Font Size

SCREEN

Cpanel

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ (ΥΒΡΙΣ, ΑΤΙΣ, ΝΕΜΕΣΙΣ & ΤΙΣΙΣ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
(ΥΒΡΙΣ, ΑΤΙΣ, ΝΕΜΕΣΙΣ & ΤΙΣΙΣ)

Ο εκνευρισμός και η κούραση του πνευματική και σωματική ήταν ολοφάνερα. Περπατούσε ανήσυχος πάνω-κάτω οργώνοντας το παχύ χαλί στο γραφείο του κοιτάζοντας τον μεγάλη χάρτη που ήταν κρεμασμένος πάνω από την δερμάτινη καρέκλα του. Αυτός ο χάρτης ήταν η πηγή του άγχους που τον κυρίευε από χρόνια. Ήταν η επιτομή της ανασφάλειας (εξ ου και το άγχος) που είχε διαμορφώσει το Έθνος του και ειδικά την εκάστοτε ηγεσία του.

Για μια στιγμή του φάνηκε σαν ο χάρτης να τον κορόιδευε. Σαν να του υπενθύμιζε πόσο αδύναμος ήταν μπροστά του. Για την ακρίβεια πόσο αδύναμοι είμαστε όλοι μας μπροστά του. Ο χάρτης ήταν της Ευρώπης κάτι που σήμαινε πως έδειχνε καθαρά πολλά από τα χαρακτηριστικά της «Γηραιάς Ηπείρου». Επιπλέον ήταν γεωφυσικός και όχι πολιτικός▪ πράγμα που σημαίνει πως έδειχνε την Ευρώπη όπως πράγματι είναι, χωρίς ωραιοποιήσεις. Αυτή του η ιδιότητα ήταν που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί τα βράδια.

Το μεγάλο ρολόι του τοίχου μέτραγε τα λεπτά μέχρι την ώρα της σύσκεψης. Τις είχε βαρεθεί τις συσκέψεις. Όλα περνούσαν από τα χέρια του. Είχε πια κουραστεί. Επιπλέον, από τη στιγμή που κανείς δεν τολμούσε να διαφωνήσει μαζί του οι συσκέψεις αυτές γίνονταν μόνο και μόνο για να τους δώσει εντολές. Μετρώντας τα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθουν οι υποτακτικοί του δεν μπορούσε να μη νιώσει την κούραση (σωματική και ψυχολογική) να κατακλύζει κάθε του κύτταρο.

Ένιωθε να περιβάλλεται από ηλίθιους και ανίκανους που μόνο τους προσόν ήταν να τον γλείφουν συνεχώς. Ένιωθε τόσο μόνος… Μόνον αυτός καταλάβαινε τι και πως έπρεπε να γίνει, αλλά όλοι οι άλλοι ήταν ανίκανοι να κάνουν σωστά όσα εκείνος τους ζητούσε. Του άρεσε να διαβάζει Ιστορία και απ’ ότι θυμόταν άλλοι δύο μεγάλοι άντρες είχαν το ίδιο πρόβλημα: ο ένας ήταν Κορσικανός στην καταγωγή με 1μ. 68 εκ., ο άλλος Γερμανός με 1μ. 75 εκ. Αυτός ήταν 1μ. 70 εκ. και ήταν από τους ελάχιστους που μπορούσε να καταλάβει πόσο μόνοι αισθάνονταν οι άλλοι δύο.

Όταν ο κούκος σήμανε 9 ακριβώς η πόρτα του γραφείου του άνοιξε διστακτικά και ένα πλήθος ανδρών περπατώντας γρήγορα και νευρικά γέμισε τον χώρο. Πήραν βιαστικά τις θέσεις τους γύρω από το τραπέζι των συσκέψεων και ένας απ’ αυτούς ξεδίπλωσε έναν μεγάλο στρατιωτικό χάρτη της περιοχής των επιχειρήσεων. Ήταν παρόμοιος με τον γεωφυσικό που κρεμόταν στον τοίχο πίσω τους μόνο που είχε περισσότερες πληροφορίες όπως τα υψόμετρα των λόφων και των βουνών(;). Μόνο που η συγκεκριμένη περιοχή ΔΕΝ είχε βουνά.

