Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΑΧΡΗΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ – ΑΧΡΗΣΤΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΚΑΣΕΛΑΚΗ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΑΧΡΗΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ – ΑΧΡΗΣΤΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ
(ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΚΑΣΕΛΑΚΗ)

Είναι σημαντικό να διαβάζεις ένα κείμενο που να σε κάνει σοφότερο▪ που να σου εξηγεί το «πώς», δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται αρχικά και στη συνέχεια εξελίσσεται ένα φαινόμενο. Έτσι, όταν διαβάζεις ένα κείμενο το οποίο απλά σχολιάζει-παρουσιάζει κάποια στατιστικά στοιχεία αν ενδιαφέρεσαι για την ουσία, αισθάνεσαι μεγάλη απογοήτευση. Είναι, τότε, που αναρωτιέσαι αν όντως χρειάζονται κάποιες ειδικότητες επιστημόνων αν όταν ασχολούνται μ’ ένα ζήτημα παραμένουν στην επιφάνεια. Προφανώς στα πλαίσια ενός άρθρου σ’ εφημερίδα δεν μπορείς να είσαι όσο αναλυτικός θα επιθυμούσες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν μπορείς να παραπέμπεις σε μια περισσότερο αναλυτική εργασία, στον βαθμό που αυτή υπάρχει.

Με αφορμή την «αιρετική» για «αρχηγό Αριστερού κόμματος» ομιλία του Κασσελάκη στον Σ.Ε.Β. ο οικονομολόγος Κ. Καλλωνιάτης μπήκε στον κόπο να σχολιάσει στην «Εφημερίδα των Συντακτών» την πίστη ότι «Το Κεφάλαιο είναι ένα εργαλείο για να μπορέσουμε να μειώσουμε τις ανισότητες» (βλέπε εδώ).

Το άρθρο επιχειρεί ν’ αντικρούσει την πίστη του Κασσελάκη μέσω της επίκλησης στατιστικών στοιχείων άσχετων μεταξύ τους▪ τόσο χρονικά όσο και ποιοτικά. Η σύγκριση της Αμερικανικής Οικονομίας 50 χρόνια πριν (δεκαετία ’70) με σήμερα είναι κωμική (ωστόσο είναι κάτι που γίνεται συχνά από πολλούς). Η σύγκριση μιας εταιρείας όπως η τότε General Motors (μιας βαριάς βιομηχανίας) που στηρίζεται στην «ένταση εργασίας» (δηλ. στους πολλούς εργαζόμενους) με την Amazon είναι και κωμική και επικίνδυνη. Δεν συγκρίνεις μήλα και σύκα μόνο και μόνο επειδή η μηλιά και η συκιά είναι δέντρα.

Η σύγκριση της δεκαετίας του ’70 με το σήμερα λαμβάνοντας πάντα υπόψη τον πληθωρισμό μας δίνει μια γκροτέσκα εικόνα του βιοτικού επιπέδου μιας κοινωνίας. Ωστόσο, τα συμπεράσματα ενδέχεται να είναι και παραπλανητικά. Το πιο ασφαλές κριτήριο είναι να εξετάζουμε το ποσό που έπρεπε τότε (και πρέπει και τώρα) να δαπανήσει κάποιος προκειμένου ν’ αγοράσει π.χ. μια φρατζόλα «άσπρο ψωμί» βάρους 700 γρ. Ακόμη και τότε προκειμένου να βγάλουμε ένα οριστικό συμπέρασμα είναι πιθανό να πρέπει να λάβουμε υπόψη πολλές παραμέτρους όπως την αύξηση της τιμής των καυσίμων, βελτιώσεις στην διαδικασία παραγωγής, τις μεταφορές κ.α. Οπότε, μόνη η επίκληση στατιστικών στοιχείων που αφορούν το εισόδημα είναι προβληματική.

