Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΩΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΩΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ.

Το πρόβλημα με κάποιες λέξεις είναι πως δεν μπορούμε να τις σκεφτούμε παρά μόνο με την πιο προφανή και περισσότερο χρησιμοποιούμενη έννοια τους. Ακόμη χειρότερα όταν περιορίζουμε την οπτική μας αρνούμενοι να σκεφτούμε ήρεμα και αντικειμενικά▪ αρνούμενοι ν’ αναρωτηθούμε για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Το σημερινό κείμενο σκοπεί στο ν’ αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία πως ο ρατσισμός ο οποίος κακώς και σκοπίμως χρησιμοποιείται στην φυλετική του διάσταση είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών στην οικονομική μας καθημερινότητα. Απλά, πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε την λέξη με την ευρεία έννοια ως μια συμπεριφορά με βάση μιας μορφής διάκριση.

Τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι πολύ κοινές σ’ ότι αφορά τόσο τους εργαζόμενους, όσο και τις συμπεριφορές-αποφάσεις των καταναλωτών. Δεδομένου, ότι οι τελευταίες είναι πολλές και διαφορετικές είναι καλύτερο (και ευκολότερο) ν’ ασχοληθούμε με τον εργασιακό ρατσισμό. Η συνηθέστερη μορφή του εργασιακού ρατσισμού απαντάται στον καταμερισμό των καθηκόντων και το σύνολο των αποφάσεων των εργοδοτών που είναι γνωστές ως «διευθυντικό δικαίωμα».      

Ο πρώτος καταμερισμός καθηκόντων έγινε στη βάση της σωματικής δύναμης και της αντοχής σε συνδυασμό με την ανάγκη ανατροφής των παιδιών. Έτσι, οι παππούδες και οι γιαγιάδες μαζί με τις γυναίκες έμειναν (μέσα και κοντά) στο σπίτι. Ειδικά, οι γυναίκες είχαν μια μεγαλύτερη ακτίνα δράσης. Όσο προόδευε η οργάνωση και οι τεχνικές καλλιέργειας τόσο περισσότερο γεμάτο πρόγραμμα είχαν. Η συλλογή τροφής γύρω από το σπίτι αντικαταστάθηκε από την οργανωμένη καλλιέργεια με την οποία απασχολούνταν εκτός από τις δουλειές του σπιτιού. Όλα αυτά στην πράξη ήταν αξεχώριστα αφού μέχρι πρόσφατα το γεωργικό-κτηνοτροφικό νοικοκυριό ήταν ταυτόχρονα παραγωγός για την αγορά και καταναλωτής της ίδιας του της παραγωγής.

Όσο προχωρούσε η κοινωνική οργάνωση και αναλόγως των θρησκευτικών πεποιθήσεων ο καταμερισμός εργασίας γενικεύεται καθώς ο γιός συνεχίζει το επάγγελμα του πατέρα μέχρι την ανατροπή της κοινωνικής οργάνωσης που έφερε η Βιομηχανική Επανάσταση. Στην περίοδο αυτή (σε μερικές χώρες ακόμα και σήμερα) ο καταμερισμός εργασίας ταυτίζεται με την κοινωνική οργάνωση σε «κάστες», τα μέλη των οποίων έχουν συγκεκριμένα όρια δράσης (π.χ. οι άθικτοι).

Πιθανότατα ο διαχωρισμός σε κάστες να ήταν η πρώτη πραγματικά ρατσιστική κατανομή εργασίας, μιας και αυτή που αφορούσε τις γυναίκες από την αυγή της Ιστορίας μέχρι και σήμερα (όσο αφορά τα αγροτικά-κτηνοτροφικά νοικοκυριά) έχει κάποια βάση τόσο όσο αφορά τη σωματική δυνατότητα και την αντοχή, όσο και τις δεξιότητες (οι γυναίκες είναι πιο ικανές από τους άντρες σε πολλά που αφορούν αυτό το είδος νοικοκυριού). Ωστόσο, υπήρξαν και άλλοι ρατσιστικοί καταμερισμοί εργασίας. Για παράδειγμα στην Αρχαιότητα υπήρχαν συγκεκριμένα επαγγέλματα με τα οποία μπορούσε ν’ ασχοληθεί κάποιος «ξένος» (που δεν είχε την υπηκοότητα).

Κάποιες φορές αυτού του είδους οι απαγορεύσεις είχαν ακριβώς τ’ αντίθετα αποτελέσματα κάνοντας μας ν’ αναρωτιόμαστε τι θα συνέβαινε αν αυτοί δεν είχαν ποτέ επιβληθεί. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή των Εβραίων οι οποίοι εξ’ αιτίας των απαγορεύσεων οι οποίες ήταν κοινές σε πολλά κράτη (μίμηση λόγω φόβου και φθόνου) δεν τους άφηναν άλλη επιλογή παρά το εμπόριο και την τοκογλυφία (στην πορεία μετονομάστηκε σε «τραπεζικός τομέας»).

Εκτός της σωματικής ικανότητας και των δεξιοτήτων στην οποία θα έπρεπε να προσμετρήσουμε και την παιδική και κοριτσίστικη-γυναικεία εργασία όπου αυτή μπορούσε να είναι αποδοτική για τον εργοδότη, έχουμε και ένα καταμερισμό εργασίας που σχετίζεται είτε με την κατάσταση που βρίσκεται κάποιος είτε με το κόστος απόκτησης και συντήρησης του ως «εργατική δύναμη». Για παράδειγμα ακόμη και σήμερα συγκεκριμένες εργασίες εκτελούνται από φυλακισμένους. Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν αιχμάλωτοι και δούλοι. Ειδικά οι τελευταίοι μπορούσαν να περιέλθουν στην κατάσταση αυτή είτε μέσω της αιχμαλώτισης στον πόλεμο είτε εξ’ αιτίας χρεών. Από την άλλη οι φυλακισμένοι-εκτοπισμένοι είναι πολύ ευκολότερο να βρεθούν και να «επιταχθούν» για τις ανάγκες της οικονομίας μιας χώρας.

Δεδομένων των περιορισμών που αφορούσαν είτε την φυλή είτε άλλες παραμέτρους (π.χ. ομοφυλοφιλία) είναι ευκολότερη και ανεκτικότερη η ενασχόληση όσων κατατάσσονται στις κατηγορίες αυτές με επαγγέλματα στα οποία ένας κάποιος βαθμός πρόκλησης είναι όχι μόνο ανεκτός, αλλά και επιζητείται. Ο χώρος στον οποίο οι «απόκληροι της Κοινωνίας» μπορούν να νοιώθουν άνετα είναι αυτός των τεχνών-διασκέδασης-αθλητισμού. Τόσο στις Η.Π.Α. μέχρι και σήμερα όσο και στην Ναζιστική Γερμανία οι μαύροι και οι Εβραίοι ως καλλιτέχνες, διασκεδαστές και αθλητές όχι μόνο δεν εξέφραζαν μια απειλή για την υπόλοιπη Κοινωνία, αλλά φαινόταν σαν να είναι πλασμένοι για τους χώρους αυτούς. Ακόμη περισσότερο όταν στο πέρασμα του χρόνου όσοι απ’ αυτούς επιτύγχαναν και πλούτιζαν ακολουθούσαν τον τρόπο ζωής των λευκών οπότε και γίνονταν σε κάποιο βαθμό (αργότερα σε μεγαλύτερο) αποδεκτοί.                

Εκτός του καταμερισμού εργασίας έχουμε και μια άλλη μορφή εργασιακού ρατσισμού το «διευθυντικό δικαίωμα» με το οποίο ο εργοδότης μπορεί όχι μόνο να καθορίζει την ώρα, το μέρος και τον τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά και ν’ αποφασίζει ο ίδιος τα κριτήρια με τα οποία προσλαμβάνει. Μπορεί για παράδειγμα να προσλαμβάνει μόνο ψηλές ξανθιές με μακριά πόδια και πράσινα μάτια (ευτυχώς που υπάρχουν οι έγχρωμοι φακοί επαφής) ανεξάρτητα αν από άποψη προσόντων είναι υποδεέστερες από τις μελαχρινές μετρίου αναστήματος με μαύρα μάτια. Και όλο αυτό χωρίς να υπάρχει κάποιας μορφής διάκριση, αφού για να υπάρξει διάκριση πρέπει το άτομο που την υφίσταται να είναι ήδη εργαζόμενο.

Κάποιες διακρίσεις με το πέρασμα του χρόνου φαίνονται τόσο «φυσικές» που δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες. Για παράδειγμα μας φαίνεται «φυσικό» οι «πωλήτριες» στα σούπερ μάρκετ (αυτές που γεμίζουν τα ράφια) και οι ταμίες (όταν δεν είναι και «πωλήτριες») να είναι γυναίκες, την ίδια στιγμή που για τους άντρες επιφυλάσσεται η θέση είτε του «αποθηκάριου» είτε του «χασάπη». Υπάρχουν τμήματα (καμιά φορά στο κρεοπωλείο και συχνότερα στα αλλαντικά και τα τυριά) που βρίσκουμε συχνά εργαζόμενους και των δύο φύλων.

Από την άλλη υπάρχουν και επαγγέλματα τα οποία ακόμη και σήμερα ανδροκρατούνται χωρίς αυτό να οφείλεται σε μια ρατσιστική σε βάρος των γυναικών συμπεριφορά. Για παράδειγμα μόνο πρόσφατα άρχισαν να εργάζονται γυναίκες σε ταξί και ακόμη πιο σπάνια (σαν τη μύγα μες το γάλα) βρίσκουμε γυναίκα οδηγό νταλίκας. Ακόμη δεν έχει έρθει η μέρα που θα δούμε γυναίκα να εργάζεται σε νταμάρι (εκτός αν έχει κάποια διοικητική θέση). Στις περιπτώσεις αυτές (όπως και σε πολλές από τις προηγούμενες) δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιον αποκλεισμό, παρά με την ελεύθερη απόφαση ανδρών και γυναικών να ενδιαφερθούν για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα.

