Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ» ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΑΝΤΕΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ» ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΑΝΤΕΣ.

Για τους «κλασικούς οικονομολόγους» το Κράτος ως μηχανισμός είναι (ή πρέπει) «ουδέτερος» στις συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των Τάξεων που το αποτελούν. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μένει απαθές στις συγκρούσεις τους. Κάθε άλλο. Η επέμβαση του στις περιπτώσεις αυτές είναι μέσω των δυνάμεων καταστολής και προφανώς είναι βίαιη. Στην πορεία της εξέλιξης του Έθνους-Κράτους εξ’ αιτίας του υψηλού κοινωνικού (αλλά και οικονομικού) κόστους της καταστολής προτιμήθηκε η σε τακτά χρονικά διαστήματα τακτική της αναδιανομής μέρους του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος στα μεσαία και κατώτερα στρώματα με εισοδηματικά κριτήρια, έτσι ώστε να οξύνονται οι εντάσεις και ν’ αποφεύγονται οι συγκρούσεις. Για τον Μάρξ και τους επιγόνους του ήταν ξεκάθαρο πως το Κράτος ήταν ένα απολύτως ταξικό όργανο και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε να είναι «ουδέτερο».

Με τον όρο «Κράτος» νοείται ένας πάγιος και δύσκολα αναδιατασσόμενος μηχανισμός ο οποίος μέσω της θεσμοποιημένης γραφειοκρατικής διαδικασίας ελέγχει, θέτει εμπόδια, προγραμματίζει την οικονομική δραστηριότητα, μα πάνω απ’ όλα επιβιώνει από αυτή. Προφανώς ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την εκάστοτε κυβέρνηση, την οποία αφ’ ενός έχει ανάγκη σε μεγάλο βαθμό και αφ’ ετέρου την ποδηγετεί προς όφελος του επιδιώκοντας την αέναη αναπαραγωγή του. Αυτό συμβαίνει επειδή οι υπάλληλοι που στελεχώνουν το Κράτος είναι ταυτόχρονα πολίτες-υπήκοοι του Έθνους-Κράτους, πράγμα που σημαίνει ότι είναι και ψηφοφόροι του. Κράτη υπάρχουν από την απαρχή των μόνιμων εγκαταστάσεων αφού ο συντονισμός και η παρακολούθηση (φορολόγηση) του προϊόντος από τον καταμερισμό της εργασίας δεν μπορούσε να γίνει χωρίς κάποιου είδους γραφειοκρατία και διοίκηση. Είναι προφανές πως οι γραφειοκράτες στα υψηλότερα και πλέον σημαντικά πόστα αποκτούν μεγάλη δύναμη (μεγαλύτερη και απ’ αυτή της εκάστοτε κυβέρνησης, η οποία συν τοις άλλοις χρεώνεται την λαϊκή δυσαρέσκεια). Επιπλέον, όσο «μεταρρυθμιστική» και αν είναι μια κυβέρνηση υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να πέσει στην παγίδα να μην αλλάξει τίποτα εφ’ όσον μέχρι να μάθει τα κατατόπια συνεχίσει να λειτουργεί όπως οι προηγούμενη (και οι προηγούμενες πριν απ’ αυτή) και «βολευτεί» στην κατάσταση αυτή.