Επιπρόσθετα, οι δύο εποχές δεν είναι συγκρίσιμες καθώς καθεμιά τους ανήκει σε διαφορετικό σημείο του Αμερικανικού Οικονομικού Κύκλου. Η δεκαετία του ’70 ήταν 25-35 χρόνια μετά τον Β’ Π.Π. ο οποίος όσο καταστροφικός ήταν τόσο για τον λόγο αυτό έδωσε ώθηση στις «Δυτικές Οικονομίες» εξαιτίας της ανοικοδόμησης που πυροδότησε. Βάζοντας ως πρώτο ορόσημο το «Κραχ του ’29» και ως δεύτερο το 2009 όταν σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Οικονομικών Ερευνών των Η.Π.Α. τέλειωσε η Ύφεση που ξεκίνησε το 2007 με την κατάρρευση της «αγοράς ακινήτων» έχουμε ακριβώς 80 χρόνια▪ όσα και η ζωή του Οικονομικού Κύκλου. Έτσι, σήμερα είμαστε λίγα χρόνια μετά τη έξοδο(;) από την τελευταία ύφεση οπότε όπως και τότε είναι απολύτως λογικό σχεδόν το ίδιο ποσοστό των νέων Αμερικανών ηλικιών 18-29 να ζει μαζί με τους γονείς του γιατί δεν τα φέρνουν βόλτα▪ που είναι το παράδοξο; Διαβάζουμε στο άρθρο:

«Ακόμη, περίπου 23 εκατομμύρια, ή το 45%, όλων των Αμερικανών ηλικίας 18 έως 29 ετών ζουν με την οικογένεια γιατί δεν τα φέρνουν βόλτα. Η τελευταία φορά που ένα τόσο υψηλό ποσοστό νεαρών ενηλίκων ζούσαν με τους γονείς τους ήταν μετά τη Μεγάλη Ύφεση.»      

Προφανώς και η άνοδος των μέσων τιμών των κατοικιών και των ενοικίων οφείλεται σε μια σειρά αιτιών, ωστόσο μόνη η επίκληση τους χωρίς για παράδειγμα να έχουμε το ποσοστό των Αμερικανών που έχουν δικό τους σπίτι δεν βοηθά και πολύ για να βγάλουμε ένα στέρεο συμπέρασμα. Από την άλλη όσο αυξάνεται η αγοραία τιμή των κατοικιών και στον βαθμό που η ζήτηση την κρατά ψηλά, τόσο αυξάνεται και η αξία των υποθηκών (δηλ. του δανεισμού των ιδιωτών με εγγύηση το ακίνητο). Άλλωστε, η μεγάλη πτώση των τιμών των ακινήτων (σε συνδυασμό με τον υπερδανεισμό για αγορά κατοικιών) δεν ήταν η αιτία που πυροδότησε την κατάρρευση της «αγοράς ακινήτων» προκαλώντας την Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση;

Ας δούμε τώρα ποιο θεωρεί ως κύριο αίτιο της εισοδηματικής ανισότητας (και συνεπώς όλων των υπολοίπων ανισοτήτων) ο κος Καλλωνιάτης. Ο κος Καλλωνιάτης αντιπαραβάλλει την GM της δεκαετίας του ’70 με την Amazon και την Walmart. Για την GM και τ’ αυτοκίνητα της δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι περισσότερο. Από την άλλη η Amazon είναι μια διαδικτυακή εταιρεία λιανικού εμπορίου και η Walmart, έχει τόσο διαδικτυακή όσο και φυσική παρουσία στο λιανεμπόριο. Ακόμη και να θεωρούσαμε ως κοινό τους σημείο την ύπαρξη πολλών εργαζομένων («ένταση εργασίας») αυτό δεν σημαίνει πως μπορούμε να τις συγκρίνουμε και μάλιστα σε διαφορετικές φάσεις του Οικονομικού Κύκλου. Πολύ περισσότερο ν’ αποδώσουμε την φαινομενική διαφορά στις αμοιβές στην ύπαρξη «σωματείου» στην GM και στην ανυπαρξία του στις δύο εταιρείες λιανικής. Από την άλλη θα ήταν ενδιαφέρον να συγκριθεί η Walmart (που έχει και καταστήματα) με άλλες αλυσίδες λιανικής πώλησης της δεκαετίας του ’70. Θα ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρον αν μας ενημέρωνε πόσες και ποιες αλυσίδες λιανικής πώλησης έχουν «σωματεία» και ποιες αμοιβές δίνουν προκειμένου να τις συγκρίνουμε αναμεταξύ τους. Η επιλογή της GM μιας από τις πιο εμβληματικές εταιρείες του πιο σημαντικού (εκτός των όπλων και των αεροσκαφών) κλάδου της Αμερικάνικης Οικονομίας τη δεκαετία του ’70 για τη σύγκριση με τις Amazon και Walmart πάσχει.

