Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΜΙΑ ΑΛΛΗΛΕΝΔΕΤΗ ΣΧΕΣΗ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
(ΜΙΑ ΑΛΛΗΛΕΝΔΕΤΗ ΣΧΕΣΗ)

Όταν οι αδερφοί Λυμιέρ στις 28 Δεκέμβρη 1895 πρόβαλαν την πρώτη ταινία με κινούμενες εικόνες σίγουρα ούτε στην πιο τρελή τους φαντασίωση δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν σε τι θα εξελισσόταν. Αντίστοιχα όταν ο καθηγητής Ηθικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης Άνταμ Σμίθ εξέδιδε την πραγματεία του «Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών» δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό το έργο θα θεωρούνταν το θεμέλιο της Επιστήμης των Οικονομικών. Οι δύο αυτές (μεταξύ πολλών παρόμοιων) ιστορίες απλά αποδεικνύουν ότι συνήθως τα πράγματα εξελίσσονται με τρόπους που κανείς δεν ήταν σε θέση αρχικά να προβλέψει.

Οι επιφανειακές ομοιότητες.

Εκ πρώτης όψεως η κινηματογραφική βιομηχανία και η Οικονομία ως επιστημονικό πεδίο δεν φαίνεται να έχουν κάποια σχέση. Όποιος όμως μείνει στην πρώτη αυτή όψη κάνει μεγάλο λάθος. Στην ουσία δεν υπάρχει οικονομικός κλάδος ο οποίος να έχει μεγαλύτερη σχέση με την Οικονομία ως επιστήμη και αυτό θ’ αποδείξω πέραν κάθε αμφιβολίας.

Η κινηματογραφική βιομηχανία λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι η παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών και το δεύτερο η διακίνηση και η εμπορία τους όταν και το τελικό προϊόν φτάνει στο καταναλωτή. Για να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα η κινηματογραφική βιομηχανία προσπαθεί να δημιουργήσει και να συντηρήσει μια μόνιμη σχέση με το καταναλωτικό της κοινό. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα μέσα προκειμένου να κρατά ενήμερο το κοινό για την πορεία των παραγωγών, καθώς και να κεντρίζουν το ενδιαφέρον του με «ερωτικά σκάνδαλα» στα οποία εμπλέκονται οι πρωταγωνιστές και τα οποία ω! του θαύματος ξεσπούν λόγο πριν (ή παράλληλα) με την διανομή της ταινίας στις αίθουσες.

Από την άλλη η Οικονομία ως επιστήμη δεν περιορίζεται μόνο στις αίθουσες των πανεπιστημίων. Επεκτείνεται στην καθημερινότητα μας, τόσο όσο δεν φαντάζεστε. Είναι πανταχού παρούσα στις εκθέσεις των οικονομικών ινστιτούτων, στις προβλέψεις των «ειδικών», στα δελτία τύπου των Υπουργείων (που μας ενημερώνουν σχετικά με την περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού) και τελικά στα δελτία ειδήσεων ραδιοφώνου και τηλεόρασης αλλά και στις εφημερίδες.

 

Δημιουργία και πώληση αισιοδοξίας, προσδοκιών και ονείρων.

Τόσο η κινηματογραφική βιομηχανία όσο και η Οικονομία ως επιστήμη είναι ταγμένες στην δημιουργία εντυπώσεων, οι οποίες μάλιστα πρέπει να είναι οι πλέον αισιόδοξες. Έχουν εκ-παιδεύσει το κοινό τους σε αισιόδοξα νέα, έτσι ώστε να μην είναι δεκτικό σ’ όσους προειδοποιούν για επικείμενες καταστροφές. Ακόμη και οι άσχημες ιστορίες που και οι δύο κατά καιρούς διηγούνται πρέπει να έχουν αίσιο τέλος.

Η δημιουργία και διάδοση θετικών ειδήσεων είναι κάτι παραπάνω από μεγάλης σημασίας τόσο για την κινηματογραφική βιομηχανία όσο και για την Οικονομία. Είναι η ουσία και των δύο. Και αν μεν για την Οικονομία η σημασία της δημιουργίας και διάδοσης θετικών ειδήσεων είναι προφανής (αφού οι θετικές ειδήσεις δημιουργούν θετικές προσδοκίες οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε μεγαλύτερη πίστωση, κατανάλωση κ.λ.π.) για την κινηματογραφική βιομηχανία είναι ο πυρήνας της ύπαρξης της.

Ο κινηματογράφος εκτός από δημιουργός εντυπώσεων είναι η τέχνη της ψευδαίσθησης. Με τα χρόνια εκτός του μακιγιάζ έχει επιστρατεύσει οποιαδήποτε τεχνική μπορεί να ξεγελά τον θεατή (ο οποίος ωστόσο είναι αρκετά υποψιασμένος για να μην πιστεύει τα όσα βλέπει εκτός και αν είναι πολύ μικρό παιδί). Έτσι τόσο ο γερασμένος και κοιλαράς πρωταγωνιστής που στην πραγματικότητα δεν είναι πάνω από 30 και γυμνασμένος όσο και ο υπερ-προικισμένος μαύρος της τσόντας που παρακολουθείτε είναι (ειδικά ο δεύτερος αν πιστέψουμε τον «Αποδυτηριάκια») προϊόντα της βιομηχανίας της ψευδαίσθησης ειδικά δημιουργημένα ώστε ν’ ανταποκρίνονται όσο γίνεται καλύτερα είτε στο σενάριο, είτε στα περί μεγέθους στερεότυπα.