Με υπομονή, επιμονή και με κρατική υποστήριξη είναι δυνατή η αλλαγή των απόψεων και των στάσεων που επικρατούν σήμερα σε κάποιους χώρους. Υπάρχουν, όμως, και πράγματα που πάρα πολύ δύσκολα και αργά μπορούν ν’ αλλάξουν. Για παράδειγμα υπάρχει μια κρατικά πληρωμένη διαφήμιση (την έχω πετύχει μόνο στο «Μακεδονία») η οποία μας ενημερώνει για την ανισότητα στις εργασιακές ευκαιρίες και τις συντάξεις ανδρών και γυναικών. Η ανισότητα στις εργασιακές ευκαιρίες καθώς ανήκει στη σφαίρα του «εργοδοτικού δικαιώματος» αλλάζει πολύ αργά και δύσκολα. Η ανισότητα στις συντάξεις μπορεί υπό προϋποθέσεις και με κυνήγι από τις θιγόμενες (που κοστίζει λεφτά και διαταράσσει τη σχέση με τον εργοδότη). Οι προϋποθέσεις αφορούν την απασχόληση ενός άνδρα και μιας γυναίκας στην ίδια θέση, με την ίδια προϋπηρεσία και τα ίδια τυπικά προσόντα οι οποίοι εργάζονται τις ίδιες μέρες και ώρες. Όπως γίνεται κατανοητό έχουν ήδη μαζευτεί αρκετά «αν» κάνοντας, έτσι, κάθε περίπτωση μοναδική. Στον βαθμό δε, που ο εργοδότης αμείβει και τους δύο τουλάχιστον με τον ελάχιστο με βάση την αντίστοιχη σύμβαση μισθό λίγα μπορούν να γίνουν.

Ωστόσο, αν εκτός των υπολοίπων λόγων αρέσκονται κάποιοι να τονίζουν μόνο τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών (πιθανόν και για την οικειοποίηση των ψήφων τους) υφίσταται και το ανάποδο. Για παράδειγμα η συνταξιοδοτική νομοθεσία προβλέπει την περίπτωση μιας μόνης (χήρας ή διαζευγμένης) γυναίκας η οποία αν έχει ανήλικο τέκνο μπορεί να συνταξιοδοτηθεί. Παρά την συνταγματικά κατοχυρωμένη «αρχή της ισότητας των δύο φύλων» δεν ισχύει το ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα για ένα άνδρα. Για να επιτύχει την αναγνώριση από το Κράτος του συνταξιοδοτικού δικαιώματος του με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για μια γυναίκα πρέπει να πάει στα δικαστήρια.

Συμπερασματικά, μια σειρά από όσα βιώνουμε καθημερινά στα εργασιακά βασίζονται σε περισσότερο ή λιγότερο ρατσιστικές συμπεριφορές-αποφάσεις μας. Οποιαδήποτε αλλαγή περνά από την αλλαγή των προσωπικών απόψεων-στάσεων μας, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό επηρεάζονται από τα βιώματα μας. Δυστυχώς ή ευτυχώς κάποια πράγματα απλά αδυνατούμε (χωρίς σκόπιμα -τουλάχιστον συνειδητά- να φερόμαστε ρατσιστικά) να τα «χωνέψουμε». Για παράδειγμα από νομικής άποψης το άρθρο 336 του Π.Κ. τιμωρεί και τον βιασμό άνδρα από άνδρα αλλά και από γυναίκα. Πόσες (και πόσοι), όμως, θεωρείτε βιασμό ενός άνδρα την επαφή του με μια γυναίκα χωρίς συναίνεση; Μήπως είστε στην περίπτωση αυτή ρατσιστές;

Είναι προφανές από τα παραπάνω πως στην ουσία (το περιεχόμενο) του ο ρατσισμός απαντάται παντού. Γιατί ανεξάρτητα από τον ορισμό του ρατσισμός είναι οποιαδήποτε άποψη-συμπεριφορά-ενέργεια η οποία βασίζεται όχι στην εξέταση και αξιολόγηση των κάθε φορά δεδομένων στη βάση προηγούμενων απόψεων οι οποίες μπορεί και να μην είναι δικές μας. Ο ρατσισμός είναι συνώνυμο της «προκατάληψης» (του στερεότυπου που λέμε στην Κοινωνιολογία). Για την ακρίβεια ο όρος είναι απολύτως λανθασμένος και υποτιμητικός γιατί οι άνθρωποι ανήκουν σε φυλές και τα ζώα σε ράτσες.

06 Ιούνη 2020
«πανταχού παρών 1».

Διαβάστηκε 170 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΩΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ.