Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΕΝ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ (ΠΩΣ ΤΟ 2007 ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΗΚΕ ΩΣ ΦΑΡΣΑ ΤΟ ΚΡΑΧ ΤΟΥ 1929).

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΕΝ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ (ΠΩΣ ΤΟ 2007 ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΗΚΕ ΩΣ ΦΑΡΣΑ ΤΟ ΚΡΑΧ ΤΟΥ 1929).

Οι βιολόγοι σχετικά πρόσφατα κατέληξαν στο συμπέρασμα πως το γεγονός ότι δεν διδασκόμαστε από το παρελθόν (γραπτό και τις ιστορίες όσων το έζησαν) αποτελεί βασική γενετική προδιάθεση. Εμφανιζόμαστε, δηλαδή, πιο ανεύθυνοι απ’ ότι δικαιολογεί η συσσωρευμένη εμπειρία μας. Αυτό συμβαίνει γιατί αν διδασκόμαστε από το παρελθόν θα γινόμασταν λιγότερο ριψοκίνδυνοι μ’ αποτέλεσμα να «χάσουμε» το όποιο πλεονέκτημα αποκτούμε έτσι έναντι των υπολοίπων ανταγωνιστικών μας ειδών. Είναι αυτό που λέμε: «Αν δεν τους φας θα σε φάνε». Προφανώς, αυτή η γενετική προδιάθεση αφορά το μακρινό μας «άγριο» παρελθόν και ως προσαρμογή στις τότε συνθήκες δικαιολογεί απόλυτα (με βάση την προφανή σκοπιμότητα της) τις «παράπλευρες απώλειες» (στις οποίες το πολύ-πολύ ν’ αφιερώνουμε κάθε τόσο κάποιο μνημείο).

Όπως έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές στο παρελθόν η Οικονομία (Οικονομική Δραστηριότητα) εκτός από ένα «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος» είναι και μια «κυκλική» διαδικασία όπως αποδεικνύει και η θεωρία των «Οικονομικών Κύκλων». Συνεπώς, η «οικονομική καταστροφή» είναι όχι μόνο ενδεχόμενη, αλλά πολύ περισσότερο μια πραγματικότητα. Αυτό γίνεται προφανές από την απλή και μόνο ανάγνωση είτε της Ευρωπαϊκής, είτε της Αμερικανικής Οικονομικής Ιστορίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι από την άποψη των Οικονομικών Κρίσεων η διάκριση μεταξύ «τύπων» Οικονομίας (π.χ. «ανταλλακτική» ή «Καπιταλιστική») είναι άσχετη. Οικονομικές Κρίσεις συνέβαιναν πάντα και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν.

Η πλέον σημαντική Οικονομική Κρίση μέχρι την τελευταία του 2007 ήταν αυτή του Φθινοπώρου του 1929, η οποία έμεινε γνωστή ως το «Μεγάλο Κράχ του 1929» ή BLACK TUESDAY (Μαύρη Τρίτη). Για το «Μεγάλο Κράχ του 1929» έχουν γραφτεί πολλά και θα συνεχίσουν να γράφονται κι άλλα. Άλλωστε η εκδήλωση του αποτέλεσε το πιο ισχυρό πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σοκ σε μια κοινωνία η οποία θεωρούσε ότι ζούσε μέσα στην ευμάρεια. Μια ευμάρεια που θα συνεχιζόταν εσαεί.

Ένα από τα πλέον σημαντικά βιβλία για την περίοδο εκείνη είναι το ομώνυμο («Το Μεγάλο Κράχ του 1929») του Τζον Κένεθ Γκαλμπραίηθ. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1954 για ν’ ακολουθήσουν οι εκδόσεις του 1955, 1961, 1972, 1979, 1988 και 1997. Παρά το γεγονός ότι ο Γκαλμπραίηθ δεν καταλήγει σε κάποιο οριστικό συμπέρασμα για την ύπαρξη μιας και μοναδικής αιτίας για την κατάρρευση της τιμής των μετοχών, ωστόσο σκιαγραφεί και αναλύει πολλές ανησυχητικά επίκαιρες οικονομικές παραμέτρους. Για τον Γκαλμπραίηθ δεν έχει νόημα ν’ αποδοθεί το «Κράχ» σε μια και μόνη αιτία καθώς στην πραγματικότητα φαίνεται πως μια σειρά από αιτίες, πρακτικές, συμπεριφορές οδήγησαν στο τελικό αποτέλεσμα. Το ανησυχητικά επίκαιρο είναι πως οι ίδιες αιτίες, πρακτικές, συμπεριφορές επαναλήφθηκαν το 2007 ως κακόγουστη φάρσα. Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως πίσω από αυτές τις αιτίες, πρακτικές και συμπεριφορές βρίσκεται μια αντικοινωνική και εγωιστική συμπεριφορά κάποιων «οικονομικών εγκληματιών».

Δεδομένου ότι μια αναπαραγωγή του βιβλίου είναι άσκοπη και κουραστική θα αναπαραχθούν μόνο κάποια τμήματα του από το τελευταίο του κεφάλαιο με τίτλο «Αίτια και Συνέπειες». Τα τμήματα αυτά είναι τόσο ξεκάθαρα και γλαφυρά και έτσι δεν χρειάζονται ιδιαίτερο σχολιασμό.  

Πριν, όμως, πρέπει να έχουμε υπόψη κάποια σημεία που ο συγγραφέας διαπραγματεύεται σε προηγούμενα κεφάλαια:

  • Το μεν «Κράχ» εκδηλώθηκε τον Οκτώβριο, ωστόσο ήδη από τον Ιούνιο η Αμερικάνικη Οικονομία είχε εισέλθει σε υφεσιακή τροχιά. Στις στατιστικές για εκείνον τον μήνα και μετά παρατηρείται κάμψη βασικών οικονομικών δεικτών όπως π.χ. της «Βιομηχανικής Παραγωγής». Η οικονομική αυτή κάμψη δεν είχε ακόμη εκτιμηθεί ως τέτοια, οπότε ΔΕΝ προκάλεσε το «Κράχ» του Χρηματιστηρίου.
  • Το 1928 και το 1929 ως την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης οι τιμές των μετοχών (και άρα η άνοδος τους) είχαν υπάρξει αντικείμενο έντονης κερδοσκοπίας (διάβαζε «αισχροκέρδειας»).

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Γκαλμπραίηθ σημειώνει ότι η κερδοσκοπία ΔΕΝ εκδηλώθηκε μόνο επειδή τα επιτόκια δανεισμού (δηλαδή, η προσφορά χρήματος) ήταν χαμηλά (φθηνή). Επικαλείται γι’ αυτό και άλλες περιόδους στις οποίες ίσχυε αυτό, αλλά που δεν πυροδότησαν κερδοσκοπία στο Χρηματιστήριο. Ο Γκαλμπραίηθ θεωρεί πως πολύ περισσότερο προκάλεσε την εκδήλωση της κερδοσκοπίας η πίστη του κόσμου στις δηλώσεις πολιτικών, οικονομικών και επιχειρηματικών παραγόντων για την «θεμελιακά υγιή Αμερικάνικη Οικονομία». Σημειώνει συγκεκριμένα πως για να υπάρξει κερδοσκοπία στο Χρηματιστήριο πρέπει εκτός από το «φθηνό χρήμα» να υπάρχουν και «άφθονες αποταμιεύσεις» οι οποίες είναι το αποτέλεσμα «μιας σημαντικής περιόδου ευημερίας». Καθώς η κερδοσκοπία είναι αποτέλεσμα «μιας σημαντικής περιόδου ευημερίας» αυτό σημαίνει πως πολύ περισσότερο από τις Κρατικές Στατιστικές πυροδοτείται από την προσδοκία της συνέχισης επ’ αόριστο της οικονομικής άνθησης. Τελικά, τόσο η «οικονομική άνθηση» όσο και η κερδοσκοπία (αισχροκέρδεια) στο Χρηματιστήριο τροφοδοτούνται από την ατομική και στη συνέχεια την μαζική ψυχολογία.

Ο Γκαλμπραίηθ δεν ακολουθεί την πεπατημένη όσον αφορά την σχέση μεταξύ του «Κράχ» και της Οικονομικής Ύφεσης που έχοντας ήδη ξεκινήσει από τον Ιούνη κορυφώθηκε τους επόμενους μήνες και διήρκεσε τουλάχιστον ως το 1932. Έτσι μας προσφέρει την ανάλυση 5 αδυναμιών της Αμερικάνικης Οικονομίας οι οποίες δυστυχώς παραμένουν ανησυχητικά επίκαιρες. Οι αδυναμίες αυτές είναι κατά σειρά εξέτασης οι:

  • Η άνιση κατανομή του εισοδήματος.
  • Η κακή δομή των εταιρειών.
  • Η κακή δομή των τραπεζών.
  • Η αμφίβολη κατάσταση του Ισοζυγίου Εξωτερικών Πληρωμών.
  • Η κακή κατάσταση των οικονομικών πληροφοριών.

Άνιση κατανομή του εισοδήματος.

Παρά τα σχετικά ανεπαρκή στοιχεία είναι εντούτοις σίγουρο πως το 1929 το 5% των υψηλότερων εισοδημάτων κατείχε το 1/3 του συνόλου των προσωπικών εισοδημάτων. Το ποσοστό του προσωπικού εισοδήματος που προερχόταν από τόκους, μερίσματα και προσόδους (ενοίκια) ήταν σχεδόν διπλάσιο από εκείνο που εισπραττόταν τα χρόνια μετά τον Β’ Π.Π.

Έτσι η Αμερικάνικη Οικονομία προκειμένου να παραμένει ανθηρή είχε ανάγκη οι πλούσιοι είτε να επενδύουν σε παραγωγικές δραστηριότητες μεγάλα ποσά, είτε να ξοδεύουν πολλά σε αγαθά πολυτελείας (για την παραγωγή των οποίων κάποιοι εργάζονται) είτε και τα δύο. Ωστόσο, τόσο οι επενδύσεις όσο και οι καταναλωτικές δαπάνες για είδη πολυτελείας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις διακυμάνσεις επιτοκίων και την μεγάλη άνοδο ή πτώση του Χρηματιστηρίου. Επιπλέον όπως είναι προφανές μόλις άρχισε να ξεφουσκώνει η κερδοσκοπία στο Χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης οι πλούσιοι έγιναν περισσότερο επιφυλακτικοί και άρα φειδωλοί τόσο στις επενδύσεις τους όσο και στην κατανάλωση πολυτελών αγαθών.

Η κακή δομή των εταιρειών.

Το ζήτημα της κακής δομής των εταιρειών χρειάζεται λίγο περισσότερο σχολιασμό γι’ αυτό και θα επανέλθω αργότερα. Ο Γκαλμπραίηθ σημειώνει ότι την δεκαετία του 1920 η Αμερικάνικη επιχείρηση είχε ανοίξει την αγκαλιά της σε πλήθος μεσαζόντων, δωροδοκούντων, απατεώνων, αγυρτών και τσαρλατάνων. Η δράση όλων αυτών οδήγησε σε πλήθος εταιρικών καταχρήσεων και κλοπών, οι οποίες με τη σειρά τους οδήγησαν σε χρεοκοπίες.

Ωστόσο, αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Όπως έχουμε αναφέρει σε παλαιότερο κείμενο ήδη την δεκαετία του 1920 χρονολογείται η εμφάνιση του προβλήματος της «Δημοκρατίας των Μετόχων». Με τον όρο αυτό εννοούμε την αυτονόμηση εντός της εταιρίας των υψηλόβαθμων διευθυντικών στελεχών, τα οποία ενώ θεωρητικά δουλεύουν για τους μετόχους που μέσω των Γ.Σ. τα διορίζουν. Τα διευθυντικά στελέχη δουλεύουν στην ουσία για τους εαυτούς τους έχοντας ως πρωταρχικό τους καθήκον την μεγιστοποίηση της δικής τους επιρροής και των αποδοχών τους σε βάρος των συμφερόντων τόσο των μετόχων όσο και της εταιρίας. Έγινε προσπάθεια να λυθεί μέσω της Εταιρικής Διακυβέρνησης με αμφιλεγόμενα στην καλύτερη περίπτωση αποτελέσματα.

Η κακή δομή των τραπεζών.      

Ο Γκαλμπραίηθ σημειώνει πως ενώ οι τραπεζίτες το 1929 δεν ήταν περισσότερο ανόητοι απ’ ότι αργότερα, υπήρχε ωστόσο μια εγγενής αδυναμία που με τις «σωστές» συνθήκες ήταν αρκετή για να προκαλέσει στον τραπεζικό κλάδο μεγάλα προβλήματα. Η αδυναμία ήταν η ύπαρξη μεγάλου πλήθους ανεξάρτητων μεταξύ τους τοπικών τραπεζών (δηλαδή τραπεζών που είχαν ανεξάρτητη μεταξύ τους ιδιοκτησία). Επιπλέον εκείνο τον καιρό ΔΕΝ υπήρχε στις Η.Π.Α. σύστημα ασφάλισης των καταθέσεων.

Έτσι η χρεοκοπία μιας τράπεζας οδηγούσε στην δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των υπολοίπων ενώ οι καταθέτες των υπολοίπων τραπεζών θορυβούνταν και έτρεχαν να «σηκώσουν» τις καταθέσεις τους δημιουργώντας έτσι πρόβλημα ρευστότητας στις τράπεζες τους. Έτσι μπορούσε εύκολα να δημιουργηθεί ένα ντόμινο χρεοκοπιών αποσταθεροποιώντας την Αμερικάνικη Οικονομία. Όταν το 1929 ως αποτέλεσμα της Ύφεσης που ακολούθησε τα εισοδήματα, η απασχόληση και οι αξίες έπεσαν οι τραπεζικές χρεοκοπίες έγιναν επιδημία.

Η αμφίβολη κατάσταση του Ισοζυγίου Εξωτερικών Πληρωμών.

Μετά τον Α’ Π.Π. και εξαιτίας του οι Η.Π.Α. μεταβλήθηκαν από Χρεώστες σε Πιστωτές των υπολοίπων κρατών. Αντί να δανείζονται από τον υπόλοιπο κόσμο, τον δάνειζαν. Επειδή οι υπόλοιπες χώρες δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα δάνεια τους με λεφτά και επειδή εξαιτίας του πολέμου η παραγωγική τους δυνατότητα είχε πληγεί εισήγαγαν πλήθος εμπορευμάτων από τις Η.Π.Α. Έτσι δημιουργήθηκε ένα πλεονασματικό Εμπορικό Ισοζύγιο, το οποίο μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα μεγάλο αλλά στην πορεία δημιουργούσε αντίστοιχο πρόβλημα στις Ευρωπαϊκές χώρες που τα εισήγαγαν και οι οποίες έπρεπε να καλύψουν καθεμιά τους το έλλειμμα του Εμπορικού Ισοζυγίου τους. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1920 οι Ευρωπαϊκές χώρες κάλυπταν τις υποχρεώσεις τους προς τις Η.Π.Α. με πληρωμές είτε σε χρυσό είτε με μετρητά από νέα δάνεια που έπαιρναν απ’ αυτές.

Επιπλέον πολλά από τα δάνεια δόθηκαν σε κυβερνήσεις (δηλαδή, Αρχηγούς Κρατών) οι οποίοι τα κατασπατάλησαν σε προσωπικά τους έξοδα. Δεν πρέπει διόλου να υποτιμάται το γεγονός ότι οι τράπεζες που έδιναν αυτά τα δάνεια δωροδοκούσαν αυτούς που δάνειζαν προκειμένου να δανειστούν απ’ αυτές και όχι από άλλες τράπεζες. Σε πολλές περιπτώσεις (αν όχι σ’ όλες) οι εκτιμήσεις των τραπεζιτών για την δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων ήταν αν όχι απαισιόδοξες, τουλάχιστον αμφιλεγόμενες.     

Τελικά, η πληρωμή στις Η.Π.Α. των δανείων με χρυσό και μετρητά από νέα δάνεια δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Οι χώρες που χρωστούσαν στις Η.Π.Α. είχαν τρείς επιλογές:

  • είτε ν’ αυξήσουν τις εξαγωγές τους στις Η.Π.Α.,
  • είτε να μειώσουν τις εισαγωγές,
  • είτε να δηλώσουν «αδυναμία πληρωμής».

Η Κυβέρνηση Χούβερ αυξάνοντας απότομα τους εισαγωγικούς δασμούς κατέστησε την πρώτη επιλογή αδύνατη. Έτσι οι δανειζόμενες από τις Η.Π.Α. μείωσαν τις εισαγωγές απ’ αυτές. Η πτώση μπορεί σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της Οικονομίας των Η.Π.Α. να μην ήταν μεγάλη, ήταν ωστόσο σημαντική επειδή έπληξε ιδιαίτερα τους αγρότες.

Η κακή κατάσταση των οικονομικών πληροφοριών.

Μετά το «Κράχ» και την Ύφεση οι οικονομικοί σύμβουλοι της Αμερικάνικης Κυβέρνησης όντας δέσμιοι των κακών και επώδυνων αναμνήσεων από τις οικονομικές κρίσεις του παρελθόντος έδωσαν τις «λάθος» συμβουλές για την αντιμετώπιση της κατάστασης που είχε τότε δημιουργηθεί. Οι δύο «λάθος» συμβουλές αφορούσαν τόσο την διατήρηση του «Κανόνα του Χρυσού» (δηλαδή, την κάλυψη του νομίσματος που κυκλοφορούσε από χρυσό) όσο και «στενή» δημοσιονομική πολιτική προκειμένου να παραμείνει χαμηλά ο πληθωρισμός.

Έτσι η προσφορά χρήματος (δάνεια) ως αποτέλεσμα της Ύφεσης παρέμενε ακριβή. Χωρίς όμως «φθηνό χρήμα» και συνεπώς άνοδο του πληθωρισμού ΔΕΝ μπορούσε ν’ αυξηθεί η απασχόληση και άρα να μειωθεί η ανεργία οδηγώντας την οικονομία σ’ έξοδο από την Ύφεση και σε μεγέθυνση. Όσο οι Η.Π.Α. ακολουθούσαν τον «Χρυσό Κανόνα» ΔΕΝ μπορούσαν να προχωρήσουν σε υποτίμηση του Δολλαρίου δίνοντας ώθηση στις εξαγωγές τους.

Ο Πρόεδρος Χούβερ το πρώτο διάστημα μετά την είσοδο σε Ύφεση προχώρησε στην μείωση του Φόρου Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων προκειμένου έτσι ν’ αυξηθεί το προς κατανάλωση εισόδημα. Ωστόσο, η μείωση μόνο για τα υψηλά εισοδήματα ήταν σημαντική (μιας και ο Φ.Ε.Φ.Π. δεν ήταν για τα χαμηλά και μέσα εισοδήματα μεγάλος). Το άλλο που έκανε ο Πρόεδρος Χούβερ ήταν να προχωρήσει σε «συμφωνίες κυρίων» με τους επιχειρηματίες ζητώντας τους να συνεχίσουν τις επενδύσεις κεφαλαίων και να κρατήσουν σταθερούς τους μισθούς. Από την πλευρά τους οι επιχειρηματίες θεώρησαν ότι δεσμεύονται έναντι του Προέδρου για τόσο χρονικό διάστημα όσο από οικονομική άποψη τους συνέφερε.

Αν και η Αμερικάνικη Οικονομία είχε όπως σημειώθηκε παραπάνω από τον Ιούνη μπει σε υφεσιακή τροχιά το «Κράχ» του Χρηματιστηρίου της Ν. Υόρκης την ενίσχυσε περαιτέρω. Να πως:

  • Η πτώση των αξιών στο Χρηματιστήριο έπληξε τους πλούσιους των οποίων μειώθηκε το εισόδημα από μετοχές και μερίσματα («κινητές αξίες») επηρεάζοντας τις επενδύσεις και τις καταναλωτικές δαπάνες τους.
  • Εκτός από τους πλούσιους η πτώση των αξιών εξανέμισε τις οικονομίες των νοικοκυριών που έπαιξαν σ’ αυτό μειώνοντας ή εκμηδενίζοντας την δυνατότητα τους να καταναλώνουν.
  • Εξαιτίας του «Κράχ» κατέρρευσε η «επενδυτική πυραμίδα» (για την οποία θα γίνει λόγος αμέσως μετά) εξαιτίας της οποίας υπήρξε η χρηματιστηριακή κερδοσκοπική άνοδος. Η κατάρρευση αυτής της «επενδυτικής πυραμίδας» (η οποία ενίσχυσε την Ύφεση) ξεκίνησε όταν εμπορικές και βιομηχανικές εταιρείες μείωσαν την δραστηριότητα τους. αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι «εταιρείες συμμετοχών» (holding) και «επενδύσεων» που κατείχαν μετοχές τους να καταρρεύσουν κι αυτές με αποτέλεσμα την καταστροφή τόσο της δυνατότητας δανεισμού όσο και την προθυμία χορήγησης δανείων για επενδύσεις. Όλα τα προηγούμενα οδήγησαν σε μεγαλύτερη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και απολύσεις.
  • Όσο το Χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης ανέβαινε τόσο αυξάνονταν η ροή χρυσού από την Ευρώπη στις Η.Π.Α. με τον οποίο αγοράζονταν μετοχές. Μετά το «Κράχ» αυτή η ροή σταμάτησε με αποτέλεσμα να πληγούν σε μεγάλο βαθμό οι Αμερικάνικες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων (σιτηρών, βαμβακιού και καπνού). Μέσω του σταματήματος της ροής χρυσού (που αποτελούσε στην ουσία δανεισμό των Η.Π.Α.) και της συνακόλουθης μείωσης των εξαγωγών προς την Ευρώπη ισοσκελίστηκαν απότομα (άρα βίαια) τόσο τα Εμπορικά Ισοζύγια όσο και το Ισοζύγιο Εξωτερικών Πληρωμών.

Μετά την εκδήλωση του «Μεγάλου Κράχ του 1929» έγινε κατανοητό ότι η Αμερικάνικη Οικονομία ΔΕΝ ήταν τόσο «θεμελιακά υγιής» όσο ήθελαν να την παρουσιάζουν όλοι οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες της χώρας. Γιατί αν ήταν ΔΕΝ θα κατέρρεε τόσο γρήγορα και εμφατικά. Βέβαια, ο ίδιος ο Γκαλμπραίηθ αντιμετωπίζει τις δηλώσεις και τις διαβεβαιώσεις περί της «θεμελιακά υγιούς» Αμερικάνικης Οικονομίας σαν ένα είδος ιεροτελεστίας στην οποία επιφανή πρόσωπα επαναλαμβάνουν το ίδιο ξόρκι προκειμένου «να ξορκίσουν το κακό».

Μέχρι εδώ πρέπει να έχουν γίνει κατανοητές οι ομοιότητες του 1929 με την πρόσφατη Οικονομική Κρίση του 2007. Και τότε όπως και τώρα μια μεγάλη οικονομικά χώρα διέθετε μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα, το οποίο και δεν ήθελε να μειώσει. Και τότε και τώρα η κατάσταση των εταιρειών και των τραπεζών ήταν κακή και αδιαφανής ως προς τη λειτουργία της. Και τότε και τώρα οι οικονομικές πληροφορίες ήταν της ίδιας ποιότητας τόσο όσο αφορά τις προτάσεις των «ειδικών» όσο και αυτές που περιέχονταν στις Οικονομικές Καταστάσεις των εταιρειών. Και τότε και τώρα η κατανομή του εισοδήματος ήταν άνιση και άρα άδικη.

Δυστυχώς, όμως, ΔΕΝ σταματάνε εδώ οι ομοιότητες. Υπάρχει ακόμη μια ανατριχιαστική ομοιότητα που αφορά τα «επενδυτικά σχήματα» και τα «επενδυτικά εργαλεία» τόσο του τότε όσο και του σήμερα. Αυτή η ομοιότητα αποτελεί απόδειξη ότι για τους αετονύχιδες του χρηματιστηρίου και των τραπεζικών παραγώγων η συνταγή παραμένει η ίδια. Ίσως, τελικά, να είναι οι μόνοι που έχουν διαβάσει το μάθημα τους όσο αφορά την Οικονομική Ιστορία.

Τότε ιδρύθηκαν όλες οι πασίγνωστες σήμερα «επενδυτικές εταιρείες» όπως η GOLDMAN SACHS κι η J.P. MORGAN. Τότε ένα «τυπικό κερδοσκοπικό επενδυτικό σχήμα» είχε ως εξής:

  • Η μητρική GOLDMANSACHSχώριζε το Μ.Κ. της στα τρία και πουλούσε στους επενδυτές κοινές και προνομιούχες μετοχές της όπως επίσης και εταιρικά ομόλογα. Τα εταιρικά ομόλογα παρείχαν στους επενδυτές ασφάλεια μέσω της συγκεκριμένης απόδοσης που είχαν. Στη λήξη τους οι επενδυτές θα έπαιρναν ένα από πριν γνωστό ποσό. Οι «προνομιούχες» μετοχές είχαν κι αυτές συγκεκριμένα οικονομικά προνόμια και γι’ αυτό δεν συνοδεύονταν από δικαίωμα ψήφου στις Γ.Σ. Έτσι έμεναν οι «κοινές» με δικαίωμα ψήφου μετοχές οι οποίες και διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο. Αυτές τις «κοινές» αγόραζε η μεγάλη πλειοψηφία όσων ήλπιζαν σε σύντομο χρονικό διάστημα να γίνουν πλούσιοι. Σκοπός της εταιρείας ήταν με τα λεφτά των ιδρυτών και των επενδυτών ν’ αποκτήσει μετοχές άλλων επιλεγμένων εταιρειών κερδοσκοπώντας από την άνοδο τους.
  • Πριν οι μετοχές πουληθούν στο κοινό οι ιδρυτές πουλούσαν αναμεταξύ τους μεγάλα πακέτα ανεβάζοντας έτσι την τιμή διάθεσης τους στο κοινό σε σχέση με την ονομαστική. Έτσι «παντελόνιαζαν» αρκετά λεφτά αφού η άνοδος της τιμής των μετοχών υπέκρυπτε την «δυναμική» της διευκολύνοντας τους να πουλήσουν όταν αυτοί το έκριναν σκόπιμο.
  • Είτε πριν την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο είτε μετά μια «επενδυτική εταιρεία» ή μια «εταιρεία συμμετοχών» δημιουργούσε μια θυγατρική (ή και περισσότερες) μέρος των μετοχών τους της ανήκε. Με τη σειρά της η θυγατρική θα επένδυε τα λεφτά που θα συγκέντρωνε μέσω της πώλησης μετοχών (κοινών και προνομιούχων) και εταιρικών ομολόγων σε εμπορικές και βιομηχανικές εταιρείες του χρηματιστηρίου. Η αξία των μετοχών των θυγατρικών που κατείχε η μητρική εμφανιζόταν στα βιβλία της ως περιουσία της («Ενεργητικό»).

Με την «πυραμίδα» αυτή (η οποία σε πολλές περιπτώσεις είχε πολλά επίπεδα ακόμη) μια άνοδος 50% της αξίας των μετοχών (που τότε ήταν ο κανόνας) πολλαπλασίαζε εκθετικά τα κέρδη της μητρικής (καθώς η αξία της θυγατρικής που επένδυε στις εισηγμένες ανέβαινε συνεχώς). Όλη αυτή η διαδικασία ονομάστηκε «κεφαλαιακή δοσοληψία». Είναι προφανές πως όσο ανέβαιναν οι τιμές τόσο οι ιδρυτές θησαύριζαν. Όταν οι τιμές πήραν την κατιούσα η «πυραμίδα» λειτούργησε ανάποδα. Όταν τα πράγματα άρχισαν να ζορίζουν οι διευθυντές των εταιρειών αυτών χρησιμοποιούσαν τα μερίσματα που εισέπρατταν για να πληρώσουν τα εταιρικά ομόλογα με αποτέλεσμα να περικόπτονται οι «παραγωγικές επενδύσεις» κάτι που σήμαινε περαιτέρω μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης. Ακόμη κι έτσι οι πλέον γνωστές «επενδυτικές εταιρείες» μόλις που διασώθηκαν την εποχή εκείνη. Δυστυχώς, όμως, διέσωσαν και τον ληστρικό «επενδυτικό τρόπο» τους κάνοντας για άλλη μια φορά τα ίδια.

Και τότε και τώρα τον «λογαριασμό» πλήρωσε το σύνολο της Κοινωνίας και ειδικά τα «μεσαία» και «κατώτερα» στρώματα. Αυτός, όμως, ο «λογαριασμός» είναι διπλά επώδυνος για την Οικονομία κάθε χώρας. Δεν είναι μόνο η απώλεια των εισοδημάτων και άρα της αγοραστικής δύναμης των πολιτών▪ είναι επίσης και τα «αμυντικά αντανακλαστικά» που παραμένουν για πολύ καιρό μετά και τα οποία λειτουργούν αποτρεπτικά για την Κοινωνία δημιουργώντας στην αρχή και συντηρώντας στη συνέχεια κλίμα καχυποψίας.

Αυτό το κλίμα ασκεί πίεση για περισσότερη και καλύτερη ρύθμιση των Οικονομικών Θεσμών άρα και της Οικονομικής Δραστηριότητας συνολικά. Μετά από το «Κράχ» και την Ύφεση μια σειρά από θεσμούς ιδρύθηκαν στις Η.Π.Α. όπως π.χ. η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο Γκαλμπραίηθ μιλά στο βιβλίο του για απορρύθμιση του τραπεζικού και του ελεγκτικού συστήματος. Θεωρούσε ότι όσα έγιναν μετά την τραυματική αυτή εμπειρία θα ήταν αρκετά για να μην επαναληφθεί μια ανάλογη καταστροφή. Από την άλλη σημείωνε πως κάθε ελεγκτικός μηχανισμός παύει μετά από 10-20 χρόνια να λειτουργεί ικανοποιητικά ανταποκρινόμενος πλήρως στις προσδοκίες των ιδρυτών του. Τελικά, όπως γνωρίζουμε σήμερα η αισιοδοξία του ΔΕΝ δικαιώθηκε. Η συνεχής μέχρι σήμερα αυτονόμηση του τραπεζικού συστήματος και η επί της ουσίας αδιαφανής λειτουργία όλων των επιχειρήσεων που ασχολούνται με οποιοδήποτε τρόπο με τραπεζικού τύπου εργασίες και τα παράγωγα του όξυνε την κατάσταση οδηγώντας σε χειρότερα αντί σε καλύτερα αποτελέσματα.

Ανεξάρτητα απ’ όσα εκτέθηκαν παραπάνω σε σχέση με το «πως» και το «γιατί» του «Μεγάλου Κράχ του 1929» και της «Μεγάλης Ύφεσης» ΔΕΝ πρέπει να λησμονούμε ούτε και να υποτιμούμε έστω και για μιά στιγμή τη σημασία της ψυχολογίας τόσο της ατομικής όσο και «των μαζών» εξαιτίας των οποίων μπήκε στην άκρη η «ψυχρή λογική» (που υποτίθεται ότι χρησιμοποιείται στην Οικονομία). Της ψυχολογίας που διαμορφώνουν και φυσικά εκμεταλλεύονται πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες για τα παιχνίδια τους. Όσο το έχουμε αυτό υπόψη τόσο περισσότερο γίνεται φανερή η αδυναμία (σκόπιμη;) των «οικονομικά σοφών» να προβλέψουν με ακρίβεια (και συνεπώς να προετοιμάσουν την Οικονομία κατάλληλα) κρίσεις και υφέσεις. Αν θα μπορούσαμε όλοι μας να το έχουμε αυτό υπόψη θα ήταν δυνατόν διατηρώντας την ψυχραιμία μας και επιδεικνύοντας μια μέτρια πειθαρχία να μειώσουμε όσο γίνεται την ζημιά μας από τέτοια συμβάντα. Συμβάντα που είναι σύμφυτα της Οικονομικής Δραστηριότητας και γι’ αυτό επαναλαμβάνονται κάθε τόσο.

Αντί επιλόγου σας αφιερώνουμε μια παντοτινά επίκαιρη (ειδικά στην Οικονομία) ατάκα του Μάρκ Τουέιν:

«Μην εγκαταλείπετε τις αυταπάτες σας. Όταν χάνονται, μπορεί να υπάρχετε ακόμη, αλλά παύετε να ζείτε.»

03 Νοέμβρη 2018
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 29 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΕΝ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ (ΠΩΣ ΤΟ 2007 ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΗΚΕ ΩΣ ΦΑΡΣΑ ΤΟ ΚΡΑΧ ΤΟΥ 1929).