Των παραπάνω ούτως λεχθέντων ας πάμε στην ουσία της αντίκρουσης του κου Καλλωνιάτη. Αν σκοπός του ήταν να μας αποδείξει ότι οι Η.Π.Α. είναι η κοινωνία με τις μεγαλύτερες ανισότητες στην «Δύση», τότε θα μπορούσε να επικαλεστεί για παράδειγμα τον Στίγκλιτς. Η παράθεση των στατιστικών στοιχείων χωρίς την ουσιαστική ερμηνεία τους ταιριάζει σ’ έναν από τους «οικονομικούς συντάκτες» των εφημερίδων από τους οποίους δεν περιμένουμε παρά μόνο σχολιασμό. Όμως, από έναν επιστήμονα των Οικονομικών απαιτούμε κάτι περισσότερο. Συνεπώς, οι ανισότητες της Αμερικανικής Κοινωνίας είναι όχι μόνο δεδομένες αλλά και πολύ καλά τεκμηριωμένες.

Η μείωση των ανισοτήτων έχει δύο προϋποθέσεις:

  • την παραγωγή πλούτου και
  • την αναδιανομή του.

Η παραγωγή του πλούτου γίνεται με τον γνωστό σε όλους μας τρόπο υπό την προϋπόθεση ότι το Κράτος εποπτεύει την οικονομική δραστηριότητα επεμβαίνοντας όταν πρέπει για να προλάβει εν τη γενέσει τους αν είναι δυνατόν τα προβλήματα.

Η αναδιανομή του πλούτου είναι αρμοδιότητα (και υποχρέωση) του Κράτους. Η αναδιανομή έχει δύο αλληλένδετα σκέλη: την φορολόγηση και την «κοινωνική πολιτική».

Η φορολόγηση είναι μια δύσκολη εξισορρόπηση μεταξύ των πιέσεων αφενός των πλούσιων να μην πληρώνουν πολλά λεφτά είτε άμεσα (φόρο εισοδήματος) είτε έμμεσα (φόρο μερισμάτων) και των υπολοίπου της Κοινωνίας για περισσότερα ή μεγαλύτερα επιδόματα. Εκτός των δύο παραπάνω αντίρροπων πιέσεων η Κυβέρνηση οφείλει να βρει τη «χρυσή τομή» ανάμεσα στην «δημοσιονομική πειθαρχία» (δηλ. τα ελλείματα) έτσι ώστε το κόστος δανεισμού της να είναι χαμηλό και τον κίνδυνο τα επιδόματα αθροιζόμενα να εξασφαλίζουν τέτοιο επίπεδο διαβίωσης ώστε οι λήπτες τους να τα προτιμούν από το να κάνουν κάτι για να βελτιώσουν τη θέση τους («ηθικός κίνδυνος»).  

Όπως σημείωνε και ο Σκότος Άνταμ Σμιθ το σημερινό μας φαγητό δεν εξαρτάται από την καλή θέληση του χασάπη, του παντοπώλη και του αρτοποιού αλλά από το συμφέρον τους να παράξουν και να μας πουλήσουν για να καλύψουν μέρος των αναγκών τους. Μπορεί η σχέση του Κεφαλαίου με την Εργασία να είναι ανταγωνιστική αλλά αυτό ισχύει μέχρι ενός σημείου. Για να τείνουμε στην «πλήρη απασχόληση» χρειαζόμαστε πολλές βιομηχανίες και αλυσίδες λιανικής οι οποίες μεταξύ τους ανταγωνίζονται για ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς και κερδών. Επιπλέον, επειδή στην Οικονομία τα κέρδη ισούνται με τις ζημιές ακόμα και αν λειτουργούσε ιδανικά το οικονομικό μοντέλο στις Η.Π.Α. αυτό θα γινόταν σε βάρος άλλων χωρών. Σε κάθε περίπτωση το Κεφάλαιο και η Εργασία καταλήγουν πάντα σε συμβιβασμό (πάντα με την επιδιαιτησία του Κράτους) γιατί αλλιώς δεν μπορούν να υπάρξουν. Γιατί, όπως και να το κάνουμε το Κεφάλαιο χρειάζεται καταναλωτές για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παράγει και προσφέρει και οι καταναλωτές χρειάζονται εργοδότες.

Κοντολογίς, η φράση του Κασσελάκη δεν ήταν και το μεγαλύτερο λάθος. Προφανώς και ήθελε αρκετή επεξήγηση, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν το περιμένεις από έναν πολιτικό ο οποίος έχει μάθει να μιλά με συνθήματα. Ακόμη περισσότερο αν είναι ο αρχηγός ενός «Αριστερού κόμματος» του οποίου η πολιτική παράδοση είναι να επικοινωνεί με τους ψηφοφόρους μόνο με συνθήματα, τα οποία το κοινό του έχει μάθει ν’ αναγνωρίζει ως έγκυρα και έτσι να μη ζητά από εκείνον να τ’ αναλύσει.

Πάντως στην ομιλία του Κασσελάκη στον Σ.Ε.Β. υπάρχει ένα σημείο που ενώ σχολιάστηκε δεν του δόθηκε η απαιτούμενη σημασία. Είναι η αναφορά του για τα stock options (δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών της επιχείρησης) των εργαζομένων. Εκτός του «κινδύνου» οι εργαζόμενοι ν’ αρχίσουν να ασχολούνται περισσότερο με την τιμή των μετοχών που κατέχουν παρά με τα καθήκοντα τους η κατοχή μετοχών της επιχείρησης στην οποία εργάζονται μπορεί είτε να προσφέρει ένα έκτακτο εισόδημα, είτε μια εξασφάλιση τη στιγμή της συνταξιοδότησης ενώ στο μεσοδιάστημα προσφέρουν και το ετήσιο μέρισμα. Ωστόσο, τα προηγούμενα λειτουργούν υπό την προϋπόθεση ότι τόσο οι γενικές οικονομικές συνθήκες όσο και οι ειδικές κάθε μεγάλης εταιρείας θα είναι ευνοϊκές και ελεγχόμενες-προβλέψιμες. Δεν χρειάζεται ν’ αναφέρω δεύτερη φορά πως τα «δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών» έχουν εφαρμογή σε πραγματικά μεγάλες εταιρείες που στην περίπτωση της Ελληνικής πραγματικότητας είναι η εξαίρεση.

Στο σημείο αυτό είναι καλό να δούμε ποιοι πλουτίζουν υπέρμετρα ώστε οι ανισότητες να μεγαλώνουν κάθε χρόνο που περνά. Η προφανής απάντηση είναι οι ιδιοκτήτες-μεγαλομέτοχοι των εταιρειών. Αυτοί, όμως, είναι υπερβολικά λίγοι (ειδικά στην Ελλάδα) αφού είναι σύνηθες το ίδιο πρόσωπο να είναι μεγαλομέτοχος σε μια σειρά μεγάλων και επιτυχημένων εταιρειών. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι ενδεχομένως κατέχουν σχετικά μικρό ποσοστό μετοχών, το οποίο όμως συνεχώς αυξάνουν. Αυτοί είναι τα «Διευθυντικά Στελέχη» των μεγάλων εταιρειών. Τα στελέχη αυτά εκτός του μισθού τους και των έξτρα (bonus) σε χρήμα λαμβάνουν και «δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών» σε συγκεκριμένη τιμή και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Διοικώντας οι ίδιοι την εταιρεία είναι σε θέση να γνωρίζουν τις σημαντικές αποφάσεις και εξαιτίας της «εσωτερικής πληροφόρησης» να κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο.

Τα «Διευθυντικά Στελέχη» πληρώνονται αδρά για να δημιουργούν κέρδη και υπεραξία για τους μετόχους, ωστόσο δεν μένουν ικανοποιημένα μόνο με τους πολύ υψηλούς μισθούς τους. Ακόμα περισσότερο εθίζονται από την δύναμη που τους δίνει η απόλυτη εξουσία μιας και μόνο τυπικά υπόκεινται στην Γ.Σ. των μετόχων, οι οποίοι όσο λαμβάνουν υψηλά μερίσματα θα πρέπει να λένε και «ευχαριστώ» άσχετα με το «πως» δημιουργήθηκαν τα κέρδη (από τι είδους δραστηριότητες). Η συσσώρευση τόσης δύναμης στα Διευθυντικά Στελέχη χρονολογείται ήδη από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και είχε θορυβήσει τους Αμερικανούς μετόχους και οικονομολόγους, δηλαδή δεν είναι νέο φαινόμενο. Το ζήτημα είναι γνωστό στην οικονομική βιβλιογραφία με τον τίτλο «Δημοκρατία των μετόχων». Αν και ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα και με διαφορετικό περιεχόμενο δημιουργήθηκε για να περιγράψει το πως οι περισσότεροι (μέτοχοι) ενώ φαινομενικά έχουν (θα έπρεπε να έχουν) τον έλεγχο της επιχείρησης τους στην ουσία τον έχουν απωλέσει εξαιτίας της δύναμης που έχουν αποκτήσει οι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι τους.  

Για πάνω από 100 χρόνια το πρόβλημα παραμένει άλυτο και θα συνεχίσει να παραμένει μιας και πολλοί από τους μεγαλομετόχους μεγάλων εταιρειών είναι επενδυτικά ταμεία τα οποία ενδιαφέρονται μόνο για τα μερίσματα και όχι τόσο για την δύναμη των Διευθυντικών Στελεχών. Αντίστοιχη κατάσταση βιώνουμε και στη λειτουργία της σύγχρονης Δυτικής Δημοκρατίας όπου ο πολίτης-ψηφοφόρος μόνον τυπικά έχει μέσω της ψήφου του κάποιον έλεγχο στη διακυβέρνηση του. Στην ουσία βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση με τον μέτοχο μιας μεγάλης επιχείρησης: είναι άβουλος και ανίσχυρος απέναντι στον υπάλληλο-υπηρέτη του▪ αρκεί να τον ταΐζει τακτικά και να του έχει καθαρά σεντόνια και ρούχα και να του δίνει χαρτζιλίκι για τις εξόδους του.  

Οι οικονομικές ανισότητες (και εξαιτίας τους όλες οι υπόλοιπες) δεν οφείλονται στη λειτουργία του Κεφαλαίου αλλά στη μη ουσιαστική διαμεσολάβηση του Κράτους που ειδικά στις Η.Π.Α. το αφήνει ανεξέλεγκτο. Όπως και οποιαδήποτε δραστηριότητα χωρίς εποπτεία και διαμεσολάβηση όποτε απαιτείται, έτσι και η οικονομική δραστηριότητα χωρίς εποπτεία και έλεγχο αυξάνει τελικά τις ανισότητες αντί να τις μειώνει. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα και όχι η εξάλειψη των σωματείων. Προφανώς, υπάρχουν κάποια κατώτερα όρια που κανείς δεν μπορεί να τα ξεπεράσει. Είναι τότε που όλοι μαζί παίρνουν την απόφαση να «πατήσουν πόδι» αν θέλουν να συνεχίζουν να υπάρχουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι η απεργία των ηθοποιών και των σεναριογράφων του κινηματογράφου στις Η.Π.Α. Απομένει να δούμε τι αποτελέσματα θα φέρει.

04 Νοέμβρη 2023
«πουθενάς 1».

Διαβάστηκε 915 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΑΧΡΗΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ – ΑΧΡΗΣΤΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΚΑΣΕΛΑΚΗ)