σε τομείς και δραστηριότητες παρόμοιες (αν όχι τις ίδιες) με τα Δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Ο λόγος για τον οποίο η σύγκριση πρέπει να γίνει με τα Βαλκανικά κράτη και όχι με οποιαδήποτε άλλα είναι γιατί τα Βαλκάνια αποτέλεσαν το Ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία ενοποίησε τον συγκεκριμένο χώρο διαμορφώνοντας έτσι κοινές προσλαμβάνουσες στους λαούς που αποτελούσαν τους υπηκόους τους. Έτσι η παρουσία Εθνικής Αστικής Τάξης σε Σερβία, Ρουμανία και Βουλγαρία θ’ αποδείκνυε ότι η απουσία αντίστοιχης Αστικής Τάξης στην Ελλάδα οφείλεται σε καθαρά ενδημικούς λόγους. Σε αντίθετη περίπτωση η διαπίστωση δεν θ’ αφορούσε μόνο την Χώρα μας αλλά και όλες τις χώρες που γνώρισαν την Οθωμανική κατάκτηση «ακυρώνοντας» την.

Τα παραπάνω εκτός από ιστορική έχουν και πρακτική σημασία καθώς μας δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση πρέπει να διαχειριστεί το ζήτημα των κατευθύνσεων τις οποίες πρέπει να πάρει η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα. Κατ’ αρχάς πρέπει να έχει γίνει πλέον κατανοητό ότι «δεν πάμε πουθενά» αν δεν αντιμετωπίσουμε στον μέγιστο δυνατό βαθμό το ζήτημα της αυτάρκειας. Πλούσια κράτη και αυτοκρατορίες έχουν γονατίσει μόνο και μόνο επειδή αντιμετώπιζαν προβλήματα αυτάρκειας. Οι ελλείψεις προϊόντων και ιδίως των απαραίτητων για την διαβίωση οδηγούν στην δημιουργία της αποσταθεροποιητικής για την κοινωνία «μαύρης αγοράς».

Συνεπώς οι πρώτες και κύριες κατευθύνσεις τις οποίες πρέπει ν’ ακολουθήσει η επιχειρηματικότητα είναι η κάλυψη των αναγκών της εσωτερικής αγοράς και σε επόμενο στάδιο η εξαγωγή του περισσεύματος της εγχώριας παραγωγής. Ιδεατά το μήνυμα αυτό θα το λάμβανε η επιχειρηματική κοινότητα άμεσα και χωρίς να χρειάζεται να το εκπέμψει το Κράτος. Αυτό όμως δεν είναι χαρακτηριστικό του Έλληνα ο οποίος έχει μάθει από πολλά χρόνια τώρα να κάνει δουλειές με το κράτος βοηθό ή/και συμμέτοχο. Δεδομένου ότι θα ήταν μάλλον αφελές να περιμένουμε οι Έλληνες επιχειρηματίες (αυτοί από τους συμπολίτες μας που έχουν μια ιδέα και προσπαθούν να την κάνουν πράξη) να συμπεριφερθούν ως Αγγλοσάξωνες και ν’ αναλάβουν πλήρη πρωτοβουλία θα πρέπει το Κράτος μέσω του αναπτυξιακού νομικού του πλαισίου «να τους δείξει τον δρόμο». Ιδεατά η ανάγκη αυτή θα μειώνεται με την πάροδο του χρόνου μέχρις ότου ο ρόλος του Κράτους να περιοριστεί στον σχεδιασμό και την συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων με βάση τα οποία θα λαμβάνονται οι μελλοντικές αποφάσεις.

Σημείωση: Δεν παραγνωρίζω την ύπαρξη επιχειρηματιών οι οποίοι ανέλαβαν δράση χωρίς να περιμένουν το κράτος ή/και παρά την απουσία βοήθειας από αυτό. Στην πολύ μεγάλη τους πλειοψηφία οι επιχειρηματίες αυτοί δραστηριοποιούνται στις εξαγωγές. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις δεν είναι κατά την γνώμη μου τόσες και τέτοιες που ν’ αποτελούν αντιστροφή της μέχρι τώρα κυρίαρχης τάσης η οποία ακόμη και τώρα μετά την κρίση παραγνωρίζει την ανάγκη κάλυψης της εγχώριας αγοράς αφήνοντας χώρο στα εισαγόμενα είδη.            

Συμπερασματικά.

