Στον αγώνα της Κρήτης οι γηπεδούχοι δεν είχαν κίνητρο να πολεμήσουν όπως οι Κρητικοί τον Μάη του 1941. Θα κάθονταν, όμως, να χάσουν κιόλας; Ο Ο.Φ.Η. έπαιξε δυνατά διεκδικώντας ότι μπορούσε να πάρει από το παιχνίδι. Ίσως μετά τις πολλές αποχωρήσεις παικτών από τον Άρη (και εξ’ αιτίας της διαφοράς τους) να οσμίστηκε αίμα. Ούτε το γκολ του «Γαύρου του Βορρά» στο 5’ ήταν αρκετό να τους αποθαρρύνει. Έτσι παρά το γεγονός ότι η ομάδα του Ιβάν Σαββίδη σκόραρε το πρώτο και το τελευταίο γκολ της αναμέτρησης μπόρεσε να φύγει μόνο με έναν βαθμό από το Ηράκλειο.
Αν ήθελαν στην Α.Ε.Κ. η νίκη τους στην Τούμπα την προηγούμενη αγωνιστική να είχε κάποιο νόημα έπρεπε να κερδίσουν back to back και στο Χαριλάου. Ειδικά, όταν στο πρώτο παιχνίδι είχαν έρθει ισόπαλοι. Με βάση τις συνθήκες πριν τον αγώνα δεν υπήρχε αμφιβολία για το τελικό αποτέλεσμα παρά μόνον όσον αφορούσε την τελική του έκταση. Ο Άρης το μόνο που κατάφερε ήταν μια τυχερή ισοφάριση. Το τελικό 4-1 είναι εν πολλοίς συμπτωματικό και αξίζει μόνο για τους 3β. της νίκης και το προσπέρασμα του «Γαύρου του Βορρά» στη μάχη για την δεύτερη θέση.
Η μόνη απορία πριν το τελευταίο παιχνίδι της αγωνιστικής ήταν αν οι φιλοξενούμενοι «γνήσιοι Γαύροι» θα κέρδιζαν εύκολα τον «αιώνιο» αντίπαλο τους. Ο «γνήσιος Γαύρος» αντιμετώπισε προβλήματα απέναντι στην «άμυνα καμικάζι» του Π.Α.Ο. και σε συνδυασμό με την χαλαρότητα (υπερβολική σιγουριά ή μπλαζέ ύφος;) με την οποία μπήκε στο παιχνίδι έμεινε στα «ρηχά». Αναλόγως της προσπάθειας των δύο ομάδων το τελικό αποτέλεσμα είναι απόλυτα δίκαιο. Και οι δύο ομάδες θα πρέπει να είναι ικανοποιημένες: ο μεν «γνήσιος Γαύρος» γιατί δεν έσπασε το αήττητο, ο δε Π.Α.Ο. γιατί δεν έχασε.
06 Ιούλη 2020
«πανταχού παρόντες».























































































