Το ίδιο διάστημα οι γενιές που μεγάλωσαν από το ’90 ως σήμερα απόλυτα εξοικειωμένες με την τεχνολογία και την εξέλιξη της «παγιδεύονται» όλο και περισσότερο μέσα στο εικονικό περιβάλλον των 0 & 1 που αποκόπτονται όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα. Η αλληλοεπίδραση των αθλητών πλέον μετριέται σε likes και για τους πιο εμπορικούς και σε εισιτήρια των αγώνων τους και σε πωλήσεις ειδών με την υπογραφή τους. Ωστόσο, η επιτυχία ενός παίκτη αφορά την επίδραση στις ζωές των απλών ανθρώπων. Αφορά στο παράδειγμα που δίνει στους «απλούς, καθημερινούς ανθρώπους» και όχι στην οικονομική άνεση που του αποφέρει η δημοφιλία του.
Ο Νίκος Γκάλης ήταν ο καταλύτης που είχε ανάγκη το Ελληνικό Μπάσκετ για ν’ αλλάξει επίπεδο. Δεν είναι πως δεν υπήρχε Ελληνικό Μπάσκετ πριν τον Νίκο. Ούτε ότι δεν είχε τις επιτυχίες του. Είναι πως για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα χρειαζόταν ένα θετικό σοκ προκειμένου να δοθούν χρήματα για τις υποδομές και την ανάπτυξη του αθλήματος▪ και για να γίνει αυτό έπρεπε να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος. Αυτός, δόθηκε με το Χρυσό του 1987. 36 χρόνια μετά η Εθνική Ομάδα στερείται αγωνιστικής ταυτότητας. Αλλάζει συνεχώς προπονητές αλλά δεν καταφέρνει να στεριώσει κανείς. Και αυτή έχει πέσει θύμα της Ευρωλίγκα με αποτέλεσμα με άλλη σύνθεση να προκρίνεται στις τελικές φάσεις των διοργανώσεων και με άλλη να διεκδικεί το καλύτερο σ’ αυτές.
Μετά τον Γκάλη πολλά από τα «παιδιά του» στελέχωσαν την Εθνική. Παίκτες που ασχολήθηκαν με το άθλημα εξαιτίας του. Βέβαια, στην επιλογή τους αυτή βοήθησε και το γεγονός πως από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και για λίγα σχετικά χρόνια έπεσαν στο Επαγγελματικό Μπάσκετ πολλά λεφτά οπότε και οι αμοιβές τους απογειώθηκαν. Το Μπάσκετ έγινε μια διέξοδος από την φτώχεια. Το ζήτημα ήταν πόσο καλοί μπορούσαν να γίνουν και πόσο τυχεροί θα στέκονταν.
Ο Γιάννης Αντετοκούμπο και τ’ αδέρφια του δεν είχαν πολλές επιλογές σε μια Χώρα στην οποία μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους «έβλεπε με μισό μάτι». Στα «γράμματα» δεν είχαν ιδιαίτερη κλίση και έτσι το μόνο που τους απέμενε ήταν το Μπάσκετ και η Τύχη. Στον Επαγγελματικό Αθλητισμό υπάρχουν πολλοί λόγοι για μια ομάδα να επιλέξει κάποιον παίκτη. Δεν είναι μόνο η αξία του ως αθλητή ή τα προσόντα του. Στην τελική απόφαση μετράνε και άλλοι μη αθλητικοί παράγοντες μιας και πλέον επιτυχημένη δεν είναι η ομάδα που κερδίζει τους περισσότερους τίτλους αλλά αυτή που γνωρίζει μεγαλύτερη επιτυχία στο «αθλητικό marketing».
Ο Γιάννης τα κατάφερε στο ΝΒΑ όχι μόνον επειδή είναι καλός, τα κατάφερε στον βαθμό που το έχει κάνει επειδή ήταν αυτό που το ΝΒΑ έψαχνε για να τονώσει το ενδιαφέρον για το Πρωτάθλημα του. Με όρους «αθλητικού marketing» ο Γιάννης και τ’ αδέρφια του ήταν win-win επιλογή. Ήταν η απόδειξη πως με σκληρή δουλειά, πίστη και λίγη τύχη μπορούσε ένας γιος μεταναστών να ξεφύγει από τη φτώχεια. Ο Γιάννης και τ’ αδέρφια του ήταν οι τέλειοι showmen μέχρι το ΝΒΑ να βρει τους επόμενους.
