Ένας από τους οικονομολόγους του οποίου το έργο είχε πολύ σημαντική επίδραση στην οικονομική σκέψη της εποχής του -και συνεχίζει να έχει και σήμερα- είναι ο Ντέιβιντ Ρικάρντο. Ο Ρικάρντο γεννήθηκε το 1772 και όντας επιτυχημένος χρηματιστής σε ηλικία 27 ετών (1799) άρχισε να ενδιαφέρεται για την Πολιτική Οικονομία όταν διάβασε τον «Πλούτο των Εθνών» του Άνταμ Σμιθ. Μετά από άλλα δέκα χρόνια ο Ρικάρντο δημοσίευσε μια σειρά εργασιών εξαιτίας των οποίων θεωρήθηκε ως «διεισδυτικός αναλυτής των οικονομικών θεμάτων» ή όπως τον θεωρούσε ο Τζών Μίλλ «του καλύτερου στοχαστή στην Πολιτική Οικονομία». Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για το νούμερο δύο (μετά τον Άνταμ Σμιθ) της κλασικής σχολής.
Αυτό όπως και τα επόμενα κείμενα θ’ ασχοληθούν με αποσπάσματα από το μόνο μεγάλο έργο του τις «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας» που εκδόθηκε το 1817 και γνώρισε μέχρι τον θάνατο του το 1823 τρείς επανεκδόσεις. Πηγή των αποσπασμάτων που θα χρησιμοποιήσουμε είναι η τελευταία (3η έκδοση) όπως αυτή κυκλοφόρησε το 2002 από τις Εκδόσεις Παπαζήση.
Προτού ασχοληθούμε με το έργο του Ρικάρντο πρέπει να γίνουν κάποιες ουσιώδεις παρατηρήσεις σχετικά με την Επιστήμη της Πολιτικής Οικονομίας, μιας επιστήμης η οποία όπως και κάθε άλλη από τις αποκαλούμενες ανθρωπιστικές συστηματοποιήθηκε και εξελίχθηκε μαζί με την κοινωνία τις οικονομικές σχέσεις της οποίας προσπαθούσε ν’ αποτυπώσει. Συνεπώς είναι αναμενόμενο η οικονομική σκέψη της «κλασικής σχολής» να είναι σ’ αρκετά σημεία διαφορετική από αυτή της σύγχρονης (αν μπορεί να ονομαστεί έτσι) σχολής.
Σε κάθε όμως περίπτωση τόσο η «κλασική» όσο και η «σύγχρονη» σχολή εδράζεται πάνω σε δύο βασικές αρχές. Από τη μιά βασίζεται στην Λογική, καθώς σύμφωνα με την Πολιτική Οικονομία όλοι οι συμμετέχοντες στην οικονομική δραστηριότητα παίρνουν τις αποφάσεις τους πάντα με βάση τα συμφέροντα τους (γι’ αυτό πρέπει να λαμβάνονται πάντα στη βάση της Λογικής). Από την άλλη η Πολιτική Οικονομία στηρίζεται στην διαρκή κινητικότητα τόσο του Κεφαλαίου όσο και των εργαζομένων.
Οι δύο αυτές αρχές ισχύουν τόσο για την «κλασική» όσο και για την «σύγχρονη» σχολή οικονομικής σκέψης. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες βασικές παραδοχές (κάποιοι θα τις θεωρούσαν «αρχές») οι οποίες ταιριάζουν περισσότερο στο «χθές» παρά στο «σήμερα» της οικονομικής πραγματικότητας, καθώς από ένα σημείο και μετά η εφαρμογή τους δεν δίνει σωστά αποτελέσματα (που να ταιριάζουν με όσα συμβαίνουν γύρω μας).
