Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ) (ΜΕΡΟΣ Α')

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
(Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ) (ΜΕΡΟΣ Α')

Είναι κοινά αποδεκτό πως η νομοθεσία για να είναι ουσιαστική (παραγωγική) θα πρέπει να είναι σταθερή για σχετικά μεγάλα και επαρκή (για να φανούν πλήρως τ’ αποτελέσματα της) χρονικά διαστήματα. Σε μερικές περιπτώσεις δε, έχει παρατηρηθεί ότι ουσιαστικά είναι αμετάβλητη για πολλές γενιές. Αυτό παρατηρείται ειδικά στους θεμελιώδεις νόμους (Κώδικες) που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών αφ’ ενός και των πολιτών και του Κράτους αφ’ ετέρου. Ο Αστικός Κώδικας, ο Ποινικός Κώδικας και άλλοι είτε αλλάζουν αργά και σταδιακά είτε καθόλου (σε κάποιες διατάξεις τους) ενσωματώνοντας τις αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις.

Υποτίθεται ότι ο Νόμος καθότι ρυθμίζει την κοινωνική ζωή και επιβάλλει ποινές σ’ όσους παραβαίνουν τις ρυθμίσεις αυτές οφείλει να είναι σύμφωνος τόσο με την κοινή λογική (όπως την αντιλαμβάνεται ο «μέσος» πολίτης) αλλά και την κοινωνική δικαιοσύνη εφαρμόζοντας (θεωρητικά) στην πράξη την ισότητα όλων των πολιτών απέναντι του. Ο Νόμος «εκδικείται» για λογαριασμό του αδικούμενου/ζημιούμενου αυτόν που τον αδίκησε/ζημίωσε και τιμωρεί τον δεύτερο προκειμένου ν’ αποκατασταθεί η «έννομη τάξη» και η παραγόμενη από αυτήν ισορροπία στην κοινωνία. Αν δεν το έκανε αυτό η κοινωνική σύμβαση με την οποία καθένας μας οικειωθελώς παραιτήθηκε (προφανώς γιατί θεώρησε ότι τα οφέλη της κοινωνικής συμβίωσης είναι περισσότερα απο αυτά της μοναχικής) από το δικαίωμα του στο «Φυσικό Δίκαιο» απλά δεν θα ίσχυε. Θα επιστρέφαμε τότε στην εποχή του «Δίκαιου του Ισχυρού». Επίσης ο νόμος πρέπει όχι μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται «δίκαιος» αν θέλουμε να είναι σεβαστός από τα μέλη της κοινωνίας. Είναι (θεωρητικά) προφανές ότι κανείς δεν θα επιθυμούσε την ψήφιση και εφαρμογή ενός άδικου νόμου, ειδικά αν μιλάμε για μιά ελεύθερη και δυναμική κοινωνία.

Μετά την πάροδο αρκετού χρόνου κάποιοι νόμοι ή διατάξεις τους που έχουν παραμείνει απαράλαχτοι όλο αυτό το διάστημα καθίστανται «ήθη», δηλαδή κανόνες που έχουν γενικότερη ισχύ και κύρος και οι οποίοι παραμένουν ισχυροί ακόμη και μετά την τυπική κατάργηση του σχετικού νόμου. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ψυχολογικός μηχανισμός με τον οποίο ο νόμος καθίσταται ήθος είναι ο ίδιος που δημιουργεί το σύνολο των αξιών/εννοιών που ονομάζουμε «παράδοση» (σημαντικό κομμάτι της οποίας αποτελούν τα ήθη). Αρκετά συχνά όμως έχουμε την καταγραφή σε νόμους ήδη ισχύων ηθών τα οποία και πρίν την ψήφιση του νόμου ρύθμιζαν την κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Απλώς με την ρητή συμπερίληψη τους στο κείμενο του νόμου απέκτησαν και τυπική ισχύ.

Οι νόμοι που ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις (ευθύνες) των μετόχων των Α.Ε. (Ν. 2190/1920) καθώς και των εταίρων των Ε.Π.Ε. (Ν. 3190/1955) είναι πλέον κατά τη γνώμη μας προϊόν και των δύο τρόπων που αναφέραμε παραπάνω.

Στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετές νομικές μορφές μέσω των οποίων πραγματοποιείται η οικονομική δραστηριότητα. Εμείς εδώ σήμερα θ’ ασχοληθούμε με τρείς από αυτές προκειμένου ν’ αναδείξουμε τα προβλήματα που προκύπτουν για το κοινωνικό σύνολο από την ως τώρα λειτουργία τους, αλλά και τις αντιφάσεις σε σχέση με το τι θα έπρεπε να επιδιώκεται και τι συμβαίνει στην πράξη. Σκοπός μας είναι να δούμε αν και πώς εξυπηρετείται το Δημόσιο Συμφέρον (άρα και το Κοινωνικό) απ’ όσα ισχύουν σήμερα.

Οι τρείς μορφές είναι οι εξής:

  • Προσωπική Εταιρεία.
  • Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.).
  • Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.).

Δεδομένου ότι όλοι μας έχουμε μια πολύ καλή ιδέα του πώς λειτουργεί κάθε μορφή, δεν θα χρειαστεί παρά μόνον μια σύντομη αναφορά για την καθεμία τους.

Προσωπική Εταιρεία. Είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος της. Αποτελείται από πρόσωπα τα οποία ευθύνονται «ακέραια και εις ολόκληρον» για τις υποχρεώσεις (χρέη) που δημιουργούν (με τις ενδεχόμενες εξαιρέσεις που προβλέπει κάθε φορά ο νόμος π.χ. ακατάσχετα τα μέσα βιοπορισμού τους).

Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.). Οι εταίροι της (άρα και η εταιρεία) ευθύνονται μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς τους στην εταιρεία, εξού και το «περιορισμένης». Ωστόσο από το 1974 οι εταίροι ευθύνονται προσωπικά για τις υποχρεώσεις (χρέη) της εταιρείας έναντι του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Ταμείων.

Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.). Οι μέτοχοι της δεν ευθύνονται προσωπικά για τις υποχρεώσεις (χρέη) της παρά μόνον έναντι του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Ταμείων και μόνο μέχρι του ποσού το οποίο έχουν εισπράξει (αν έχουν εισπράξει) από την Α.Ε. την τελευταία τριετία πρίν η Α.Ε. λυθεί και οδηγηθεί σε εκκαθάριση.

Από τα παραπάνω προκύπτει πώς η μεν Προσωπική Εταιρεία είναι πανταχόθεν εκτεθειμένη και απεριόριστα υπεύθηνη, ενώ οι εταίροι της Ε.Π.Ε. είναι και αυτοί απεριόριστα υπεύθυνοι μόνον έναντι του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Ταμείων. Τέλος οι μέτοχοι της Α.Ε. είναι στην ουσία ανεύθυνοι ακόμη και έναντι του Δημοσίου, αφού ακόμη και η ευθύνη που προβλέπει η νομοθεσία (άρθρο 50 Ν. 4174/2013) είναι σχετική και όχι απόλυτη και σχετίζεται με την κερδοφορία της Α.Ε. μέσα στην πρό της λύσης και εκκαθάρισης τριετία. Δεδομένου όμως ότι η λύση και εκκαθάριση μιάς Α.Ε. αποφασίζεται όταν τα οικονομικά της προβλήματα καταστούν ανυπέρβλητα (άρα πιθανότατα μαστίζεται από ζημιές) η ευθύνη των μετόχων της είναι μόνον θεωρητική και έναντι του Δημοσίου. Δεν θα ήταν υπερβολικό αν μετονομάζαμε την Α.Ε. από Ανώνυμη Εταιρεία σε Ανεύθυνη Εταιρεία. Αν μάλιστα προσθέταμε και ένα «Α» ακόμη τότε θα μπορούσαμε να έχουμε τον εξής τίτλο: Απολύτως Ανεύθυνη Εταιρεία. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την Αθλητική Ανώνυμη Εταιρεία η οποία περιλαμβάνει –μέχρι σήμερα– τις Π.Α.Ε. & Κ.Α.Ε. είναι απλά συμπτωματική(;).