Μετά την αρχική επιτυχία του και την διαφήμιση του ως GREEK FREAK ο Γιάννης όφειλε ν’ αποδείξει την αξία του και με την Εθνική Ομάδα μας. Ήταν (και δυστυχώς συνεχίζει να είναι) η απόδειξη πως εκτός από το πεδίο των «δημοσίων σχέσεων» η Εθνική δεν έχει κερδίσει απολύτως τίποτα από τη συμμετοχή του. Είναι η πιο εκκωφαντική απόδειξη πως άλλο το show του ΝΒΑ και κάτι εντελώς διαφορετικό. Είτε ο Γιάννης δεν είναι ο σούπερ παίκτης που διαφημιζόταν, είτε η Εθνική δεν μπορεί να του βρει σύστημα και ρόλο να τον ενσωματώσει (είτε και τα δύο) η προσφορά του στην Ομάδα είναι μηδαμινή. Ειδικά, η αποτυχημένη φέτος επικοινωνιακή διαχείριση του τραυματισμού του έπληξε καίρια την εικόνα και της Ομάδας και την δική του.
Ακόμη μικρότερη από την προσφορά του στην Εθνική φαίνεται να είναι η επίδραση του στην προσέλκυση νέων παιδιών στο άθλημα. Ο Σωτήρης Μήλιος στο άρθρο του το περιγράφει γλαφυρά μέσα από τη δική του αντίστοιχη εμπειρία μετά το Χρυσό του 1987 (βλέπε εδώ). 36 χρόνια μετά το οργανόγραμμα που εκμεταλλευόμενο την αύρα του Νίκου και τις συνεχόμενες επιτυχίες της Εθνικής Ομάδας έχει φτάσει στα όρια του και η συζήτηση για το «από ‘δω και πέρα» πρέπει ν’ ανοίξει ξανά. Όπως είναι το Μπάσκετ σήμερα το marketing παίζει σημαντικό ρόλο. Μπορεί ο Γιάννης να μην έχει την ίδια επίδραση στο Ελληνικό Μπάσκετ όπως ο Νίκος, αλλά ακόμα και η ανακατασκευή κάποιων γηπέδων (για τα οποία οι Δήμοι δεν δίνουν λεφτά ή σημασία) από τους χορηγούς του Γιάννη δεν είναι μικρό πράγμα.
Η ελπίδα για το αύριο του Ελληνικού Μπάσκετ προέρχεται από τις μικρές Εθνικές Ομάδες που ειδικά φέτος το Καλοκαίρι τα πήγαν περίφημα. Είναι παίκτες που πρέπει να προσεχτούν και ν’ αφεθούν απρόσκοπτοι να συνεχίσουν μέχρι την Εθνική Ανδρών. Δεν χρειάζονται προσθήκες «νατουραλιζέ». Το μόνο που χρειάζονται είναι η συνδρομή της Ομοσπονδίας και μια συνεπή για τις δυνατότητες τους αγωνιστική ταυτότητα.
Κλείνοντας καλό θα ήταν να κλείσει μια και καλή το ζήτημα(;) σχετικά με το αν είναι Έλληνας ή Νιγηριανός ο Γιάννης. Για κάθε ξένο σ’ έναν τόπο έχει απόλυτη προτεραιότητα και σημασία να τον αποδεχτούν οι ντόπιοι. Όσο ο Γιάννης δεν είχε «φτιαχτεί» τόσο τον συνέφερε να συστήνεται ως «Έλληνας» αντί για «Νιγηριανός» μιας και η Ελλάδα του άνοιγε περισσότερες πόρτες. Δεν είναι ο μόνος ούτε και ο πρώτος. Το έχουν κάνει τραγουδιστές και ηθοποιοί που μέχρι να «φτιαχτούν» έκρυβαν την καταγωγή τους. Η δήλωση του ίσως να είναι ένας τρόπος για να κόψει σιγά-σιγά τους δεσμούς του με την Ελλάδα και την Εθνική Ομάδα. Μια τέτοια εξέλιξη εκτός του επικοινωνιακού δεν θα είναι πλήγμα για την Εθνική▪ ίσα-ίσα θ’ αποτελέσει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία ν’ ασχοληθούμε αποκλειστικά με το ίδιο το άθλημα. Αρκεί να μην υπάρξουν άλλα σκάνδαλα τύπου Ουόκαπ και εκδουλεύσεις προς ημετέρους.
19 Σεπτέμβρη 2023
«πουθενάς 1».























































