Μια από αυτές είναι η παραδοχή ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του πληθυσμού και των αναγκαίων για την συντήρηση του κεφαλαίων. Συνεπώς οι μισθωτοί (είτε αυτοί είναι υπάλληλοι, είτε εργάτες) οφείλουν την ύπαρξη τους στους κάθε είδους κατόχους κεφαλαίο (κεφαλαιούχους) και τα κεφάλαια που αυτοί διαθέτουν για τη συντήρηση τους. Η παραδοχή αυτή στην πιο καθαρή της διατύπωση συναρτά την αύξηση του πληθυσμού με την αύξηση των κεφαλαίων που διατίθενται για την απασχόληση του. Έτσι κάθε αύξηση αυτών των κεφαλαίων οδηγεί στην αύξηση του πληθυσμού και ως συνέπεια της τελευταίας στην αύξηση της τιμής των «ειδών πρώτης ανάγκης». Σύμφωνα με την παραπάνω παραδοχή η προσφορά και η ζήτησης των βασικών ειδών διατροφής (είδη πρώτης ανάγκης) και γενικά όσων απαιτούνται για τη συντήρηση των μισθωτών προσαρμόζεται (αλλά κυρίως προσαρμόζει) τον πληθυσμό στο επίπεδο που αυτός μπορεί να συντηρηθεί από τα κεφάλαια που κάθε φορά διατίθενται για τον σκοπό αυτό.
Μια άλλη παραδοχή η οποία προκύπτει έμμεσα από τα γραπτά ιδιαίτερα της «κλασικής σχολής» είναι ότι για να ισχύουν πάντα οι γενικές αρχές της Πολιτικής Οικονομίας (άρα και τα εξαγόμενα απ’ αυτές συμπεράσματα) πρέπει οι συνθήκες να είναι τουλάχιστον σχετικά σταθερές. Από την άποψη αυτή κάθε διαταραχή τους είτε λόγω πολέμου, είτε λόγω οικονομικής κρίσης θεωρείται προσωρινή και έκτακτη. Οι σταθερές και αναλλοίωτες για μεγάλα χρονικά διαστήματα καταστάσεις ήταν κάτι συνηθισμένο για τους οικονομολόγους του 18ου και 19ου αιώνα. Επιπρόσθετα πρόσφεραν μια βάση για σταθερά συμπεράσματα, τα οποία έμοιαζαν να επιβεβαιώνουν τις αρχές από τις οποίες αυτά προέκυπταν. Στην ουσία όμως τόσο οι αρχές όσο και τα συμπεράσματα ήταν αλληλένδετα, αφού οι αρχές προέκυψαν εξαιτίας της παρατήρησης/καταγραφής της πραγματικότητας η οποία στη συνέχεια και μέσω της εφαρμογής τους επιβεβαίωνε την ίδια την πραγματικότητα!
Η μακροοικονομική (για μεγάλα χρονικά διαστήματα) σταθερότητα διαποτίζει ως σήμερα την οικονομική σκέψη θεωρώντας σήμερα (όπως και τότε) ότι αν αφεθεί η οικονομική δραστηριότητα ελεύθερη (με τις λιγότερες δυνατές νομικές παρεμβάσεις και φορολόγηση) τότε το σύστημα είναι παραπάνω από ικανό ν’ αυτορυθμιστεί. Ωστόσο η για μεγάλα χρονικά διαστήματα σταθερότητα δεν ταιριάζει με τον Καπιταλισμό παρά μόνον όσο αυτός λειτουργεί σεβόμενος πλήρως τις βασικές αρχές της Πολιτικής Οικονομίας. Ωστόσο δειλά-δειλά από την δεκαετία του ’70 ο Καπιταλισμός έχει απομακρυνθεί από τις αρχές αυτές με αποτέλεσμα να έχει οδηγήσει σε καταστάσεις τις οποίες η Πολιτική Οικονομία είτε δεν θέλει είτε δεν μπορεί να περιγράψει και ν’ αντιμετωπίσει. Γιατί όπως γνωρίζουμε η κινητήρια δύναμη του Καπιταλισμού τα τελευταία 45-50 χρόνια προϋποθέτει την συνεχή και ανισόρροπη ανάπτυξη (κύρια του πληθυσμού ως καταναλωτική μάζα) χωρίς την ίδια στιγμή ν’ αναλαμβάνει πάντα το μερίδιο που του αναλογεί από το κόστος αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκαλούνται από αυτή.
Η οικονομική σκέψη του Ρικάρντο περιστρέφεται (τουλάχιστον για ότι θα μας απασχολήσει) βασικά γύρω από δύο σημεία. Το ένα είναι το χρήμα τόσο ως μέσο αποτίμησης της αξίας των υπολοίπων εμπορευμάτων όσο και ως εμπόρευμα. Έτσι ο Ρικάρντο (όπως και κάθε οικονομολόγος που σέβεται τον εαυτό του) εξετάζει το χρήμα σε σχέση με τα υπόλοιπα εμπορεύματα, όπως και το αντίστροφο. Το δεύτερο σημείο που απασχολεί ιδιαιτέρως τον Ρικάρντο είναι η Φορολογία και των μορφών που αυτή μπορεί να πάρει.
Τα δύο αυτά βασικά σημεία που απασχολούν τον Ρικάρντο δεν είναι διόλου άσχετα μεταξύ τους. Το αντίθετο μάλιστα. Ένα από αυτά αφορά την «νομοθεσία για τους φτωχούς» που ίσχυε στην Μ. Βρετανία την περίοδο του Ρικάρντο.
Οι νόμοι για τους φτωχούς είναι τμήμα του Κεφαλαίου V «Περί μισθών» και εκτείνεται στις σελίδες 107-110 της έκδοσης του 2002 από τις Εκδόσεις Παπαζήση. Οι νόμοι στους οποίους αναφέρεται ο Ρικάρντο επέβαλαν φορολογία υπέρ των φτωχών στο ετήσιο καθαρό εισόδημα. Ως «καθαρό εισόδημα» νοείται το εισόδημα κάθε εμπόρου ή επιχειρηματία μετά την αφαίρεση κάθε είδους εξόδου ή/και δαπάνης που ν’ αφορά την δραστηριότητα αυτή. Οι φόροι αυτοί συγκεντρώνονταν σε τοπικό επίπεδο (ενορίας) όπου και ξοδεύονταν για λογαριασμό των φτωχών.
Σύμφωνα με τον Ρικάρντο οι νόμοι αυτοί έχουν τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που προσδοκούσε ο νομοθέτης. Αυτό συμβαίνει γιατί εφόσον οι φόροι αυτοί επιβάλλονται στο «καθαρό εισόδημα» της χώρας θα:
«…χειροτερεύουν την κατάσταση τόσο των φτωχών όσο και των πλουσίων∙αντί να κάνουν πλούσιους τους φτωχούς, θεωρείται βέβαιο ότι θα κάνουν φτωχούς τους πλούσιους∙ όσο καιρό θα παραμένουν οι νόμοι αυτοί σε ισχύ, φυσική συνέπεια θα είναι να αυξάνεται προοδευτικά το χρηματικό κεφάλαιο που προορίζεται για τη συντήρηση των φτωχών, μέχρις ότου απορροφήσει όλο το καθαρό εισόδημα της χώρας ή, τουλάχιστον, το μέρος εκείνο του εισοδήματος που μας αφήνει το κράτος αφού ικανοποιήσει πρώτα τη δική του, ουδέποτε φθίνουσα, ζήτηση για δημόσιες δαπάνες.»
Λίγο παρακάτω ο Ρικάρντο κάνει λόγο για τον «ηθικό κίνδυνο» που υπάρχει αν οι νόμοι αυτοί παραμείνουν σε ισχύ. Για να γίνει όμως πλήρως κατανοητό το απόσπασμα που ακολουθεί πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι αμέσως πριν ο Ρικάρντο δέχεται ότι επειδή οι νόμοι αυτοί έχουν ψηφιστεί από πολύ καιρό, οι φτωχοί έχουν διαμορφώσει τις συνήθειες τους (τρόπο ζωής) με βάση αυτούς και για τον λόγο αυτό θα πρέπει η κατάργηση τους να είναι προσεκτική και βαθμιαία. Γράφει συγκεκριμένα:
«Είναι αλήθεια που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι οι φτωχοί δεν μπορούν να διατηρήσουν για πάντα τις ανέσεις και την ευημερία τους αν δεν φροντίσουν οι ίδιοι ή αν δεν καταβληθεί κάποια προσπάθεια από την πλευρά της νομοθετικής εξουσίας, να τεθεί υπό έλεγχο η αύξηση του αριθμού τους και να μειωθεί η συχνότητα των πρόωρων και απερίσκεπτων γάμων. Η λειτουργία του συστήματος των νόμων για τους φτωχούς υπήρξε διαμετρικά αντίθετη προς αυτό. Κατέστησαν περιττή τη συγκράτηση και προκάλεσαν την αφροσύνη, προσφέροντας της ένα μέρος από τους μισθούς της φρόνησης και της εργατικότητας.»
Και αμέσως μετά:
«Η φύση του κακού υποδεικνύει τη θεραπεία. Περιορίζοντας προοδευτικά το εύρος των νόμων για τους φτωχούς∙ καλλιεργώντας στους φτωχούς την αξία της ανεξαρτησίας, διδάσκοντας τους ότι δεν πρέπει να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη συστηματική ή περιστασιακή φιλανθρωπία, αλλά να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις για τη συντήρηση τους, ότι η φρόνηση και η προνοητικότητα δεν είναι περιττές ή ανώφελες αρετές, θα αποκτήσουμε σιγά-σιγά ένα ισχυρότερο και υγιέστερο κράτος.»
Στο Κεφάλαιο VII «Περί εξωτερικού εμπορίου» ο Ρικάρντο κάνει ένα ενδιαφέρον (ιδιαίτερα σήμερα) σχόλιο για την κίνηση κεφαλαίων:
«Η πείρα, ωστόσο, δείχνει ότι η φανταστική ή πραγματική ανασφάλεια του κεφαλαίου, όταν δεν βρίσκεται κάτω από τον άμεσο έλεγχο του ιδιοκτήτη του, μαζί με τη φυσική απροθυμία που έχει κάθε άνθρωπος να εγκαταλείψει τη χώρα στην οποία γεννήθηκε και τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέεται και να εμπιστευθεί τον εαυτό του, με όλες τις παγιωμένες συνήθειες του, σε μια ξένη κυβέρνηση και σε νέους νόμους, περιορίζουν τη φυγή κεφαλαίου. Τα συναισθήματα αυτά, που θα λυπόμουν αν τα έβλεπα να εξασθενούν, πείθουν ανθρώπους που έχουν πλούτο να αρκούνται μάλλον με χαμηλά ποσοστά κερδών παρά να αναζητούν πιο κερδοφόρα τοποθέτηση του πλούτου τους σε ξένες αγορές.»
Το παραπάνω απόσπασμα (στο οποίο όταν θα έρθει η ώρα θα επιστρέψω) δείχνει πόσο διευκολύνθηκε η κίνηση κεφαλαίων από την εναρμόνιση της νομοθεσίας (αλλά και την λειτουργία των χρηματιστηρίων) ανά την υφήλιο. Δυστυχώς όμως η τέτοια κίνηση κεφαλαίων κάθε άλλο παρά ευεργετικά αποτελέσματα είχε σε μακροχρόνια βάση στις χώρες στις οποίες στις οποίες κατευθύνθηκαν (έστω και για λίγο) τα κεφάλαια αυτά. Όπως αποδεικνύεται από την μέχρι τώρα εμπειρία τα κεφάλαια αυτά συνηθέστερα λειτούργησαν ως «πειρατές» που κάνουν πλιάτσικο παρά ως «επενδυτές» που αφού πρώτα έδωσαν πήραν στη συνέχεια κάποια αποζημίωση για τον κόπο τους.
Δεδομένου του βαθμού διασύνδεσης των θεμάτων με τα οποία ασχολείται η Πολιτική Οικονομία δεν έχει ουσιαστικό νόημα ο θεματικός διαχωρισμός τους. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την πραγματικότητα όπου έννοιες όπως ο μισθός, το κέρδος, η πρόσοδος, ο φόρος είναι κάποιες φορές δυσδιάκριτα. Έτσι ο Ρικάρντο στην ενότητα για την Φορολογία δεν διαπραγματεύεται μόνο τον φόρο (σ’ όλες του τις μορφές) αλλά και ζητήματα όπως ο όγκος του χρήματος σε κυκλοφορία ή η πρόσοδος και ποιόν επιβαρύνει η πληρωμή της.