Το Κράτος -λοιπόν- επεμβαίνει όχι μόνο κατασταλτικά στις κοινωνικές-ταξικές συγκρούσεις, αλλά και προκαταβολικά προσπαθεί να τις αποτρέψει μέσω της αναδιανομής μέρους του Α.Ε.Π. και της παροχής επιδομάτων στα χαμηλά εισοδήματα. Προφανώς, και οι δύο τρόποι παρέμβασης είναι άμεσοι. Το κακό και με τους δύο είναι ότι δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα της «σύγκλισης εισοδημάτων» μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, η «επιδοματική πολιτική» δημιουργεί μια οικονομική παθητικότητα στους δικαιούχους από την οποία δύσκολα ξεφεύγουν έχοντας εναποθέσει την επιβίωση τους στα επιδόματα αυτά. Αυτό είναι λογικό να ισχύει για όσους έχουν συμπληρώσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του (πάνω από τα 31). Οι υπόλοιποι εάν δεν εργάζονται ελπίζουν σε προγράμματα κατάρτισης (και επανακατάρτισης) και την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Οι οποίες νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν είτε από τον ίδιο τον Ιδιωτικό Τομέα είτε από την σύμπραξη του με το Κράτος μέσω της επιδότησης τους απ’ αυτό. Η επιδότηση των θέσεων εργασίας από το Κράτος στον Ιδιωτικό Τομέα γίνεται είτε άμεσα (με επιδοτούμενα προγράμματα) είτε έμμεσα (με την εκτέλεση Δημόσιων Έργων και την κυβερνητική πολιτική στους διάφορους τομείς). Με τον έμμεσο τρόπο το Κράτος (δηλαδή, η εκάστοτε κυβέρνηση) αναλαμβάνει το κόστος τόσο για την κατασκευή εγκαταστάσεων όσο και για την αναδιάρθρωση της «κοινωνικής προστασίας», της εκπαίδευσης, της «Δημόσιας Διοίκησης» κ.ο.κ. με στόχο την «διευκόλυνση της οικονομικής δραστηριότητας». Το κόστος της έμμεσης επιδότησης μετακυλίεται στους φορολογούμενους (οι οποίοι και υποτίθεται ότι ωφελούνται)  μέσω της αύξησης της φορολογίας.

Σε επίπεδο υποδομών οι εγκαταστάσεις πάνε χέρι-χέρι με το δίκτυο των μετακινήσεων-μεταφορών. Επιπλέον αυτών για να υπάρξουν καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας θα πρέπει η εκπαίδευση να παράγει εργαζόμενους με υψηλό επίπεδο κατάρτισης σε ειδικότητες με οικονομικό ενδιαφέρον. Τέτοιες ειδικότητες είναι αυτές που παράγουν οι «τεχνικές» και «πολυτεχνικές» σχολές ασχέτως αν προσδιορίζονται ως Α.Ε.Ι. (ο διαχωρισμός σε Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. προκάλεσε σύγχυση και απαξίωση όσον αφορά την οικονομική σημασία πολλών ειδικοτήτων). Τέλος, και αφού έχουν γίνει τα προηγούμενα το Κράτος οφείλει να αξιοποιήσει όλες τις διαθέσιμες τεχνολογίες προκειμένου ο έλεγχος των συναλλαγών και η αλληλεπίδραση των φορολογουμένων (Φυσικών & Νομικών Προσώπων) μ’ αυτό να γίνεται σύντομα και με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Η απελθούσα Κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πανηγύριζε γιατί υποτίθεται ότι είχε απορροφήσει τα περισσότερα από κάθε άλλη κεφάλαια από το «πακέτο Γιούνγκερ» και ένοιωθε (δικαίως) περήφανη γι’ αυτό. Ωστόσο, φαίνεται ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο ρόδινα όσο ο Αλέξης Τσίπρας θα ήθελε να είναι. Όπως διαβάζουμε (βλέπε εδώ) ο Ευρωπαίος Επίτροπος υπεύθυνος για την Διεύρυνση Γιοχάνες Χαν απέστειλε για δεύτερη φορά φέτος (η πρώτη τον Φλεβάρη 2019) επιστολή στην νέα πλέον Κυβέρνηση της Ν.Δ. με την οποία προειδοποιεί για τον κίνδυνο απώλειας κονδυλίων ύψους 2 δις Ευρώ.