Το δράμα της Χώρας και του Έθνους του, σκέφτηκε, ήταν η απουσία οποιουδήποτε φυσικού εμποδίου στα Δυτικά της. Ούτε ένα βουνό δεν έφραζε τον δρόμο στους επίδοξους εισβολείς. Πόσο βολική θα ήταν η ύπαρξη μιας οροσειράς σαν του Καύκασου! Αντ’ αυτού υπήρχε μια αχανής πεδινή έκταση που στο πλατύτερο σημείο της ήταν η Πρωτεύουσα της Χώρας του και το στενότερο σημείο της βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. «Βόρειο-Ευρωπαϊκή Πεδιάδα» την ονόμαζαν οι γεωγράφοι. Γι’ αυτόν και το Έθνος του ήταν «κατάρα», τουλάχιστον από στρατιωτικής άποψης. Μπορεί η Χώρα του να ήταν αχανής και να πρόσφερε αυτό που οι στρατιωτικοί λένε «στρατηγικό βάθος», αλλά στην πράξη αυτό σήμαινε μια συνεχή υποχώρηση με την ελπίδα ο εισβολέας να είναι ανυπόμονος, απρόσεχτος και ανοργάνωτος. Μόνον τότε το «στρατηγικό βάθος» είχε κάποιο νόημα, αν και κάποια στιγμή πρέπει να πάψεις να το βάζεις στα πόδια και να κάτσεις να πολεμήσεις.

Το πρώτο σκέλος της σύσκεψης τού ήταν παντελώς αδιάφορο. Έτσι όπως είχαν εξελιχτεί τα πράγματα δεν χρειαζόταν καμία ενημέρωση για την κατάσταση στα διάφορα μέτωπα. Τώρα πια τίποτα δεν είχε σημασία▪ ούτε πως οδηγήθηκαν αρχικά στη σύγκρουση (που έτσι κι αλλιώς θα γινόταν), ούτε αν και ο ίδιος πράγματι πίστεψε όσα θα ήθελε να ισχύουν και όσα προπαγάνδιζε για να δικαιολογήσει την εισβολή. Τώρα, το ΜΟΝΟ που είχε σημασία ήταν ο αγώνας του να παραμείνει ακόμη μια μέρα στη δερμάτινη καρέκλα του ελπίζοντας πως κάτι απ’ όσα σπασμωδικά δοκίμαζε θα έκανε τη σύγκρουση να τελειώσει προς όφελος του.

Γιατί, όσο συνέχιζε το μπαμ-μπουμ τόσο πιο επισφαλής γινόταν η δερμάτινη καρέκλα του. Να είσαι στο τιμόνι μιας αχανούς χώρας με πάνω από 100 διαφορετικές εθνότητες και χιλιάδες χιλιόμετρα αφύλακτων πρακτικά συνόρων σε καιρούς αστάθειας είναι μια πολύ μεγάλη πρόκληση. Δεν είναι ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο να χωνευτούν σ’ ένα Έθνος τόσοι διαφορετικοί λαοί που ζουν σε τόσο ανομοιογενείς οικονομικά και κοινωνικά περιοχές με μεγάλες εισοδηματικές διαφορές. Εκτός αυτού μια «αχανής χώρα» δεν σημαίνει και «πλούσια χώρα». Ειδικά στην περίπτωση της δικής του Χώρας έπρεπε να είναι πολύ μεγάλη μιας και μεγάλο μέρος τής έκτασης της ήταν από οικονομική σκοπιά άχρηστο.

Ακόμη χειρότερα η ολιγαρχική-κλεπτοκρατική κοινωνική οργάνωση καθρεπτιζόταν και στην οικονομία της Χώρας του. Παρά τις τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών ήταν ανίκανη να παράξει έτοιμα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας για εξαγωγή. Έτσι, η μόνη επιλογή για την οικονομική της επιβίωση ήταν η εξαγωγή σταριού και λιπασμάτων μα κυρίως των πρώτων υλών της. Οι «άλλοι» έλεγαν σαν ανέκδοτο ότι η Χώρα του ήταν ένα βενζινάδικο που τύχαινε να ελέγχει μια χώρα. Η ανικανότητα των υπηκόων του (δηλ., της κοινωνίας της Χώρας του) να εκμεταλλευτούν τις πρώτες ύλες της Χώρας του, τον ανάγκαζε να ψάχνει για νέα κοιτάσματα στις γύρω περιοχές.

Σε περιοχές που προνοώντας ένας από τους προκατόχους του είχε «φυτέψει» πολίτες της Χώρας του στα κοινά τους σύνορα. Τώρα, είχε έρθει η στιγμή να χρησιμοποιηθούν οι μειονότητες αυτές σαν εργαλείο που θα τον βοηθούσαν να κάνει τα σχέδια του πραγματικότητα. Τώρα, αν η «απελευθέρωση» μέσω της ανεξαρτητοποίησης των περιοχών που ζουν συνέπιπτε με το γεγονός ότι αυτές είχαν πλούσιο υπέδαφος τι να πει κανείς.

Ωστόσο, η «απελευθέρωση» αρχικά και στη συνέχεια η ένωση των περιοχών αυτών με τη Μητέρα-Πατρίδα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όχι μόνο επειδή έπρεπε να γίνει με τρόπο που να μη ξεσηκώσει μεγάλες αντιδράσεις από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά κυρίως επειδή προϋπέθετε τη συνεργασία εκείνων που θα «απελευθερώνονταν». Αναλογίστηκε τότε που πριν από μήνες οργάνωνε μεθοδικά το «άχαστο σχέδιο» του. Ένα σχέδιο που τίποτα δεν πήγε όπως είχε σχεδιαστεί.

Η σύλληψη ήταν -θεωρητικά πάντα- απλοϊκή και μεγαλοφυής: στρατιωτικά γυμνάσια στα κοινά τους σύνορα με τη συμμετοχή επαγγελματιών στρατιωτικών και κατοίκων των προς «απελευθέρωση» περιοχών οι οποίοι θα έπρεπε με τον τρόπο αυτό να λάβουν στρατιωτική εκπαίδευση. Φυσικά, η προσπάθεια παραπλάνησης του υπόλοιπου κόσμου θα «πήγαινε σύννεφο» και όλο και κάποιοι που τους βόλευε να είναι αλήθεια θα την πίστευαν. Όταν, όμως, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου τότε όλος ο σχεδιασμός κατέρρευσε σαν παλάτι στην άμμο.

Δεν ήταν μόνο ότι η συνολική δύναμη που διατέθηκε ήταν μικρή για το έργο που της ανατέθηκε. Ούτε έφταιγε η χαμηλή δυναμικότητα των δυνάμεων που προέρχονταν από τις προς απόσχιση περιοχές. Ούτε καν το γεγονός πως οι μεν αρνούνταν να πολεμήσουν στο έδαφος ή για λογαριασμό των δε παρά το ότι είναι γείτονες! Η αιτία της αποτυχίας ήταν η υπεροψία που σε συνδυασμό με τον κακό σχεδιασμό, τις απαρχαιωμένες τακτικές και το χαμηλό ηθικό «έφερε τούμπα» την κατάσταση.

Και τώρα τι; σκέφτηκε την ώρα που νόμισε ότι άκουγε τ’ όνομα του.

Τώρα τίποτα παραπάνω από το ν’ αντέξει όσο περισσότερο μπορούσε σ’ έναν «πόλεμο φθοράς», όπως ήλπιζε ότι θα εξελισσόταν. Αυτά σκέφτονταν δίνοντας ταυτόχρονα διαταγές στους στρατιωτικούς που ελάχιστα πλέον εμπιστευόταν. Γνώριζε ότι ήταν το ίδιο διεφθαρμένοι όπως και εκείνος. Γνώριζε πως είχαν βάλει χέρι στα υλικά με τα οποία έπρεπε να εφοδιαστούν οι επιστρατευμένοι. Τα είχαν πουλήσει στα μαγαζιά από τα οποία, τώρα, έπρεπε να τα αγοράσουν με δικά τους λεφτά όσοι πήγαιναν στο μέτωπο. Τους είχε εμπιστοσύνη ως προς την πίστη που του είχαν γιατί γνώριζε πως γνώριζαν ότι χωρίς αυτόν δεν είχαν ούτε τύχη ούτε καν ζωή. Ως στρατιωτικούς, όμως, δεν τους είχε καμία εμπιστοσύνη.

Δεν είχε πολύ καιρό στη διάθεση του. Ήταν ζήτημα αν θα ήταν στο ίδιο γραφείο στα επόμενα γενέθλια του. Η απόφαση του (για πολιτικούς πάντα λόγους) να μην κηρύξει «γενική επιστράτευση» όπως ο αντίπαλος του, τού στέρησε την δυνατότητα να μετατρέψει την οικονομία τους σε «πολεμική». Πιθανόν, ούτε και αυτό να βοηθούσε μιας και η εξάρτηση της χώρας του από τις εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς θα δημιουργούσε προβλήματα εφοδιασμού της «πολεμικής οικονομίας» ειδικά από τη στιγμή που της επιβλήθηκαν κυρώσεις.

Οι όποιες εισαγωγές γίνονταν μέσω δορυφορικών χωρών στις οποίες ακόμη (σκόπιμα εννοείται) δεν είχαν επιβληθεί κυρώσεις. Ήταν πραγματικά γελοίο και ταπεινωτικό να πρέπει να εισάγει μέσω τρίτων πλυντήρια, ψυγεία και αντλίες θηλασμού μόνο και μόνο για να πάρει τα τσιπάκια τους προκειμένου να τα βάλει στα όπλα που ακόμη ήταν σε να θέση να παράγει. Όλα αυτά δεν τα πλήρωνε με λεφτά. Ποιος άλλωστε χρειαζόταν το εθνικό του νόμισμα που για την ώρα δεν είχε καμία πραγματική αξία; Όλα αυτά πληρώνονταν με χρυσάφι, από το οποίο η χώρα του είχε αρκετό στα σπλάχνα της.

Ο χρόνος τον πίεζε. Η προπαγάνδα απέδιδε όλο και λιγότερο. Όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος τόσο η οικονομία του κατέρρεε και δεν μπορούσε να κοιμάται ήσυχος πως το επόμενο πρωί δεν θα ξυπνούσε σε μια επαναστατημένη χώρα. Όσο και αν θεωρούσε ζώα και ηλίθιους τους υπηκόους του ήξερε πως μετά την επαφή τους με την Δύση είχαν κάπως «ξυπνήσει», ειδικά οι νεότερες γενιές.

Οι διαταγές για απόσυρση από την πιο πολύτιμη στρατιωτικά και πολιτικά περιοχή που κατείχε δεν χρειάστηκαν πάνω από 3’-4’. Θα γινόταν μια φιλότιμη προσπάθεια από τα τσιράκια του να μην μπει ο ίδιος στο κάδρο των ευθυνών. Ίσως, τελικά, να μην έπρεπε να διευθύνει ο ίδιος τον πόλεμο. Δεν ήταν όπως αποδεικνύονταν «Μέγας» όπως εκείνος που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης ούτε «Ατσαλένιος» (εκείνος και αν τα είχε κάνει μαντάρα στην διεύθυνση του δικού του πολέμου).

Του απέμενε να πιει ένα πικρό ποτήρι ακόμα. Το πικρότερο όλων. Οι «άλλοι» του πρότειναν ένα «σχέδιο ειρήνευσης» το οποίο ήταν και η μοναδική επιλογή του. Θα τον άφηναν -λέει- να συνεχίσει να κάθεται στη δερμάτινη καρέκλα του αρκεί ν’ αποσυρόταν από όλες τις περιοχές που είχε καταλάβει με τη εισβολή του. Η μόνη περιοχή που για τα επόμενα 6 και κάτι χρόνια θα παρέμενε στον έλεγχο του θα ήταν εκείνη που ο διάδοχος του «Ατσαλένιου» είχε παραχωρήσει στους σημερινούς εχθρούς του. Θα παρέμενε στον έλεγχο του μέχρι τη συμπλήρωση 75 χρόνων από εκείνη την προδοτική παραχώρηση. Δυστυχώς, θα έπρεπε να την «αποστρατιωτικοποιήσει». Πλάκα θα είχε να πρέπει να κλείσει και την ναυτική βάση (για την οποία άλλωστε εκτός από τα εξοχικά της χρειαζόταν την χερσόνησο αυτή).

Είχε απρόθυμα συμφωνήσει. Από στρατιωτικής άποψης ήξερε πως ήταν ότι καλύτερο μιας και ΔΕΝ μπορούσε να χρησιμοποιήσει «όπλα μαζικής καταστροφής». Βαθιά, όμως, μέσα του ήλπιζε πως το σχέδιο δεν θα προχωρούσε και πως κάτι θα συνέβαινε που θ’ ανέτρεπε την κατάσταση προς όφελος του. Ήλπιζε πως ο ξιπασμένος -από την εξέλιξη του πολέμου με λιγότερο από το δικό του θεατρικό ταλέντο- ηγέτης του εχθρού θα έλεγε «όχι». Από την αρχή τον θεωρούσε «αχυράνθρωπο» των «άλλων», αλλά αυτό δε σήμαινε πως στην πορεία δεν θα ανεξαρτητοποιούνταν σε κάποιο βαθμό και έτσι να μην είναι απόλυτα ελεγχόμενος.

Κοίταξε γύρω του και δεν είδε κανένα. Είχαν φύγει όλοι. Πόση ώρα πριν δεν ήξερε και δεν είχε σημασία. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι▪ η ώρα ήταν 12 παρά 5. Περπάτησε μέχρι την δερμάτινη καρέκλα του και βυθίστηκε σ’ αυτή όπως ένας βράχος μέσα στη θάλασσα. Αισθάνθηκε τα βλέφαρα του βαριά και έπεσε σ’ έναν από τους συχνούς πια ληθάργους του. Γρήγορα αποκοιμήθηκε μη γνωρίζοντας τι του επεφύλασσε η μέρα που θα ξημέρωνε.

Προσπάθησε να ονειρευτεί ότι τελικά θα κατάφερνε τον σκοπό του. Ότι, θα κατάφερνε ν’ αφήσει πίσω του μια αξέχαστη και αξιομνημόνευτη παντοτινά «κληρονομιά». Όμως, το συνειδητό κομμάτι του εγκεφάλου του τον τραβούσε από την ψευδαίσθηση του υπενθυμίζοντας του πως τα δημογραφικά, οικονομικά και στρατιωτικά δεδομένα κάθε άλλο παρά τον ευνοούσαν. «Και αυτός ο γαμημένος Χειμώνας φέτος αργούσε πολύ να έρθει» ήταν η τελευταία του σκέψη πριν τον πάρει ο Μορφέας στην αγκαλιά του.    

19 Νοέμβρη 2022
«πουθενάς 1».

Διαβάστηκε 27 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ (ΥΒΡΙΣ, ΑΤΙΣ, ΝΕΜΕΣΙΣ & ΤΙΣΙΣ)