 

«Οικονομίες κλίμακας» ή «το μέγεθος μετράει».

Το μέγεθος είναι η κρίσιμη παράμετρος (εκτός από τις τσόντες) τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην Οικονομία. Επιτελεί και στις δύο τον ίδιο ρόλο. Επειδή όμως η φράση «το μέγεθος μετράει» οδηγεί σε λάθος για το θέμα μας συνειρμούς θα την αντικαταστήσουμε με την πιο επιστημονική εκδοχή της «οικονομίες κλίμακας». Με τις «οικονομίες κλίμακας» εννοούμε τις μεγάλες συγκεντρώσεις ιδιοκτησίας μέσω των οποίων μειώνεται το συνολικό κόστος παραγωγής ή διάθεσης/εμπορίας και επιτυγχάνονται καλύτερα αποτελέσματα για την ιδιοκτησία. Έτσι όταν κάτω από την ομπρέλα της AmericanOnLine (A.O.L.) μαζεύονται ένα τηλεοπτικό κανάλι (ΧΧΧ), ένα κινηματογραφικό στούντιο και οι συνδεδεμένες μ’ αυτά μικρότερες εταιρείες, τότε έχουμε έναν όμιλο ο οποίος στην ουσία είναι μια «οικονομία κλίμακας». Με τον τρόπο αυτόν ο ιδιοκτήτης είναι σε θέση να ελέγχει από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση την πορεία του προϊόντος που παράγει.  

Στην περίπτωση της κινηματογραφικής βιομηχανίας αυτό σημαίνει ότι:

Η ταινία που παράγεται από το στούντιο (με την βοήθεια μιας σειράς μικρότερων εταιρειών) διανέμεται από το ίδιο (στο εξωτερικό μέσω θυγατρικών ή πωλήσεων σε ανεξάρτητους διανομείς). Μόλις στερέψει το ενδιαφέρον του κοινού για την ταινία (αναλόγως του μεγέθους της αγοράς από 2 ως 4 βδομάδες) τότε η ταινία πωλείται στην τηλεόραση (αρχικά τη συνδρομητική) και βγαίνει σε dvd. Εξ’ αιτίας της «οικονομίας κλίμακας» ο ιδιοκτήτης του ομίλου επιτυγχάνει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος.

Ομοίως και για την Οικονομία «το μέγεθος μετράει» καθώς όταν μιλάμε για κράτη όσο μεγαλύτερη είναι μια οικονομία τόσο δυσκολότερα αυτή χειραγωγείται από τις «αγορές». Επιπλέον μια μεγάλη οικονομία έχει πολύ καλύτερες πιθανότητες από μια μικρότερη να βρίσκει εύκολα ότι της χρειάζεται (και δεν το παράγει η ίδια) ώστε να είναι αυτάρκης.  

 

Πως ο κινηματογράφος ανέλαβε εργολαβικά την δικαίωση της Οικονομίας.

Μια σειρά από κινούμενες εικόνες δεν κάνουν μια κινηματογραφική ταινία. Χρειάζονται ως συγκολλητική ουσία μια ιστορία (ένα σενάριο) το οποίο θα δίνει νόημα στις κινούμενες εικόνες. Ακόμη καλύτερα αν το σενάριο καταφέρνει τον θεατή να ονειρεύεται. Να ονειρεύεται ότι αυτός ο απλός άνθρωπος που πλήρωσε ένα εισιτήριο και την βγάζει με πασατέμπο του 1 Ευρώ μπορεί να γίνει ο μεγιστάνας που υπαινίσσεται η ταινία που παρακολουθεί ότι μπορεί να γίνει. Άλλωστε η ταινία βασίζεται «σε αληθινή ιστορία». Στην περίπτωση αυτή η ταινία είναι στην ουσία μια υπόσχεση, η οποία θα εκπληρωθεί μόνο αν ο θεατής μας βάλει πραγματικά όλα του τα δυνατά για να τα καταφέρει. Η αξία αυτής της υπόσχεσης δεν τίθεται σε αμφισβήτηση καθώς δεν είναι μόνο υπόσχεση της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η κινηματογραφική βιομηχανία δεν υπόσχεται τίποτα. Το μόνο που κάνει είναι αρχικά να δραματοποιεί και τελικά ν’ αποθεώνει κάποιες «πραγματικές ιστορίες». Την υπόσχεση την δίνει η Οικονομική επιστήμη.