Η «κλασική» δικαιολογία η οποία προβάλεται για το καθεστώς των μετόχων της Α.Ε. είναι πώς σε διαφορετική περίπτωση ο μέτοχος δεν θα είχε ενδιαφέρον να δώσει λεφτά (έναντι μετοχών που του δίνουν δικαίωμα στα κέρδη, αλλά δεν τον υποχρεώνουν να καλύψει τις υποχρεώσεις της) στην εταιρεία, η οποία λόγω έλλειψης κεφαλαίων δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Δευτερευόντως προτάσσεται και το επιχείρημα ότι ο μέτοχος ενδέχεται να μην έχει χρόνο να παρακολουθεί από κοντά την πορεία της εταιρείας και άρα δεν μπορεί να ευθύνεται και προσωπικά. Αυτά τα δύο επιχειρήματα είναι βαθιά ριζωμένα τόσο στην συνείδηση του επιχειρηματικού όσο και του νομικού κόσμου και συνεπώς δεν είναι εύκολο ν’ ανατραπούν. Εκτός αν υποταχθούμε στην δύναμη της λογικής βλέποντας τ’ αποτελέσματα που παράγει το σημερινό σύστημα και κρίνοντας τα από «μηδενική βάση».      

Μια Α.Ε. διοικείται από το Δ.Σ. και τροφοδοτείται με «καύσιμα» αρχικά από τους μετόχους της. Στην πορεία η λειτουργία της χρηματοδοτείται από τις πωλήσεις της και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι αρκετό (όταν υπάρχουν χρέη ή η εταιρεία επεκτείνεται) και από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο ή το χρηματιστήριο. Βέβαια τίποτα δεν εμποδίζει τους μετόχους να την χρηματοδοτούν οποτεδήποτε μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου ή (ίσα-ίσα δίνονται και κίνητρα γι’ αυτό) να επανεπενδύουν τα κέρδη τους, αντί να λάβουν το ίδιο ποσό ως μέρισμα. Το Δ.Σ. αποφασίζει για τα καθημερινά ζητήματα (άρα ελέγχει πλήρως πού και πόσα από τα λεφτά των μετόχων ξοδεύονται), ενώ για τα σοβαρότερα ζητήματα (στρατηγικής) αποφασίζει η Γ.Σ. των μετόχων (όσων από αυτούς ασχολούνται) μετά από εισήγηση του Δ.Σ. Βλέπουμε λοιπόν πώς οι αποφάσεις της Γ.Σ. μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό χειραγωγούμενες από το Δ.Σ. κάτι που είναι σχεδόν βέβαιο όταν υπάρχει ένας ισχυρός μεγαλομέτοχος ο οποίος κάποιες φορές είναι και μέλος του Δ.Σ. (π.χ. Πρόεδρος).

Είναι όμως ο ισχυρισμός που προβλήθηκε παραπάνω από μόνος του αρκετός για να δικαιολογήσει τη συνέχιση αυτού του καθεστώτος; Πιστεύουμε πως όχι. Κανείς δεν θα μπορούσε να απαλλάξει από τις ευθύνες του τον γονιό που αφήνει σπίρτα ή αναπτήρα εκτεθειμένα και τα παιδιά του χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο. Όταν τελικά ανάψει η φωτιά (γιατί αν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει) θα είναι υπεύθυνος μόνον αυτός (αφού τα παιδιά τού είναι ανήλικα). Επιπρόσθετα αφού τα μέλη ενός Δ.Σ. είναι ατομικά υπεύθυνα αν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επέδειξαν την απαιτούμενη φροντίδα/επιμέλεια για τις υποθέσεις της Α.Ε. όπως θα επεδείκνυαν για τις δικές τους, γιατί κατ’ αναλογία να μην είναι υπεύθυνοι και οι μέτοχοι; Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι πλήν του Διευθύνοντος Συμβούλου όλοι οι υπόλοιποι είναι ουσιαστικά ανεύθυνοι για ότι κακό συμβεί σε μιά Α.Ε.

Μιά ακόμη σύγκριση μεταξύ των τριών τύπων εταιρειών σχετικά με την αντιμετώπιση τους από τον νομοθέτη μας δείχνει ακόμη καθαρότερα τις αντιφάσεις του ισχύοντος συστήματος. Για τις προσωπικές εταιρείες (καθότι προσωπικές) δεν απαιτείται μετοχικό κεφάλαιο. Για τις Ε.Π.Ε. πλέον (από το 2013) έχει καταργηθεί το ελάχιστο ποσό μετοχικού κεφαλαίου (πρίν είχε μειωθεί σε 2.400 Ευρώ). Τέλος για τις Α.Ε. το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο μειώθηκε το 2012 στα 24.000 από 60.000 Ευρώ.

Θεωρητικά το μετοχικό κεφάλαιο θεωρείται σαν ένα δεσμευμένο ποσό με το οποίο εξασφαλίζονται οι απαιτήσεις των δανειστών και πιστωτών της εταιρείας. Υποτίθεται ότι η δέσμευση αυτή επιτυγχάνεται με την εγγραφή του στα βιβλία της εταιρείας (εμφανίζεται στο Παθητικό του Ισολογισμού) και την απαγόρευση διανομής κερδών (άρθρο 44 παρ. 1 Ν. 2190/1920) όταν η εταιρική περιουσία είναι κατώτερη του μετοχικού κεφαλαίου και των αποθεματικών μαζί (για περισσότερα βλέπε εδώ). Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι για να διανεμηθούν κέρδη πρέπει να μην υπάρχουν καθόλου ζημιές, δηλαδή να έχει συμψηφιστεί το σύνολο των ζημιών με κέρδη, όποτε τα διανεμηθέντα κέρδη θα είναι στη διαφορά που προκύπτει μετά τον συμψηφισμό. Ωστόσο αυτή η απαγόρευση στην πράξη δεν σημαίνει και πολλά για τους δανειστές και πιστωτές της εταιρείας. Επίσης είναι προφανές για όποιον ασχολείται (έστω και λίγο) με την Λογιστική ότι η εγγραφή του μετοχικού κεφαλαίου στο Παθητικό του Ισολογισμού υπακούει πρωτίστως στην λογική της εμφάνισης κάθε υποχρέωσης (χρέους) μακροπρόθεσμου ή ληξιπρόθεσμου από χρονικής άποψης είτε αφορά σε χρέος έναντι προμηθευτή, πιστωτή, το Δημόσιο ή ακόμη και στον ίδιο τον επιχειρηματία/-ες, εταίρο/-ους, μέτοχο/-ους και δευτερευόντως στις ανάγκες της ενημέρωσης (δημοσιότητας) που επιβάλλει ο νόμος. Αυτό ακριβώς είναι το μετοχικό κεφάλαιο: χρέος στους ιδρυτές της εταιρείας.

Συνεπώς αν το μετοχικό κεφάλαιο είναι το αρχικό ταμείο της επιχείρησης (και άρα δαπανάται ελεύθερα) πως εξασφαλίζονται οι δανειστές και πιστωτές της; Στο σημείο αυτό υπάρχει πράγματι κενό, το οποίο θα φανεί σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια με τον ακόλουθο (πλήρη) συλλογισμό:

«Έστω πως το μετοχικό κεφάλαιο ήταν δεσμευμένο και διαθέσιμο ως εγγύηση μόνο για την εξασφάλιση των δανειστών/πιστωτών (που δεν ισχύει βέβαια στην πράξη, παρά μόνον ως απαγόρευση διανομής κερδών του άρθρου 44 παρ. 1 Ν. 2190/1920). Πως θα μπορούσαν αυτοί (οι πιστωτές/δανειστές) να ελέγχουν (και πόσο συχνά) αν αυτό (το μετοχικό κεφάλαιο) επαρκεί για την εξασφάλιση των απαιτήσεων τους (κεφάλαιο και τόκοι) και πως (με ποιό μηχανισμό) θα εξασφάλιζαν την αύξηση του σε περίπτωση που αυτό (το μετοχικό κεφάλαιο) δεν επαρκεί;».

Ο παραπάνω συλλογισμός σπρώχνει στα όρια της την οικονομική σκέψη καταδεικνύοντας ταυτόχρονα και τ’ αδιέξοδα της. Κατ’ αρχάς πρέπει να θυμόμαστε πώς πιστωτές μιάς επιχείρησης είμαστε όλοι μας (με τον ένα ή άλλο τρόπο). Δηλαδή πιστωτές/δανειστές θεωρούνται οι:

  • Προμηθευτές που πωλούν με πίστωση.
  • Εργαζόμενοι.
  • Ελεύθεροι επαγγελματίες (συνεργαζόμενοι με την εταιρεία).
  • Τράπεζες.
  • Δημόσιο γενικά (Εφορία, Ασφαλιστικά Ταμεία).
  • Μέτοχοι.

Το πρώτο πολύ ενδιαφέρον ζήτημα είναι πώς όλοι αυτοί μπορούν πρακτικά να ελέγχουν το ύψος των συνολικών υποχρεώσεων (χρεών) της εταιρείας για να είναι σε θέση να το συγκρίνουν με το ύψος του μετοχικού κεφαλαίου, προκειμένου να κρίνουν αν αυτό επαρκεί για την εξασφάλιση τους.

Το δεύτερο ενδιαφέρον ζήτημα είναι πως θα υποχρεώσουν την επιχείρηση ν’ αυξήσει το μετοχικό κεφάλαιο αν αυτό δεν επαρκεί για την εξασφάλιση τους.

Η λύση του πρώτου ζητήματος είναι απλούστερη και ευκολότερη σε σχέση μ’ αυτή του δεύτερου και χρειάζεται λιγότερες νομικές προσαρμογές. Κάποιος με μικρή εμπειρία θ’ απαντούσε ότι αυτός ο έλεγχος θα μπορούσε να γίνει μέσω του Ισολογισμού. Αυτό όμως είναι πρακτικά αδύνατον γιατί ο Ισολογισμός εμφανίζει τα υπόλοιπα των πρωτοβαθμίων (γενικών σαν να λέμε) λογαριασμών μιάς δεδομένης χρονικής στιγμής και δημοσιεύεται μόνο μιά φορά τον χρόνο. Κάποιος άλλος θα μπορούσε ν’ απαντήσει ότι ο έλεγχος μπορεί να γίνει από τα στοιχεία του Ισοζυγίου Προμηθευτών. Πράγματι το συγκεκριμένο Ισοζύγιο θα έκανε για την δουλειά αυτή αρκεί να περιλάμβανε και όλους τους πιστωτές (όπως τους αναφέραμε παραπάνω). Στην ουσία το από που θ’ αντληθούν τα στοιχεία είναι το μόνο εύκολο (από το Ισοζύγιο Λογιστικής). Το δύσκολο είναι να περάσει διάταξη νόμου η οποία θα υποχρεώνει την εταιρεία να δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της (ή οπουδήποτα αλλού π.χ. Γ.Ε.ΜΗ) τακτικά αυτά τα στοιχεία (σύνολα των αντίστοιχων λογαριασμών Προμηθευτών και Πιστωτών καθώς και το μετοχικό της κεφάλαιο όπως επίσης και το υπόλοιπο του Ταμείου της) για να είναι προσβάσιμα σε όλους τους δανειστές/πιστωτές της.

Το δεύτερο ζήτημα θα ισχυριζόμασταν ότι ουσιαστικά δεν έχει λύση. Ακόμη και αν μπορούσε να επιβληθεί στην εταιρεία η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου στο ύψος το οποίο θα εξασφάλιζε τους δανειστές και πιστωτές της υπάρχουν πρακτικά θέματα που μπορούν να «ακυρώσουν» στην πράξη τ’ αποτελέσματα που ο νομοθέτης επιθυμεί να παραχθούν. Πρίν αναλύσουμε το γιατί, να σημειώσουμε απλά ότι και σήμερα υπάρχει η «υποχρέωση», μέσω της απειλής της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εταιρείας, της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου όταν αυτό πέσει κάτω από το 10% των Ιδίων Κεφαλαίων.

Το θέμα που μπορεί να «ακυρώσει» την όλη διαδικασία είναι ότι κανείς δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι το ποσό της αύξησης θα καλυφθεί από κάποιον ενδιαφερόμενο. Στην καλύτερη και απλούστερη των περιπτώσεων (όταν τα ποσά είναι μικρά ή «υπάρχουν λεφτά να φάν' κι’ οι κότες») το απαιτούμενο κεφάλαιο κατατίθεται από τους μετόχους και όλα είναι εντάξει. Αν δεν κατατεθούν όμως λεφτά (αν δεν θέλει να συμμετάσχει κανείς στην αύξηση) τότε τι γίνεται; Υπάρχουν ακόμη κάποιοι τρόποι αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου χωρίς να μπούν λεφτά στο Ταμείο. Είναι προφανώς λογιστικοί χειρισμοί (τερτίπια) με τα οποία χωρίς ν’ αλλάξουν τα γενικά σύνολα του Ισολογισμού αλλάζουν όμως τα υπόλοιπα των λογαριασμών των βιβλίων της εταιρείας, εμφανίζοντας το επιθυμητό αποτέλεσμα.

  • Αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μέσω της μετατροπής των αποθεματικών σε μετοχικό κεφάλαιο.
  • Αύξηση με κεφαλαιοποίηση μερισμάτων που θα πληρώνονταν άμεσα στους μετόχους.
  • Αύξηση με κεφαλαιοποίηση της αναπροσαρμοσμένης αξίας παγίων στοιχείων (γίνεται υποχρεωτικά σε τακτά διαστήματα).
  • Αύξηση με απορρόφηση/εξαγορά άλλης επιχείρησης.
  • Αύξηση με κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων (χρεών) της εταιρείας.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πάντα είτε αποθεματικά είτε μερίσματα για να κεφαλαιοποιηθούν και πώς οι αναπροσαρμογές των παγίων γίνονται περιοδικά, ενώ η εξαγορά ή απορρόφηση κάποιας άλλης επιχείρησης δεν είναι δεδομένη ο μόνος άξιος λόγου τρόπος (λογιστικής) αύξησης μετοχικού κεφαλαίου είναι ο τελευταίος με τον οποίο και θ’ ασχοληθούμε ευθύς αμέσως.

Αύξηση με κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων (χρεών) της εταιρείας σημαίνει ότι ένας δανειστής/πιστωτής παραιτείται των άμεσων απαιτήσεων του λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα ποσοστό στην ιδιοκτησία της και άρα και την ευθύνη διοίκησης της κατά το ποσοστό των μετοχών του. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας είναι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με ισόποση μείωση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Έτσι πλέον από λογιστικής άποψης το μετοχικό κεφάλαιο ενδέχεται να επαρκεί για να καλύψει τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της, αφού φαίνεται αυτές να έχουν εξοφληθεί με τα λεφτά που μπήκαν (υποτίθεται) με την αύξηση! Ανταλλάχθηκαν δηλαδή απαιτήσεις με μετοχές οι οποίες εγείρουν απαιτήσεις σε μελλοντικά κέρδη (αν και εφόσον πραγματοποιηθούν).

Ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε μια «ωραιοποίηση» των μεγεθών του Ισολογισμού η οποία ξεγελά όσους δεν παρακολουθούν πλήρως τις εξελίξεις στην εταιρεία. Η «ωραιοποίηση» αυτή μπορεί να συνεχιστεί μέσω της «δημιουργικής λογιστικής» με τον συμψηφισμό ποσού από το μετοχικό κεφάλαιο (μείωση του μετοχικού κεφαλαίου μέχρι το ελάχιστο κατά τον νόμο απαίτητο ποσό) με αντίστοιχη μείωση των συσσωρευμένων ζημιών, αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Το μόνο που χρειάζεται είναι μιά απόφαση της Γ.Σ. των μετόχων με την οποία να μειώνεται π.χ. η τιμή της μετοχής (μέχρι το κατώτατο επιτρεπτό κάθε φορά όριο). Βέβαια αυτό σημαίνει ότι ο δανειστής/πιστωτής οικειοθελώς παραιτήθηκε οριστικά (διέγραψε) ένα μέρος της απαίτησης του εξωραΐζοντας όμως τον Ισολογισμό της εταιρείας καθιστώντας την έτσι θελκτηκότερη για εξαγορά από άλλη εταιρεία. Με τον τρόπο αυτό ο δανειστής/πιστωτής θα επιδιώξει να πάρει μέσω του αυξημένου τιμήματος της πώλησης όλα τα λεφτά που υπο κανονικές συνθήκες θα ελάμβανε.

Υπάρχει όμως ένα ουσιαστικό για το κεντρικό επιχείρημα του άρθρου αυτού (δηλαδή την ανάγκη αλλαγής του νομικού πλαισίου) δίδαγμα που βγαίνει από την αύξηση με κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων. Το ίδιο δίδαγμα προκύπτει και από κάθε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου γίνεται με μοναδική εξαίρεση την αρχική όταν και καταβάλεται το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο.

Κάθε φορά (εκτός της αρχικής) που μπαίνουν λεφτά στο Ταμείο της εταιρείας (από οποιαδήποτε αιτία) αυτή δεν χρηματοδοτεί μόνο την επέκταση και την αύξηση της δραστηριότητας της, αλλά κυρίως και πρωτίστως χρηματοδοτεί (πληρώνει) τα ήδη δημιουργημένα χρέη της. Η μόνη στιγμή που η εταιρεία δεν χρηματοδοτεί τα υφιστάμενα χρέη της είναι η στιγμή της ίδρυσης όταν και τα χρέη της είναι αυτά πρός τους μετόχους της (οι οποίοι φυσικά δεν επιδιώκουν την άμεση είσπραξη τους, αλλιώς δεν θα κατέβαλλαν τα λεφτά αυτά ως μετοχικό κεφάλαιο). Βλέπουμε λοιπόν, πώς με κάθε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και την επακόλουθη έκδοση των μετοχών σε όσους μετάσχουν σ’ αυτήν, η εταιρεία διαχέει στο κοινωνικό σύνολο τα χρέη της. Οι νέοι μέτοχοι της προφανώς διαβλέπουν σ’ αυτήν (την εταιρεία) την δυναμική η οποία θα τους προσπόριζε κέρδη και άρα μέρισμα. Προφανώς σκέφτονται (έχοντας υπόψη τι ακούγεται στην αγορά σχετικά με την εταιρεία) πως μιά εταιρεία επαρκώς χρηματοδοτούμενη είναι σε θέση να επεκτείνεται γρηγορότερα παράγοντας έτσι κέρδη μέσω των οποίων θα πληρώσει τόσο αυτούς (μέσω των μερισμάτων) όσο και τους υπόλοιπους δανειστές/πιστωτές της. Σε κάθε άλλη περίπτωση αυτός που θα έδινε σήμερα λεφτά για ν’ αγοράσει χρέη θα ήταν είτε «αετονύχης» (τοκογλύφος) είτε θα έχριζε ψυχιατρικής παρακολούθησης.

Ανακεφαλαιώνοντας μέχρι το σημείο αυτό είδαμε:

  • Τον διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης από τον νόμο του επιχειρηματία (προσωπική εταιρεία), εταίρου (Ε.Π.Ε.) και του μετόχου (Α.Ε.) σχετικά με τις ευθύνες που προκύπτούν από τη συμμετοχή τους στην οικονομική δραστηριότητα.
  • Αναλύσαμε τον τρόπο λειτουργίας της Α.Ε. και πώς αυτός σχετίζεται με την εξασφάλιση των δανειστών/πιστωτών της που υποτίθεται ότι προβλέπει η νομοθεσία, αλλά και (και αυτό μας ενδιαφέρει πρωτίστως) του κοινωνικού συνόλου.
  • Αναφερθήκαμε στους λογιστικούς χειρισμούς (όλοι τους απολύτως νόμιμοι και προβλεπόμενοι από την Οικονομική Επιστήμη και τη Λογιστική Τυποποίηση) με τους οποίους ακόμη και όταν τυπικά επιτυγχάνουμε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα στην ουσία δεν αλλάζει κάτι.

Στη συνέχεια του άρθρου μας (την επόμενη εβδομάδα) θα επιχειρηματολογήσουμε γιατί οι μέτοχοι μιάς Α.Ε. πρέπει να είναι και νομικά υπεύθυνοι αν αυτή «πέσει έξω» και θα προτείνουμε τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να επιβληθεί αυτή η υποχρέωση. Θα εξηγήσουμε σε κάθε καλόπιστο (γιατί οι κακόπιστοι δεν επιθυμούν τον διάλογο και άρα δεν πείθονται) γιατί η προτεινόμενη αλλαγή δεν θα είχε ουσιαστικές επιπτώσεις στην υγιή (και όχι αρπακολατζίδικη και ληστρική) οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

 

18 Νοέμβρη 2014.
παρατηρητής 1.

 

 

 

Διαβάστηκε 7145 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ) (ΜΕΡΟΣ Α')