Υπό «κανονικές συνθήκες» ένα σύγχρονο Κράτος παίζει υποστηρικτικό ρόλο (δευτερεύοντα) στη λειτουργία της Οικονομίας (οικονομικής δραστηριότητας), αφήνοντας τον πρωταγωνιστικό στους επιχειρηματίες και τις επιχειρήσεις οι οποίοι επιλέγουν τις κατευθύνσεις στις οποίες κάθε φορά δραστηριοποιούνται. Ωστόσο μέσω των επιδοτήσεων και άλλων κινήτρων το Κράτος μπορεί και πρέπει να «προστατεύει» τομείς οι οποίοι είναι κρίσιμοι για την λειτουργία του. Σε κάθε περίπτωση το καθεστώς προστασίας δεν πρέπει να είναι τέτοιο που να οδηγεί σε χρόνιες στρεβλώσεις, ενώ πρέπει να επιβάλλεται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (με χρονικό όριο) εντός του οποίου θα πρέπει να προωθούνται οι αναγκαίες αλλαγές/προσαρμογές μέσω των οποίων θ’ αντιμετωπιστεί ο ανταγωνισμός.  

Τα παραπάνω ισχύουν για «κανονικές συνθήκες» και για ένα σύγχρονο Κράτος και όχι για το Ελληνικό (τουλάχιστον όχι προς το παρόν). Το Ελληνικό Κράτος καλείται να προχωρήσει σε τομές/παρεμβάσεις σε όλο το εύρος λειτουργίας του και στο σύνολο της παραγωγικής του βάσης. Για τον λόγο αυτό πρέπει να έχει πάντα υπ’ όψη του όσα παραπάνω σημείωνα σχετικά με τον τρόπο που θα πρέπει να θέσει υπό την προστασία του συγκεκριμένους κλάδους/τομείς και για συγκεκριμένο πάντα χρονικό διάστημα. Άλλωστε η μακροχρόνια προστασία παράγει μαλθακά άτομα τα οποία δεν καταφέρνουν τελικά να επιβιώσουν στην «πραγματική ζωή».

Για να έχουν όμως νόημα οι τομές/παρεμβάσεις θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια εξαντλητική απογραφή/καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης καθώς και της «παραγωγικής βάσης» της Χώρας όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω. Η προετοιμασία αυτή είναι απαραίτητη για να προχωρήσει στην συνέχεια ο ανασχεδιασμός της «παραγωγικής βάσης» ο οποίος θα υποστηριχτεί τόσο από «αναπτυξιακά μέτρα» (φορολογικής και επιδοτησιακής μορφής) όσο και από την αναδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού.

Όπως υποστήριξα και παραπάνω η «εσωτερική υποτίμηση» η οποία προκαλείται από την μείωση μισθών και συντάξεων καθώς και από την μείωση του εργασιακού κόστους είναι απαραίτητη και ίσως στη συγκυρία αυτή προτιμότερη από την γνωστή μας από παληά υποτίμηση του Εθνικού Νομίσματος. Ο λόγος είναι ότι την (εξωτερική) υποτίμηση μπορούν να την κάνουν και οι άμεσοι ανταγωνιστές μας (με την προϋπόθεση ότι έχουν και εκείνοι Εθνικά Νομίσματα). Ωστόσο για να μειωθούν τ’ αρνητικά αποτελέσματα της εσωτερικής υποτίμησης πρέπει το Κράτος να τιθασεύσει το «κόστος διαβίωσης» το οποίο είναι σημαντικά υψηλότερο (ως και 30%) σε σχέση με την Γερμανία. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί ρήξεις και συγκρούσεις με κατεστημένα συμφέροντα και θα είναι μακροχρόνια και συνεχής. Ωστόσο αξίζει. Επιπρόσθετα και παράλληλα με την προσπάθεια αυτή επιβάλλεται να ληφθούν κάθε είδους υποστηρικτικά μέτρα για όσους πλήττονται περισσότερο από την εσωτερική υποτίμηση. Τα μέτρα αυτά πρέπει να θεωρούνται συνολικά και όχι αποσπασματικά (ανά κατηγορία) και θα πρέπει να εξασφαλίζουν μια «αξιοπρεπή διαβίωση». Μακροχρόνια (το πόσο θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες) η εσωτερική υποτίμηση θα οδηγήσει στην «κατάκτηση» μεριδίων αγοράς σε χώρες του εξωτερικού και θα δημιουργήσει πλεονάσματα τα οποία και θα μπορούν να διανεμηθούν στην συνέχεια με πνεύμα Δικαιοσύνης και όχι Ισότητας καλυτερεύοντας την θέση όσων βρίσκονται «στην βάση της κοινωνικής πυραμίδας».

Αυτή όμως η συζήτηση θα είναι το θέμα της επόμενης εβδομάδας.  

 

26 Σεπτέμβρη 2015
παρατηρητής1.

Διαβάστηκε 2561 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΠΛΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ) ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΤΕΙ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.