Ο ορισμός του φόρου που δίνει ο Ρικάρντο στο Κεφάλαιο VIII «Περί φόρων» έχι ιδιαίτερο ενδιαφέρον:
«Οι φόροι είναι το μέρος του εδάφους μιας χώρας το οποίο τίθεται στη διάθεση του κράτους και πληρώνονται, τελικά, πάντοτε ή από το κεφάλαιο ή από το εισόδημα της χώρας.»
Για να γίνει κατανοητός ο ορισμός του φόρου πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι για τους οικονομολόγους το Εθνικό Εισόδημα μια χώρας είναι αυτό που προκύπτει από την καλλιέργεια ή την μίσθωση για κάθε άλλη χρήση του εδάφους της. Οτιδήποτε παράγεται σε μια χώρα είτε διατίθεται για τις ανάγκες των κατοίκων της, είτε ανταλλάσσεται μέσω του εξωτερικού εμπορίου με είδη που αν παράγονταν στην ίδια χώρα θα ήταν ακριβότερα από τα εισαγόμενα. Συνεπώς κάθε φόρος κατ’ ανάγκη επιβάλλεται στο ποσοστό του εδάφους που χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε από τους σκοπούς από τους οποίους προκύπτει το Εθνικό Εισόδημα.
Στο επόμενο Κεφάλαιο IX «Φόροι στο ακατέργαστο προϊόν» σχολιάζει τα πρακτικά ζητήματα της επιβολής ενός φόρου (φορολόγησης). Στην σελίδα 165 σημειώνει:
«Τώρα, το ποσό που απαιτείται από τη φορολογία πρέπει να συγκεντρωθεί, και το ερώτημα είναι απλώς αν το ίδιο ποσό θα πρέπει να εισπραχθεί από άτομα με τη μείωση των κερδών τους ή με την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων στα οποία δαπανώνται τα κέρδη τους.
Η φορολογία, με οποιαδήποτε μορφή και αν επιβάλλεται, δεν αντιπροσωπεύει παρά μια επιλογή μεταξύ κακών∙ αν δεν επιβληθεί στα κέρδη ή σε άλλες πηγές εισοδήματος, πρέπει να επιβληθεί στις δαπάνες∙ και δεδομένου ότι το βάρος του φόρου φέρεται εξίσου και δεν συμπιέζει την αναπαραγωγή, δεν έχει σημασία που θα επιβληθεί ο φόρος.»
Ο Ρικάρντο όταν κάνει λόγο για «αναπαραγωγή» αναφέρεται στο κεφάλαιο που ο επιχειρηματίας έχει επενδύσει στην δραστηριότητα του και το οποίο στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας εισπράττει ξανά (μαζί με κάποια προσαύξηση που αποτελεί το κέρδος του). Υποτίθεται ότι είτε το ίδιο είτε μικρότερο ή μεγαλύτερο (αναλόγως των συνθηκών) ποσοστό του θα επανεπενδυθεί για να χρηματοδοτηθεί έτσι ένας νέος κύκλος επενδυτικής/παραγωγικής δραστηριότητας
Στην επόμενη σελίδα (166) μας δίνει μια ιδέα του τι συμβαίνει από φορολογικής σκοπιάς σε μια απομονωμένη χώρα από τις υπόλοιπες, η οποία δεν διενεργεί εμπόριο με κάποιον από τους γείτονες της:
«Αν μια χώρα είναι απομονωμένη από τις άλλες και δεν διενεργεί εμπόριο με κανέναν από τους γείτονες της, δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να μετακυλήσει κάποιο μέρος από τους φόρους της. Ένα μέρος του προϊόντος της γής και της εργασίας της θα αφιερωθεί στην υπηρεσία του κράτους∙ και δεν μπορώ να σκεφτώ ότι, εκτός αν ασκεί άνιση πίεση σε αυτούς που συσσωρεύουν και αποταμιεύουν, θα έχει μικρή σημασία αν οι φόροι επιβάλλονται στα κέρδη, στη γεωργία ή στα βιομηχανικά προϊόντα.»
Αυτό που έχει αξία να κρατήσετε από το παραπάνω απόσπασμα είναι ότι οι χώρες όπως και οι Ανώνυμες Εταιρείες είναι σε θέση να μετακυλούν είτε ποσοστό των φόρων που επιβάλλουν (στην περίπτωση των χωρών) είτε ποσοστό των χρεών τους (στην περίπτωση των Α.Ε.) σ’ όσους συναλλάσσονται μαζί τους. Στην περίπτωση των χωρών αυτό γίνεται μέσω του εμπορίου με άλλες χώρες. Στην περίπτωση των Α.Ε. με την πώληση μετοχών στο κοινό. Ωστόσο υπάρχει μια βασική διαφορά στο επίπεδο των χωρών. Επειδή καμία χώρα δεν είναι μόνο εξαγωγέας η μετακύληση ποσοστού των φόρων που επιβάλλει η ίδια στην οικονομική της δραστηριότητα υποχρεωτικά συμψηφίζεται μ’ αυτή που της επιβάλλουν οι χώρες από τις οποίες αυτή εισάγει.
Στο Κεφάλαιο XII «Έγγειος φόρος» ο Ρικάρντο αναφέρει τα τέσσερα αξιώματα που είχε θέσει ο Άνταμ Σμιθ και με τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται όλοι οι φόροι:
- Οι υπήκοοι κάθε κράτους οφείλουν να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά το δυνατόν ανάλογα με τις αντίστοιχες δυνατότητες τους.
- Ο φόρος που υποχρεούται κάθε άτομο να πληρώσει πρέπει να είναι βέβαιος και όχι αυθαίρετος.
- Ο φόρος πρέπει να επιβάλλεται κατά τον χρόνο ή με τον τρόπο που είναι πιθανότατα ο πιο πρόσφορος στον φορολογούμενο για την πληρωμή του.
- Κάθε φόρος πρέπει να είναι με τέτοιο τρόπο σχεδιασμένος ώστε να αφαιρεί από το βαλάντιο των ανθρώπων και να παρακρατεί όσο το δυνατόν λιγότερα, πέρα και πάνω από εκείνα που εισέρχονται στο θησαυροφυλάκιο του κράτους.
Δεδομένου ότι οι οικονομολόγοι της «κλασικής σχολής» έπαιρναν στα σοβαρά αυτά τα τέσσερα αξιώματα είναι σκόπιμο να τα δούμε λίγο αναλυτικότερα.
Εκτός του πρώτου αξιώματος το οποίο είναι μάλλον αυτονόητο, καθώς αντιγράφηκε είτε ελαφρώς παραλλαγμένο στο Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822 Άρθρο η’:
«Όλαι αι εισπράξεις πρέπει να διανέμονται δικαίως εις όλας τας τάξεις και κλάσεις των κατοίκων καθ’ όλην την έκτασιν της Ελληνικής επικρατείας∙ καμμία δε είσπραξις δεν γίνεται άνευ προεκδοθέντος Νόμου.»
Είτε αυτούσιο (ως προς το νόημα) στο Σύνταγμα του 1844 (Όθωνα) Άρθρο 3:
« …και συνεισφέρουσιν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρηαναλόγως της περιουσίας των∙…»
Μια διάταξη που φθάνει ως τις μέρες μας (αν και μετά την αναγκαία γλωσσική προσαρμογή).
Το δεύτερο αξίωμα επιτάσσει ότι ο φόρος πρέπει να είναι δεδομένος, δηλαδή να είναι από πριν σε θέση ο φορολογούμενος να γνωρίζει το ακριβές ποσό.
Το τρίτο αξίωμα είναι πλέον σχετικά παρωχημένο. Μέχρι όμως σχετικά πρόσφατα υπήρχαν περιπτώσεις που καταστρατηγούνταν. Το τρίτο αξίωμα επιτάσσει ότι ο φόρος πρέπει να καταβάλλεται σε χρόνο και με τρόπο που να συμφέρει τον φορολογούμενο. Είναι προφανές ότι αν ένας φόρος προεισπράττεται ή αν βεβαιώνεται με μεγάλη καθυστέρηση (όπως ο Φόρος Κληρονομιάς μέχρι σχετικά πρόσφατα) αυτό επιβαρύνει την πληρωμή του από τον φορολογούμενο. Επιπλέον αν η πληρωμή του επιβάλλεται να γίνεται σε μεταλλικές αντί για χάρτινες Δραχμές ή σε τέτοια ποσότητα όση αντιστοιχεί σε «κλειδωμένη» ισοτιμία με κάποιο «σκληρό» νόμισμα, τότε αυτό είναι σε βάρος του φορολογούμενου.
Το τέταρτο αξίωμα είναι λίγο πιο μπερδεμένο καθώς σύμφωνα μ’ αυτό:
«Ο φόρος πρέπει να είναι έτσι σχεδιασμένος ώστε ν’ αφαιρεί από τον φορολογούμενο όσο το δυνατόν λιγότερα πέρα και πάνω από εκείνα που μπαίνουν στα κρατικό θησαυροφυλάκιο.»
Δηλαδή:
Αν ο φόρος επιβάλλεται σε κάθε στάδιο επεξεργασίας ενός προϊόντος και κάθε επαγγελματίας τον υπολογίζει στο κόστος του, τότε και αφού ο φόρος μετακυλίεται στον καταναλωτή∙ ο οποίος έχει τελικά πληρώσει πολύ περισσότερα απ’ όσα έχει εισπράξει το κράτος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το επόμενο απόσπασμα από το ίσιο κεφάλαιο («Έγγειος φόρος») στην σελίδα 185. Η επικαιρότητα του συγκεκριμένου αποσπάσματος είναι κάτι παραπάνω από συνταρακτική, δεδομένου ότι αποδεικνύει πως κάποιοι δεν διδάσκονται ούτε καν από τα έργα των κλασικών οικονομολόγων όπως ο Ρικάρντο. Το απόσπασμα έχει ως εξής:
«… Κάθε νέος φόρος γίνεται μια νέα επιβάρυνση και αυξάνει τη φυσική τιμή (εννοεί των προϊόντων). Ένα μέρος της εργασίας της χώρας, που ήταν προηγουμένως στη διάθεση εκείνου που συνεισφέρει στο φόρο, τίθεται στη διάθεση του κράτους και δεν μπορεί, επομένως, να χρησιμοποιηθεί παραγωγικά. Το μέρος αυτό μπορεί να γίνει τόσο μεγάλο ώστε να μην απομένει αρκετό πλεόνασμα προϊόντος για να ενθαρρυνθούν οι προσπάθειες εκείνων οι οποίοι αυξάνουν συνήθως με τις αποταμιεύσεις τους το κεφάλαιο του κράτους. Η φορολογία, ευτυχώς, δεν έχει ποτέ μέχρι σήμερα, σε καμία ελεύθερη χώρα, εφαρμοστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μειώνει σταθερά, από χρόνο σε χρόνο, το κεφάλαιο της χώρας. Μια τέτοια κατάσταση φορολογίας δεν θα μπορούσε να είναι ανεκτή επί πολύ καιρό∙ ή, αν γινόταν ανεκτή, θα απορροφούσε σταθερά ένα τόσο μεγάλο μέρος του ετήσιου προϊόντος της χώρας που θα προκαλούσε την πιο εκτεταμένη κατάσταση αθλιότητας, σιτοδείας και μείωσης του πληθυσμού.»
ΤΕΛΟΣ Α' ΜΕΡΟΥΣ
22 Απρίλη 2017
παρατηρητής 1.























































