Δεν υπάρχει επιστημονικός κλάδος που να μην επηρεάζεται τόσο από ζητήματα ηθικής και θρησκείας όσο η Οικονομική επιστήμη. Αναλόγως των βιωμάτων του και των ηθικών και θρησκευτικών επιταγών στις οποίες πρέπει να υπακούει κάθε λαός εσωτερικεύει με διαφορετικό τρόπο τις ίδιες θεωρητικές αρχές. Έτσι ενώ μιλάμε για την επικράτηση του Καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, παρατηρούμε όμως ότι κάθε περιοχή έχει διαφορετική δυναμική (διαφορετικό βαθμό επιτυχίας). Παρά το γεγονός ότι -θεωρητικά τουλάχιστον- πιστεύουμε όλοι στον ίδιο «Θεό της αγοράς», ωστόσο βλέπουμε τους πιστούς να προσαρμόζουν τις θεϊκές επιταγές/συνταγές στις προϋπάρχουσες νόρμες και συνθήκες οι οποίες και επιβιώνουν ακόμα ασκώντας μεγάλη επιρροή.

Για παράδειγμα ο Καπιταλισμός στάθηκε ανίκανος μέχρι σήμερα να γκρεμίσει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς στην Ινδία (οι οποίοι από οικονομικής σκοπιάς επετύγχαναν την αρμονική λειτουργία της προ-Καπιταλιστικής της οικονομίας για αιώνες), ούτε κατάφερε να κάνει περισσότερο οικονομικά ενάρετους τους μη Προτεστάντες Έλληνες (ώστε αυτοί οικονομικά να μοιάσουν στους Γερμανούς). Και στις δύο περιπτώσεις (για να μην αναφερθούμε και σ’ άλλες) οι Ινδοί και οι Έλληνες εσωτερίκευσαν και εφάρμοσαν τις Καπιταλιστικές επιταγές/συνταγές για την επίτευξη της επιτυχίας όπως αυτοί νόμιζαν (κυρίως εξ’ αιτίας των βιωμάτων τους και της θρησκείας).        

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και παρά την βοήθεια που πασχίζουν να δώσουν σε κάθε υπο-ανάπτυκτο λαό οι «ειδικοί» της Οικονομικής επιστήμης, η επιτυχία δεν είναι εγγυημένη ακόμα και αν κάποιος δώσει τον καλύτερο του εαυτό στην προσπάθεια για την επίτευξη της. Έτσι και προκειμένου η πίστη στις επιταγές/συνταγές του Καπιταλισμού να μείνει ακηλίδωτη, κάθε επιτυχία (οπουδήποτε στον κόσμο) πιστώνεται στην πιστή εφαρμογή των επιταγών/συνταγών από τον πιστό που έδωσε τον καλύτερο εαυτό του και κάθε αποτυχία χρεώνεται είτε στην ανικανότητα και την μη πιστή εφαρμογή τους, είτε στις στρεβλώσεις και τις προ-Καπιταλιστικές δομές που συνεχίζουν να επιβιώνουν και οι οποίες ακυρώνουν την όποια προσπάθεια (άρα υπάρχει ανάγκη μεταρρυθμίσεων).  

Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι προφανές ότι όλοι όσοι προσπάθησαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις δεν τα κατάφεραν εξίσου καλά. Ενδέχεται κάποιος ο οποίος κατέβαλε μικρότερη προσπάθεια τελικά να τα κατάφερε καλύτερα επειδή ευνοήθηκε από την Τύχη. Η «εύνοια της Τύχης» για τους «ειδικούς» και τους απολογητές του Καπιταλισμού δεν είναι ανεξήγητη ούτε και δημιουργεί προβλήματα στη θεωρία τους. Προσπαθούν να βρούν ένα χαρακτηριστικό το οποίο θα μπορούσαν να επικαλεστούν για να δικαιολογήσουν «την εύνοια της Τύχης» και ανασκευάζοντας σιγά-σιγά την ιστορία της επιτυχίας να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «έτσι κι αλλιώς ο Χ -και χωρίς την εύνοια της Τύχης- θα επιτύγχανε». Με τον τρόπο αυτό εντάσσουν και την Τύχη στην Καπιταλιστική συνταγή της επιτυχίας. Άλλωστε δεν λένε ότι «η Τύχη βοηθά/ευνοεί τους τολμηρούς»; Αν μετά τους «τολμηρούς» προσθέσετε τους «έξυπνους» και τους «ικανούς», τότε είστε πλήρεις. Έτσι τελικά ακόμη και η Τύχη υπακούει σε μια μεγαλύτερη από αυτήν δύναμη (αναγκαιότητα) και με την δράση της αποδίδει «δικαιοσύνη», δίνοντας στον καθένα ότι του αξίζει με βάση τις δεξιότητες και τις γνώσεις του. Δίνοντας του αυτά που «έτσι και αλλιώς» ήταν προορισμένος να πάρει (αρκεί να το καταλάβαινε και να έδινε τον καλύτερο του εαυτό). Το πολύ-πολύ η παρέμβαση της Τύχης να επέσπευσε την επιτυχία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται γι’ αυτήν. Στο κάτω-κάτω «ο Χ ήταν πάντα ανήσυχο πνεύμα».

Κάπως έτσι γεννήθηκε το «Αμερικάνικο Όνειρο» το οποίο αν και λαμβάνει διαφορετικές όψεις αναλόγως των επιθυμιών και των ορέξεων του ονειρευόμενου, έχει ωστόσο παντού και πάντα τα ίδια βασικά σημεία. Και όπως ξέρουμε δεν έχει υπάρξει καλύτερος προπαγανδιστής του από τον κινηματογράφο.

 

Το κύκλωμα διανομής/εμπορίας ταινιών και η σχέση του με την Οικονομία.

Αν όμως το «Αμερικάνικο Όνειρο» υπάρχει και ο κινηματογράφος το υπηρετεί πιστά αναπαράγοντας το σε ταινίες, τότε δεν υπάρχει καλύτερος χώρος από τον ίδιο τον κινηματογράφο για να το επιτύχεις. Είτε ως εργαζόμενος (κυρίως ανώτερο στέλεχος, ηθοποιός ή σκηνοθέτης), είτε ως παραγωγός όσον αφορά το κύκλωμα της παραγωγής. Όσον αφορά το κύκλωμα της διανομής/εμπορίας οι επιλογές περιορίζονται είτε στον διανομέα, είτε στον αιθουσάρχη.

Αφήνοντας στην άκρη το κύκλωμα παραγωγής στο οποίο καριέρες έχουν χτιστεί πάνω στις γνωριμίες και την δικτύωση ας ασχοληθούμε με το κύκλωμα της διανομής και της εμπορίας των ταινιών, καθώς αυτό το κύκλωμα έρχεται σ’ επαφή με τον τελικό καταναλωτή ο οποίος «αγοράζει» και την ελπίδα του «Αμερικάνικου Ονείρου».

Πράγματι το κύκλωμα διανομής/εμπορίας είναι το πλέον ανταγωνιστικό κύκλωμα που θα μπορούσαμε να βρούμε και να παρατηρήσουμε. Αποτελεί μεν προέκταση αυτού της παραγωγής, αλλά σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί και αυτόνομα από αυτό. Στο κάτω-κάτω για τον διανομέα ταινιών και τον έμπορο (δηλαδή τον αιθουσάρχη) το ζήτημα είναι να έχουν πλήθος και ποικιλία ταινιών να προσφέρουν στον θεατή, προκειμένου μέσω της ποικιλίας να πουλήσουν όσο γίνεται περισσότερο μεγιστοποιώντας τις πωλήσεις τους.

Κινητήρια δύναμη του Καπιταλισμού είναι η ατομική πεποίθηση πως «εγώ θα το έκανα καλύτερα (αν μου δινόταν η ευκαιρία και τα μέσα)». Βλέπουμε έτσι να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια μετά από βροχή πλήθος ομοειδών επιχειρήσεων οι οποίες όπως τα δέντρα στο τροπικό δάσος ανταγωνίζονται σκληρά για τους ίδιους λιγοστούς πόρους (τους πελάτες στην περίπτωση μας). Αν πάρουμε την Οικονομική Θεωρία στα σοβαρά (και έχουμε πολλούς λόγους να μην το κάνουμε) η ύπαρξη πολλών ομοειδών εταιρειών οι οποίες ανταγωνίζονται σκληρά μεταξύ τους είναι καλά νέα τόσο για την Οικονομία γενικά όσο και για τους καταναλωτές αφού υποτίθεται ότι ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές καταναλωτή.

Ωστόσο η λέξη «θεωρία» σημαίνει ότι το συγκεκριμένο σύστημα ιδεών πρέπει κάθε φορά ν’ αποδεικνύει την αξία και την ορθότητα του προκειμένου να θεωρείται ως δεδομένο (ότι δηλαδή ισχύει). Μ’ άλλα λόγια θα πρέπει οι θεωρητικές προβλέψεις του να επιβεβαιώνονται από τα μετέπειτα δεδομένα (την ανατροφοδότηση). Λαμβανομένου αυτού υπ’ όψη ας δούμε αρχικά πως λειτουργεί το κύκλωμα διανομής/εμπορίας ταινιών και τελικά αν και πόσο μοιάζει με την γενική κατάσταση της Οικονομίας (και κατά πόσο την εξηγεί).

Πρόχειρα-πρόχειρα μπορούμε (και είναι σκόπιμο) να κάνουμε τις παρακάτω παραδοχές για το κύκλωμα διανομής/εμπορίας κινηματογραφικών ταινιών:

  • Κάθε ταινία (εκτός αν πρόκειται για επανακυκλοφορία) είναι ένα μοναδικό προϊόν, η οποία και δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί από κάποια άλλη.
  • Η ωφέλιμη εμπορικά ζωή της κινηματογραφικής ταινίας είναι μόνο λίγες μέρες (σε σπάνιες περιπτώσεις ξεπερνά τον μήνα). Μοιάζει με τα νωπά προϊόντα τα οποία πρέπει να πουληθούν άμεσα γιατί μετά σαπίζουν.
  • Κάθε χρόνο συγκεκριμένες ταινίες δημιουργούν αυξημένες προσδοκίες για μεγάλα έσοδα. Η καλλιέργεια των προσδοκιών αυτών ξεκινά από τα ίδια τα στούντιο και σαν μολυσματική ασθένεια μολύνει όλο το κύκλωμα. Συνήθως οι περισσότερες αν όχι όλες απ’ αυτές τις ταινίες αναμένονται με μεγάλο ενδιαφέρον και από το κοινό.
  • Διανομή και εμπορία ζητά ένα μεγάλο πλήθος ταινιών οι περισσότερες από τις οποίες δύσκολα θα βγάλουν τα έξοδα τους, μερικές εκ των οποίων είναι μεγάλων στούντιο.
  • Το συμφέρον του διανομέα αν και δεν ταυτίζεται μ’ αυτό του αιθουσάρχη, ωστόσο δεν βρίσκεται και σε πλήρη αντίθεση. Για τον διανομέα συμφέρον είναι ν’ απλώσει σε όσο γίνεται περισσότερες αίθουσες και με όσο το δυνατόν περισσότερες προβολές τις «καλές» του ταινίες, στερώντας έτσι από τους υπόλοιπους διανομείς την ευκαιρία να πάνε καλά οι ταινίες τους. Για τον αιθουσάρχη συμφέρον είναι να παίζει τις καλές ταινίες κάθε διανομέα όπως αυτός επιθυμεί και ταυτόχρονα να είναι ελεύθερος να μην την συνεχίσει (να «την κατεβάσει») αν μετά την πρώτη εβδομάδα προβολή της δεν μείνει ικανοποιημένος από τις εισπράξεις.
  • Οι ιδιαιτερότητες της τοπικής αγοράς επιβάλλουν τους όρους λειτουργίας σε διανομείς και αιθουσάρχες. Μια αίθουσα σε περιοχή χωρίς πολλή νεολαία και η οποία δεν προσελκύει τους νέους από πλευράς διασκέδασης έχει περισσότερες ελπίδες αν εξειδικευτεί σε «ποιοτικές» (κουλτουριάρικες) ταινίες παρά σε ταινίες δράσης.
  • Τους όρους επιβάλλουν οι μεγαλύτεροι παίκτες. Στους διανομείς αυτός με τις περισσότερες blockbuster(μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες) ταινίες και στους αιθουσάρχες αυτός με τα περισσότερα εισιτήρια και άρα το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς. Τελικά και εδώ «το μέγεθος μετράει» όπως επίσης και ο τρόπος επίδειξης του, αφού οι λιγότερο πετυχημένοι (οι μικρότεροι παίκτες) από ένστικτο και θαυμασμό ακολουθούν (μιμούνται) τους μεγαλύτερους παίκτες (που δεν είναι πάντα και οι πιο πετυχημένοι).
  • Όλοι τελικά έχουν τη θέση τους στον ήλιο.

Εκτός των παραπάνω είναι προφανές πως οποιοσδήποτε διανέμει ένα προϊόν το οποίο δεν έχει ο ίδιος παράξει εξαρτάται στο μέγιστο βαθμό από αυτόν που το παράγει (τον παραγωγό) για την δική του επιβίωση. Στο σημείο αυτό ανοίγονται στον διανομέα μας τρείς δρόμοι:

  • Είτε να δεθεί στενότερα στο άρμα του ενός παραγωγού προσπαθώντας να του αποδεικνύει κάθε φορά την αξία/χρησιμότητα του.
  • Είτε ν’ αναλάβει να προωθεί τις ταινίες και άλλου.
  • Είτε να διανέμει ταινίες που αγοράζει από τα φεστιβάλ κινηματογράφου.

Ότι από τα παραπάνω και να διαλέξει ο διανομέας μας (ο οποίος θέλει να επιτύχει το «Αμερικάνικο Όνειρο») αναλαμβάνει το ρίσκο που αναλογεί σε κάθε επιλογή του. Ανεξαρτήτως της απόφασης που θα πάρει πρέπει να σημειώσουμε ότι ο παραγωγός των ταινιών (στούντιο) είναι σε πλεονεκτικότερη θέση γιατί συνεχώς δέχεται προτάσεις συνεργασίας από τους ανταγωνιστές του διανομέα μας. Για τον λόγο αυτόν και πρέπει ο διανομέας μας να τον κρατά πάντα ευχαριστημένο.

Ας εξετάσουμε τώρα τα πράγματα από την πλευρά του εμπόρου/αιθουσάρχη. Ο αιθουσάρχης μας είναι ένας ευσυνείδητος επιχειρηματίας. Έχει τον κινηματογράφο στην καλύτερη δυνατή κατάσταση που του επιτρέπει το εισόδημα του. Προσέχει τους πελάτες του επιλέγοντας τις καλύτερες ταινίες (σε συνάρτηση πάντα με τις ισορροπίες που πρέπει να κρατήσει) και τους συμπεριφέρεται αυτός και το προσωπικό με ευγένεια. Δεδομένου του πλήθους των ταινιών και της ανάγκης του να βγάζει μ’ ευκολία τα έξοδα του αλλά και ένα ικανοποιητικό εισόδημα γι’ αυτόν και την οικογένεια του, δημιουργεί μια δεύτερη αίθουσα είτε χωρίζοντας στα δύο την υπάρχουσα είτε επεκτείνοντας τον κινηματογράφο (θεωρούμε ότι υπάρχει όντως δυνατότητα επέκτασης του). Τα συγκεκριμένα έξοδα αποτελούν γι’ αυτόν επένδυση ακριβώς επειδή αποβλέπει σε μεγαλύτερα έσοδα.

Τώρα με τις δύο αίθουσες και υπολογίζοντας σε τρείς παραστάσεις ανά αίθουσα για κάθε απόγευμα λειτουργίας είναι σε θέση να παίξει έξι παραστάσεις καθημερινά. Έτσι μπορεί να υπολογίζει ότι θα προβάλλει από δύο ως τέσσερις ταινίες (ανάλογα με την παλαιότητα τους) την εβδομάδα. Προσδοκά μέσω της ποικιλίας που θα είναι σε θέση να προσφέρει αύξηση της πελατείας του μέσω της οποίας θ’ αυξηθεί το μερίδιο του στην αγορά και άρα προσδοκά καλύτερη αντιμετώπιση από το κύκλωμα των διανομέων. Επιπρόσθετα περισσότερος κόσμος σημαίνει και περισσότερα έσοδα από το κυλικείο, στα προϊόντα του οποίου έχει μεγάλο περιθώριο κέρδους. Εκτός όμως από όλα τα παραπάνω οφείλει να είναι όσο μπορεί προσεκτικός με τους διανομείς που ήδη συνεργάζεται κρατώντας τους όσο γίνεται ικανοποιημένους, κάτι το οποίο είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο αφού δεν είναι καθόλου εύκολο να είσαι «υπηρέτης παραπάνω του ενός αφεντάδων».

Έχοντας περιγράψει χοντρικά τις δύο πλευρές του κυκλώματος διανομής/εμπορίας των κινηματογραφικών ταινιών ας εξετάσουμε πως λειτουργεί στην πράξη. Προτού όμως δούμε τι γίνεται στην πράξη πρέπει συνεχώς να θυμόμαστε τις δύο βασικές αρχές της Οικονομικής (Καπιταλιστικής) Θεωρίας, αφήνοντας στην άκρη τυχόν απορίες και ενστάσεις σχετικά μ’ αυτές:

  • Κάθε παίκτης στοχεύει στην μεγιστοποίηση του κέρδους του.
  • Κάθε παίκτης λαμβάνει πάντα την καλύτερη γι’ αυτόν απόφαση.

Εφ’ όσον κατά τους οικονομολόγους οι αρχές αυτές ισχύουν, τότε τόσο οι διανομείς όσο και οι αιθουσάρχες παίρνουν τις καλύτερες για τους εαυτούς τους αποφάσεις. Αφήσαμε πριν τον διανομέα μας έτοιμο να επιλέξει έναν μεταξύ τριών δρόμων. Τελικά ο διανομέας μας αποφάσισε προς το παρόν να μείνει με το ένα και μόνο κινηματογραφικό στούντιο αποκλείοντας προς το παρόν ν’ αντιπροσωπεύσει και δεύτερο. Ωστόσο δεν έχει αποκλείσει τον τρίτο δρόμο, δηλαδή την αγορά ταινιών από φεστιβάλ, αφού μια τέτοια ενέργεια δεν τον φέρνει κατ’ ανάγκη σε σύγκρουση με τον τωρινό προμηθευτή του. Για την ώρα συνεχίζει ως έχει. Συνεπώς ο διανομέας μας έχει (θεωρητικά πάντα) πάρει την απόφαση που θα του μεγιστοποιήσει το κέρδος του, η οποία είναι ταυτόχρονα η καλύτερη γι’ αυτόν απόφαση.    

Όμως όλες οι ταινίες που παράγονται σε μια σεζόν δεν είναι του ίδιου βεληνεκούς. Κάποιες απ’ αυτές «δεν βλέπονται», αλλά θα πρέπει και αυτές να βρουν διανομή και να πουληθούν. Η κατάσταση αυτή είναι κοινή για όλα τα κινηματογραφικά στούντιο, τα οποία για τον λόγο αυτό αναζητούν τους πιο ικανούς (καπάτσους) διανομείς οι οποίοι θα κάνουν ότι καλύτερο μπορούν. Έχει παρατηρηθεί στην πράξη η πρακτική διανομείς που έχουν πολυαναμενόμενες ταινίες να τις πουλάνε «πακέτο» μαζί με τις άλλες που «δεν βλέπονται». Επιπρόσθετα ζητούν μεγαλύτερη χρονική διάρκεια προβολών έτσι ώστε δημιουργούν πρόβλημα στον αιθουσάρχη, ο οποίος πολλές φορές είναι αναγκασμένος να επιλέξει ποιες από τις «καλές» ταινίες της σεζόν θα παίξει.    

Η πώληση «πακέτου» ταινιών καταστρατηγεί την ουσία της «ελεύθερης» Καπιταλιστικής οικονομίας, αφού δεσμεύει παρά την θέληση του τον αιθουσάρχη και ταυτόχρονα αποκλείει τους άλλους διανομείς από την συγκεκριμένη αίθουσα (ή αίθουσες αν έχει πολλές). Παραβιάζει δηλαδή τον «ελεύθερο ανταγωνισμό» και μακροπρόθεσμα οδηγεί στην δημιουργία ολιγοπωλίων και τελικά μονοπωλίων, δηλαδή σε καταστάσεις οι οποίες δεν είναι διόλου επιθυμητές από την Οικονομική (Καπιταλιστική) Θεωρία. Η νόθευση του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι περισσότερο εμφανής στις μεγάλες αλυσίδες κινηματογράφων οι οποίες «απλώνουν» τόσο τις πολυαναμενόμενες ταινίες ειδικά την πρώτη εβδομάδα προβολή τους που δεν μένει χώρος για τις υπόλοιπες. Η κατάσταση φτάνει στ’ άκρα όταν ο διανομέας είναι και αιθουσάρχης και προβάλλει ταινία δικής του διανομής.  

Παρατηρείται επίσης υπερπαραγωγή κινηματογραφικών ταινιών λες και όσες περισσότερες παράγονται τόσο μικρότερο το κόστος παραγωγής τους. Εξ’ αιτίας της υπερπαραγωγής προκαλείται «συνωστισμός» όσον αφορά τις ημερομηνίες πρώτης προβολής. Έτσι ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης που αποτελούν τους πρώτους δύο μήνες της κινηματογραφικής σεζόν ακολουθούμενοι από τον Δεκέμβρη αλλά και τους Φλεβάρη-Μάρτη όταν και κορυφώνεται παγκοσμίως η διαδικασία απονομών των κινηματογραφικών βραβείων είναι οι πλέον επίζηλοι από τους διανομείς.

Κανονικά η υπερπαραγωγή ταινιών θα έπρεπε ν’ αποφεύγεται καθώς έτσι μειώνεται η ωφέλιμη ζωή της ταινίας. Η σύγκριση με το παρελθόν είναι απόλυτα διαφωτιστική. Τότε (ειδικά τις δεκαετίες του ’60 & ’70) η εγχώρια παραγωγή είχε πολύ μεγάλο ποσοστό. Οι ταινίες τότε προβάλλονταν σε πρώτη προβολή μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για ν’ ακολουθήσουν μετά όλες οι υπόλοιπες επαρχιακές πόλεις κατά σειρά μεγέθους. Έτσι η ωφέλιμη οικονομικά ζωή της ταινίας δεν περιοριζόταν μόνο σε λίγες εβδομάδες, αλλά επεκτεινόταν και πέραν του έτους.

Βλέπουμε όμως πως στην πράξη τα κινηματογραφικά στούντιο όχι μόνο δεν περιορίζουν την παραγωγή, αλλά σκοπίμως την επιδιώκουν παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν είναι προς όφελος τους. Τι όμως οδηγεί τα στούντιο σε μια τέτοια παράλογη από την άποψη των οικονομικών συμφερόντων τους απόφαση; Η οποία είναι τόσο περισσότερο παράλογη και ακατανόητη όσο βλέπουμε ότι το ίδιο επιδιώκουν ταυτόχρονα όλα τα στούντιο. Γιατί δεν αφήνουν την ταινία ως καταναλωτικό προϊόν να «κάνει τον κύκλο της», αλλά λειτουργούν σαν απατεώνες που κάνουν «αρπαχτή»;

Η απάντηση είναι ότι και τα στούντιο κυνηγούν το ίδιο «Αμερικάνικο Όνειρο» που πουλούν στο κοινό. Στην εξέλιξη της η κινηματογραφική βιομηχανία έγινε όπως κάθε άλλη βιομηχανία. Απέκτησε τα πάγια της (αρχικά λογίζονταν μόνο οι εγκαταστάσεις), τα στελέχη της (αρχικά λογίζονταν μόνο οι διοικητικοί) και το δίκτυο διάθεσης/διανομής των ταινιών. Οι ηθοποιοί ήταν για την κινηματογραφική βιομηχανία από την πρώτη στιγμή «αποκτήματα» στα οποία κάθε στούντιο επένδυε και έπρεπε να τα εκμεταλλευτεί όσο γινόταν αποδοτικότερα. Ακόμη όμως ο ηθοποιός είχε δική του προσωπικότητα και δεν είχε μεταβληθεί σε αγελάδα βιομηχανοποιημένης φάρμας. Μπορεί τα στελέχη των στούντιο να έφτιαχναν την «δημόσια εικόνα» τους, αλλά το κακό δεν είχε παραγίνει όπως σήμερα. Η μετατροπή των «αποκτημάτων» σε «πάγια» ήταν λοιπόν φυσικό επακόλουθο. Έτσι και προκειμένου τα στούντιο να βγάλουν όσα περισσότερα λεφτά μπορούν από τους ηθοποιούς κατά την διάρκεια των συμβολαίων τους τούς βάζουν να παίζουν συνεχώς σε ταινίες, κάποιες εκ των οποίων «δεν βλέπονται».

Την συμπεριφορά αυτή των κινηματογραφικών εταιρειών μιμούνται θέλοντας και μη οι αιθουσάρχες, οι οποίοι προσπαθούν τις περισσότερες φορές να χωρέσουν δυό καρπούζια στην ίδια μασχάλη λαμβάνοντας και αυτοί από το μερίδιο τους από την «αρπαχτή». Βέβαια αυτοί κάνουν όπως θα δούμε αμέσως μετά τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Ακολουθούν κοπιαδιαστά και χωρίς καμία διάκριση τις επιλογές των μεγάλων παικτών (πολυκινηματογράφων) τους οποίους κατά καιρούς αναθεματίζουν για τις τακτικές τους. Τακτικές που όμως αναπαράγουν απρόθυμα μεν, αλλά και χωρίς αναστολές ή ιδιαίτερη σκέψη. Με τον τρόπο αυτό όπως οι μελλοθάνατοι στις ταινίες «γουέστερν» σκάβουν οι ίδιοι τον λάκο στον οποίο οι μεγάλοι παίκτες τελικά θα τους «θάψουν», εκτός αν... Είναι προφανές πως η τέτοια μιμητική προσαρμογή τους στα δεδομένα της αγοράς είναι σε βάρος τους. Δεν αντιδρούν στις επιλογές των μεγάλων παικτών όπως θα έπρεπε με βάση την Οικονομική Θεωρία να κάνουν προασπίζοντας τα συμφέροντα τους. Απλά επιλέγουν να σύρονται πίσω τους. Αυξάνουν τις τιμές οι μεγάλοι; Τις αυξάνουν ομοίως και αυτοί. Κάνουν προσφορές οι μεγάλοι; Τις αντιγράφουν και αυτοί. Μια τέτοια αγορά δεν απέχει πολύ (μάλλον καθόλου) από το να θεωρείται καρτέλ. Τελικά ο αιθουσάρχης μας (κυρίως ο μικρός) είναι όπως λέει κι ο Σεφέρης:

«μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν· σαν έρθει ο θέρος προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι· σαν έρθει ο θέρος άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν...»,

ελπίζοντας να μην έχει έρθει ακόμη η δική του ώρα. 

Με τον τρόπο που λειτουργούν και τα δύο κυκλώματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας ληστρικά (πειρατικά αν προτιμάτε) κάνουν ζημιά στο ίδιο το προϊόν από το οποίο ζούν. Η τέτοια τους συμπεριφορά που αντιστρατεύεται τα ίδια τους τα συμφέροντα δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί με την χρήση της Οικονομικής (Καπιταλιστικής) Θεωρίας, αφού οποιαδήποτε εξήγηση εντός των πλαισίων της οφείλει να είναι αποκλειστικά ορθολογική.  

Θα κάναμε λάθος αν θεωρούσαμε πως η συμπεριφορά τόσο του κυκλώματος παραγωγής όσο και αυτού της διανομής/εμπορίας είναι κάτι το πρωτόγνωρο. Δυστυχώς όμως η συμπεριφορά του «φαταούλα» είναι ο κανόνας στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς ελάχιστοι από τους παίκτες αυτοπεριορίζονται για να μην κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Οι περισσότεροι κοιτάνε να «φάνε όσο μπορούν περισσότερο» αφήνοντας τους άλλους (συμπεριλαμβανομένου και του Κράτους) να «βγάλουν το φίδι από την τρύπα». Άλλωστε αυτού του τύπου η συμπεριφορά είναι που οδηγεί τόσο στις «φούσκες» όσο και τελικά στο σπάσιμο τους (δηλαδή την Κρίση, η οποία αν δεν αντιμετωπιστεί μεταβάλλεται σε Ύφεση).

Όταν κόψεις όλα τα δέντρα ενός τροπικού δάσους το γυμνό του έδαφος δεν θα δώσει χωρίς λίπασμα παραπάνω από δύο σοδειές, διαψεύδοντας έτσι τις προσδοκίες που είχαν γεννήσει το πλήθος και το ύψος της τροπικής βλάστησης. Ωστόσο όπως και στην περίπτωση του φτωχού καλλιεργητή που αποψιλώνει το τροπικό δάσος έτσι και στην «πραγματική» οικονομία ελάχσιτοι σκέφτονται το «μετά» και προσαρμόζουν ανάλογα την δραστηριότητα τους. Πιστεύω πως μετά τα παραπάνω είναι προφανής η σχέση/διασύνδεση της Οικονομίας και της Οικονομικής (Καπιταλιστικής) Θεωρίας με την κινηματογραφική βιομηχανία, με την τελευταία να είναι ο καθρέπτης της πρώτης. Στο κάτω-κάτω η κινηματογραφική βιομηχανία είναι αυτή που έχει αναλάβει να πείσει το κοινό για την ύπαρξη του «Αμερικάνικου Ονείρου» και την ορθότητα της Καπιταλιστικής συνταγής της επιτυχίας που ευαγγελίζεται η Οικονομική Θεωρία.

Όσο για το αν το όνειρο είναι όντως αληθινό, αυτό είναι κάτι που θα το κρίνει ο κάθε ονειρευόμενος ξεχωριστά. Έτσι κι αλλιώς απλώς και μόνο η πιθανότητα το όνειρο να βγεί αληθινό ζεσταίνει τα κρύα βράδια εκατομμυρίων σ’ όλο τον πλανήτη.

 

27 Αυγούστου 2016
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 2603 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΜΙΑ ΑΛΛΗΛΕΝΔΕΤΗ ΣΧΕΣΗ)