Ειδικότερα, στην επιστολή του ο Γιοχάνες Χαν κάνει αναφορά σε:

  • Καθυστερήσεις στην υλοποίηση προγραμμάτων.
  • Λανθασμένη διαχείριση των αστικών απορριμμάτων.
  • Αποτυχία υλοποίησης έργων για την ψηφιακή μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης.
  • Στις μεταφορές των εμπορευμάτων (logistics).
  • Στις δυσλειτουργίες που προκύπτουν από τις μεγάλες εκπτώσεις που δίνουν οι κατασκευαστές Δημοσίων Έργων.

Με δεδομένο ότι μέσω των «προγραμμάτων» η Ε.Ε. προσπαθεί να βοηθήσει στην «σύγκλιση» μεταξύ των οικονομιών των χωρών-μελών της είναι απολύτως απαράδεκτα τα τέσσερα πρώτα σημεία της επιστολής του Επιτρόπου. Ειδικά το ζήτημα των αστικών απορριμμάτων αποτέλεσε για την προηγούμενη κυβέρνηση (η οποία υποτίθεται ότι είχε άλλο σχέδιο από εκείνο που είχε ξεκινήσει κατά τόπους να εφαρμόζεται) «ανοιχτή πληγή» καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της. Ακόμα χειρότερα η αποτυχία της προωθήσει έργα χρηματοδοτούμενα από την Ε.Ε. στις μεταφορές εμπορευμάτων δεν βοηθά στην αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας. Όχι τίποτα άλλο αλλά οι (γρήγορες και με μικρό κόστος) μεταφορές των εμπορευμάτων θα έπρεπε να είναι ένα από τα πλέον σημαντικά ζητήματα για μια χώρα με την θέση της Ελλάδας, η οποία έχει στο μεταξύ γίνει και πύλη της Ε.Ε. για τα προϊόντα της Κίνας.

Η συνεχής μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης είναι αυτοσκοπός για ένα σύγχρονο Κράτος, το οποίο οφείλει να μεταρρυθμίζει τους θεσμούς του με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνει την οικονομική δραστηριότητα χωρίς να δημιουργεί προβλήματα στην «κοινωνική συνοχή». Αυτό δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε καθόλου αυτονόητο. Γιατί αν ήταν, τότε όλα τα Κράτη θα έπρεπε να έχουν πάνω-κάτω το ίδιο επίπεδο κατά κεφαλήν εισοδήματος.

Είναι προφανές ότι καμία «μεταρρύθμιση» όσο λογική και να φαίνεται ΔΕΝ επιτυγχάνει αν είναι ξένη προς τα ήθη και τα έθιμα της Κοινωνίας στην οποία γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί. Η Ελληνική εμπειρία των «μνημονιακών χρόνων» αποδεικνύει του λόγου το αληθές, αφού κάθε «μεταρρύθμιση» του Δ.Ν.Τ. συναντούσε μεγαλύτερες ή μικρότερες αντιδράσεις καθώς δεν θεωρούνταν απ’ όλους «αυτονόητη».

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ» ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΑΝΤΕΣ.

Από τα διδάγματα της Ιστορίας προκύπτει σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου «Ο Πλούτος και η Φτώχεια των Εθνών» του Ντέιβιντ Λάντες ότι κάποια έθνη με συγκεκριμένες θρησκευτικές και κοινωνικές καταβολές ήταν (και συνεχίζουν να είναι) πιο επιτυχημένα από τ’ άλλα στην οικονομική δραστηριότητα. Ο Λάντες εξαρτά την οικονομική κατάσταση των Κρατών από την «κουλτούρα» τους, η οποία ήταν και είναι απόλυτα προσδιοριστική των θεσμών που αυτά δημιούργησαν▪ η λειτουργία των οποίων προεξόφλησε σε μεγάλο βαθμό την σημερινή τους θέση. Εκτός από την «κληρονομιά» της «εθνικής κουλτούρας» σημαντικό ρόλο σύμφωνα με τον Λάντες παίζει και η δυνατότητα (που δεν υπάρχει σ’ όλους τους λαούς) ν’ αντλούν διδάγματα από την οικονομική επιτυχία των άλλων.

Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι η οικονομική πρωτοκαθεδρία ενός έθνους για μια μεγάλη περίοδο ΔΕΝ προεξοφλεί ότι αυτό θα συνεχίσει εσαεί να βρίσκεται στην πρώτη θέση. Έτσι η Αγγλία του 18ου αιώνα χάνει σταδιακά την βιομηχανική πρωτοκαθεδρία από την Γερμανία, όταν η τελευταία αναδιαρθρώνει την εκπαίδευση της δίνοντας βάρος στην «τεχνική εκπαίδευση». Ως αποτέλεσμα φτάνει να παράγει άριστους χημικούς οι οποίοι με τις ανακαλύψεις τους στις βαφές της δίνουν δεσπόζουσα θέση στην βαφή υφασμάτων. Το ίδιο διάστημα η Αγγλία παραμελεί την «τεχνική εκπαίδευση» συνεχίζοντας λόγω της επιτυχίας της ν’ αποδίδει μεγάλη σημασία στον πειραματισμό στο εργαστήριο όχι κάποιων απόφοιτων σχολών, αλλά κάποιων ταλαντούχων που με την ευφυία και την υπομονή τους τους προηγούμενους αιώνες βελτίωναν και εφεύρισκαν (και το ανάποδο) συνεχώς νέες μηχανές, εξαρτήματα και τρόπους παραγωγής.

Και για τον Λάντες (όπως και για τον Βέμπερ) η σύντομη (και γι’ αυτό εκρηκτική) εκβιομηχάνιση της Γερμανίας ήταν αποτέλεσμα της θρησκευτικής αγωγής τους. Ο Προτεσταντισμός επεδίωκε να καθορίζει όλο το φάσμα της ζωής των πιστών μη αφήνοντας χώρο για οποιαδήποτε παρανόηση. Για τους προτεστάντες η οικονομική επιτυχία ήταν ένδειξη ότι ο πιστός ίσως ν’ ανήκε στους «εκλεκτούς» που είχαν προεπιλεγεί να «σωθούν» στη μετα-θάνατο ζωή. Ο πιστός προτεστάντης έπρεπε να ζει λιτά, να αποταμιεύει το πλεόνασμα που δημιουργούσε και να σκοπεύει με θρησκευτική ευλάβεια στο κέρδος.

Ωστόσο, όπως μας διδάσκει η Ιστορία της Οικονομίας το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με περισσότερους από έναν τρόπους. Την καλύτερη απομίμηση της Γερμανικής οικονομικής επιτυχίας την πέτυχε η Ιαπωνία. Στην περίπτωση της «Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου» η αναγκαία για το «οικονομικό θαύμα» προσαρμογή δεν ήταν από την αρχή διαθέσιμη. Ήταν το προϊόν αφ’ ενός της επαφής της με τους δυτικούς (Άγγλους, Πορτογάλους και Ολλανδούς) και αφ’ ετέρου της πολιτειακής αλλαγής που έμεινε γνωστή σαν «παλινόρθωση του Μέιτζι».

Η Ιαπωνία διέθετε ήδη από το 11ο αιώνα μια κεντρική Αρχή υπό τον Αυτοκράτορα. Ωστόσο, για περισσότερα από 250 χρόνια (268 για την ακρίβεια) οι στρατιωτικοί (σογκούν) είχαν καταλάβει την εξουσία παραμερίζοντας τον Αυτοκράτορα ο οποίος ελλείψει δύναμης να τους αντιταχθεί είχε περιοριστεί σε «διακοσμητικό» ρόλο. Καθώς, όμως, τυπικά συνέχιζε ν’ άρχει η παλινόρθωση του όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ήταν μια αναίμακτη διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση η «παλινόρθωση» δεν θα μπορούσε να είναι απλά μια επαναφορά στο παρελθόν (στο status qvo ante) κυρίως επειδή οι συνθήκες είχαν αλλάξει άρδην. Έτσι, συνοδεύτηκε από έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης του υπηκόου με τον Αυτοκράτορα του και το έθνος του▪ έναν επαναπροσδιορισμό ο οποίος είχε τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα με τον Προτεσταντισμό των Γερμανών.

Από δω και πέρα ο Ιάπωνας ήταν ατομικά υπεύθυνος τόσο για την επιτυχία όσο και την αποτυχία της χώρας του. Η υποταγή του προσωπικού συμφέροντος στο υπέρτερο εθνικό έγινε με τέτοιο απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο (χωρίς αντιστάσεις) τρόπο που για κάθε «δυτικό» είναι απλά ακατανόητος. Δεδομένης της υποταγής του ατόμου στο Έθνος-Κράτος (το οποίο προσωποποιούσε ο Αυτοκράτορας) το Κράτος ήταν αυτό που κατηύθυνε την επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω του σχεδιασμού του. Έτσι, το Κράτος στις αρχές του 20ου αιώνα επιδιώκοντας να εξαπλώσει την κυριαρχία του στην Κορέα, την Κίνα και γενικά στις όμορες χώρες έσπρωχνε τις Ιαπωνικές εταιρείες σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις (π.χ. στην κατασκευή φορτηγών) θέλοντας να είναι ανεξάρτητο από τις εισαγωγές. Αυτή η ίδια κρατική επέμβαση βρίσκεται στην βάση της οικονομικής επιτυχίας της Ιαπωνίας. Μιας οικονομικής επιτυχίας που βασίστηκε αποκλειστικά στην κουλτούρα της που επικράτησε μετά την «παλινόρθωση του Μέιτζι».

Τόσο η επιτυχία όσο και η αποτυχία γίνονται ευκολότερα κατανοητές μέσω των αντίστοιχων παραδειγμάτων. Στον αντίποδα της επιτυχίας της Γερμανίας και της Ιαπωνίας βρίσκονται η αποτυχία της Αργεντινής και των κρατών της Αφρικής.

Για μεν την Αργεντινή ο Λάντες υποστηρίζει ότι εξ’ αιτίας της εξαγωγής σ’ αυτήν του τρόπου διοίκησης και του θρησκευτικού φανατισμού της Καθολικής μητρόπολης (Ισπανίας) δεν υπήρχε χώρος για τους Προτεστάντες οι οποίοι αντίθετα ήταν καλοδεχούμενοι στις νεαρές τότε Η.Π.Α. Στην Αργεντινή δεν μετανάστευσαν οικογένειες (όπως στις Η.Π.Α.) παρά μοναχικοί Ισπανοί που έκαναν το ταξίδι για να πλουτίσουν γρήγορα και εύκολα. Στην περίπτωση της Αργεντινής δεν μπορούσε να υπάρξει καμία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις (π.χ. θεσμοί) οι οποίες απέδωσαν στις Η.Π.Α. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο διανεμήθηκε η γη οδήγησε στις εισαγωγές από την μητρόπολη για το παραμικρό. Προφανώς, με τις συνθήκες αυτές η Αργεντινή δεν μπορούσε να μεταβληθεί σ’ ένα βιομηχανικό Έθνος-Κράτος όταν ανεξαρτητοποιήθηκε.

Στην περίπτωση των Αφρικανικών κρατών οι «ένοχοι» για την οικονομική της καθυστέρηση είναι πολλοί. Από τη μια το κλίμα και οι ενδημικές σ’ αυτό ασθένειες. Ασθένειες οι οποίες επηρεάζουν σοβαρά τόσο το προσδόκιμο όσο και την ποιότητα ζωής (άρα και την οικονομική δραστηριότητα). Από την άλλη η αυθαίρετη χάραξη των συνόρων από τους Ευρωπαίους, η έλλειψη πολιτικών θεσμών και εκπαίδευσης και οι τυχοδιώκτες που πραξικοπηματικά κατέλαβαν την εξουσία στα μόλις ανεξαρτητοποιημένα κράτη συμπληρώνουν την εξήγηση της οικονομικής στασιμότητας της Αφρικής.    

Κοινό σημείο στις περιπτώσεις της Αργεντινής και των κρατών της Αφρικής είναι η προβληματική «εθνική ταυτότητα». Ο τρόπος που δημιουργήθηκε το Αργεντίνικο Έθνος κάθε άλλο παρά βοήθησε στη συγκρότηση μιας στιβαρής «εθνικής ταυτότητας». Ο μόνος τρόπος για να αυτοπροσδιοριστούν οι Αργεντίνοι ήταν σε αντιδιαστολή με τους γείτονες τους. Όμοια και στην περίπτωση των Αφρικανικών Κρατών όπου η αυθαίρετη χάραξη συνόρων διαχώρισε φυλές δημιουργώντας νέα ανόμοια κράτη και προσφέροντας την βάση για εθνοκαθάρσεις. Και στην περίπτωση των Αφρικανικών κρατών η κατάκτηση της ανεξαρτησίας δεν τα βοήθησε, αφού όπως σημειώθηκε παραπάνω κανείς απ’ όσους πήραν την εξουσία δεν ενδιαφερόταν να δημιουργήσει τους απαραίτητους θεσμούς που προάγουν την οικονομική δραστηριότητα. Ακόμη, όμως, και να δημιουργούνταν θ’ απαιτούνταν ικανός χρόνος για ν’ αποδώσουν.                        

Αν το κλίμα και οι αρρώστιες που ενδημούν σ’ αυτό είναι στην περίπτωση των Αφρικανικών κρατών ένας βασικός ανασχετικός παράγοντας, το ίδιο σημαντικός είναι και η έλλειψη του «σωστού» και απαραίτητου θεσμικού και ιδεολογικού πλαισίου που διευκολύνει την οικονομική δραστηριότητα. Βέβαια, ούτε και αυτή από μόνη της αρκεί αν δεν υποστηρίζεται από μια εργασιομανή κουλτούρα η οποία συμβαδίζει με την αποταμίευση των λαϊκών στρωμάτων. Μια τέτοια κουλτούρα διακατείχε τον λαό μας μέχρι και λίγα χρόνια μετά τον Β’ Π.Π. για να εξαφανιστεί όταν η παροχή υπηρεσιών άρχιζε να υποκαθιστά την παραγωγή προϊόντων.

Το κακό με την «κουλτούρα» είναι ότι αλλάζει αργά. Τα πράγματα δυσκολεύουν επειδή είναι «κοινή πεποίθηση» ότι «η πρόοδος είναι συνεχής» και έτσι σε περιόδους Ύφεσης μετά την εκδήλωση μιας Κρίσης δυσκολεύεται η οικονομική ανάκαμψη (επειδή δεν θέλουμε να γυρίσουμε στο παρελθόν και σε προηγούμενη οικονομική συνταγή). Αυτό, ωστόσο, είναι ένα κοινό πρόβλημα γιατί είναι στην ανθρώπινη φύση να μένουμε προσκολλημένοι σ’ όσα έχουμε αρνούμενοι να δούμε την σκληρή οικονομική πραγματικότητα. Ακόμη χειρότερα η «κουλτούρα» γεννά τους θεσμούς που της ταιριάζουν και οι θεσμοί συντηρούν την αντίστοιχη «κουλτούρα». Γι’ αυτό φαίνεται κάποια έθνη να μην τα πηγαίνουν καλά με την βιομηχανία, η οποία θεωρείται από τους οικονομολόγους ως η «ατμομηχανή» της αύξησης του Α.Ε.Π. και της βελτίωσης του «επιπέδου ζωής» (ότι κι αν σημαίνει αυτό σήμερα).

17 Αυγούστου 2019
«πανταχού παρών 1».

Διαβάστηκε 83 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ» ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΑΝΤΕΣ.