Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΡΟΥΦΙΑΝΙΑ ΩΣ ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ Μ’ ΑΥΤΗΝ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΡΟΥΦΙΑΝΙΑ ΩΣ ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ Μ’ ΑΥΤΗΝ.

Το είχαμε γράψει εγκαίρως -για να είστε ενήμεροι για όσα συμβαίνουν τώρα- πως η άσκηση της οικονομικής πολιτικής στην πράξη (και ειδικά στις σημερινές συνθήκες) δεν μπορεί να είναι ριζικά διαφορετική από την ως τώρα ακολουθητέα. Το χειρότερο στην περίπτωση αυτή είναι όταν μια «Αριστερή» κυβέρνηση μετέρχεται έστω και αναγκαστικά τα ίδια μέσα για τα οποία κατηγορούσε τις προκατόχους της.  

Η ιδέα της ρουφιανιάς ως μέσο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής δεν είναι νέα. Υπάρχει εδώ και χρόνια τηλεφωνική γραμμή στην οποία ο πολίτης μπορεί να «καρφώσει» ανώνυμα τον επαγγελματία που δεν κόβει αποδείξεις.

Μέσω αυτής της γραμμής (και όχι μόνο) κατηγγέλθησαν στο Σ.Δ.Ο.Ε. περιστατικά φοροδιαφυγής από ερωμένες ή απατημένες συζύγους γιατρών και δικηγόρων. Ωστόσο όταν αυτή η πρόταση ακούγεται από τον Υπουργό Οικονομικών μιας «Αριστερής» κυβέρνησης αποκτά άλλη σημασία και κύρος. Με πολίτες που αντί κάποιου οφέλους θα δουλεύουν για την κυβέρνηση και μάλιστα για την Εφορία ευελπιστεί το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα εισπράξει μεγαλύτερο ποσοστό από τον Φ.Π.Α.

Σχετικά με το ζήτημα αυτό έχουμε να σημειώσουμε πως το ζήτημα της φοροδιαφυγής δεν είναι στην πράξη όπως το εμφανίζουν οι οικονομικοί συντάκτες και το Υπουργείο Οικονομικών. Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειώσουμε πως το Υπουργείο είναι σε θέση να γνωρίζει ή τουλάχιστον να υπολογίζει με σχετική ακρίβεια το ποσό του Φ.Π.Α. που διαφεύγει (δεν μπαίνει στα κρατικά ταμεία) από την επεξεργασία των μηνιαίων (περιοδικών) δηλώσεων Φ.Π.Α., τις συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων (Μ.Υ.Φ.) και τις δηλώσεις εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων.

Το μεγάλο όμως ερώτημα είναι: «Υπάρχει όντως και αν «ναι» σε ποια έκταση η φοροδιαφυγή»; Θα χρησιμοποιήσουμε μια απλοποιημένη ιστορία με βάση την οποία θα προσπαθήσουμε να ιχνηλατήσουμε την διαδρομή της φοροδιαφυγής.

Έστω τεχνίτης που κατασκευάζει ξυλόγλυπτα. Ζει δίπλα στο δάσος και χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη ξυλεία από το δάσος για την οποία δεν πληρώνει τίποτα. Επίσης εξασφαλίζει ηλεκτρική ενέργεια μέσω ηλιακών συλλεκτών και άρα δεν έχει επαγγελματικά έξοδα που να υπόκεινται σε Φ.Π.Α. Ο τεχνίτης αυτός πουλά εκδίδοντας Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής σε μαγαζί λιανικής πώλησης. Έστω ότι η τιμή πριν τον Φ.Π.Α. ήταν 100 Ευρώ και ο συντελεστής Φ.Π.Α. είναι 10%. Εξαιτίας της πώλησης και αφού δεν έχει επαγγελματικά έξοδα υποκείμενα σε Φ.Π.Α. οφείλει 10 Ευρώ σε Φ.Π.Α. (100 x 10%) ενώ θα φορολογηθεί για 100 Ευρώ με την αντίστοιχη κλίμακα Φόρου Εισοδήματος.

Ο αγοραστής των προϊόντων λιανοπωλητής έχει εξαιτίας της αγοράς και μόνο χρεωστικό Φ.Π.Α. ο οποίος θα συμψηφιστεί μ’ αυτόν των πωλήσεων του και ο οποίος μέχρι τον συμψηφισμό του αυτόν αποτελεί δυνητικά απαίτηση του από το Δημόσιο. Έστω ότι ο λιανοπωλητής μας δεν έχει άλλα έξοδα υποκείμενα σε Φ.Π.Α. για την εν λόγω περίοδο. Επίσης έστω ότι πωλεί όλα τα προϊόντα προς 150 Ευρώ εντός του ίδιου μήνα. Υπάρχουν δύο περιπτώσεις:

  • Είτε πωλεί τα προϊόντα εκδίδοντας αποδείξεις λιανικής πώλησης.
  • Είτε πωλεί τα προϊόντα χωρίς να εκδώσει αποδείξεις λιανικής πώλησης.

Στην πρώτη περίπτωση ο λιανοπωλητής θα οφείλει Φ.Π.Α. για το ποσό των 150 Ευρώ το οποίο και αποτελεί το εισόδημα του από την επαγγελματική του δραστηριότητα. Δεδομένου ότι ο Φ.Π.Α. των πωλήσεων του συμψηφίζει αυτόν των αγορών του ο λιανοπωλητής οφείλει Φ.Π.Α. επί της διαφοράς των 50 Ευρώ τα οποία αποτελούν την αμοιβή του (το κέρδος του) αφού συμψηφίζει τις αγορές του ύψους 100 Ευρώ. Άρα στην περίπτωση αυτή οφείλεται Φ.Π.Α. 5 Ευρώ (50 x 10%) και Φόρος Εισοδήματος για τα 50 Ευρώ με βάση την αντίστοιχη κλίμακα.

Στην δεύτερη περίπτωση ο λιανοπωλητής μας δεν εμφανίζει τις πωλήσεις του και συνεπώς δεν αποδίδει ούτε τον Φ.Π.Α. ύψους 5 Ευρώ, ούτε Φόρο Εισοδήματος για τα 50 Ευρώ. Τα βάζει όλα στην τσέπη δηλαδή. Δεδομένου όμως ότι έχει καταχωρημένες στα βιβλία του αγορές εμπορευμάτων είναι αναγκασμένος να εμφανίσει κάποιες από τις πωλήσεις του στα βιβλία (δεν μπορεί στην πράξη να μην κόβει καμία απόδειξη). Έτσι η εν δυνάμει απαίτηση του σε βάρος του Δημοσίου από τον Φ.Π.Α. των αγορών του μειώνεται ή και μηδενίζεται (στο τέλος μπορεί να πληρώνει και κάποιο ποσό).

Το κράτος γνώριζε αυτή την κατάσταση και για τον λόγο αυτόν χρησιμοποιούσε τ’ αντικειμενικά κριτήρια για την φορολόγηση, ενώ παλαιότερα είχε καθιερώσει διαφορετικούς φορολογικούς συντελεστές για κάθε δραστηριότητα. Παράλληλα τα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις για τις φορολογικές παραβάσεις ήταν και συνεχίζουν να είναι τέτοια που να μειώνουν τις απώλειες. Τα τελευταία δε χρόνια επιβλήθηκε και το Τέλος Επιτηδεύματος το οποίο ενώ αρχικά υποτίθεται ότι θα εισπραττόταν μόνο από όσους επαγγελματίες δεν πλήρωναν Φόρο Εισοδήματος, τελικά κατέληξε να εισπράττεται αδιακρίτως στο ίδιο ύψος απ’ όλους είτε πλήρωναν Φ.Ε. είτε όχι. Βέβαια από δω και πέρα οι νέοι τρόποι με τους οποίους θα ελέγχονται οι επαγγελματίες θα καταστήσουν τουλάχιστον στην θεωρία δυσκολότερη την φοροδιαφυγή.

Υπαινιχθήκαμε όμως ότι σχετικά με την φοροδιαφυγή τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα λέει το Υπουργείο Οικονομικών. Προκειμένου να μορφώσουμε γνώμη είναι σκόπιμο να δούμε τι κάνει ο φοροφυγάς τα χρήματα που φοροδιαφεύγει. Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειώσουμε ότι όπως διδάσκουν και στις οικονομικές σχολές το Παθητικό (τα χρέη, τα ανεξόφλητα έξοδα της επιχείρησης) χρηματοδοτούν το Ενεργητικό της (τις αγορές της και την λειτουργία της εν γένει). Συνεπώς οι φόροι που δεν πληρώνει η επιχείρηση στο κράτος αφού δεν εκδίδει για όλες τις πωλήσεις αποδείξεις λιανικής, χρηματοδοτούν την λειτουργία της. Ειδικά στην σημερινή οικονομική συγκυρία αυτού του τύπου η χρηματοδότηση είναι η μόνη επιλογή (μονόδρομος). Άλλωστε η απροθυμία (η οποία ερμηνευόταν ως αναποτελεσματικότητα) της κρατικής μηχανής να «συλλάβει» την φοροδιαφυγή αποτελούσε την έμμεση παραδοχή από το κράτος ότι μέσω της φοροδιαφυγής χρηματοδοτούνταν η λειτουργία (και άρα η επιβίωση) επιχειρήσεων και επαγγελματιών οι οποίοι αλλιώς δεν θα μπορούσαν να βρούν αλλού κεφάλαια. Άλλωστε όπως είναι κοινώς γνωστό τις προϋποθέσεις για δανειοδότηση τις έχουν όσοι δεν χρειάζονται δάνεια.

Ο φοροφυγάς λιανοπωλητής μας τα χρήματα που φοροδιαφεύγει τα χρησιμοποιεί προς όφελος της οικογένειας του και ενδεχομένως καλύπτει κάποιες από τις υποχρεώσεις του είτε απέναντι στο κράτος (με την ευρύτερη ή την στενότερη έννοια) είτε απέναντι σε προμηθευτές/συνεργάτες του οι οποίοι υπόκεινται και αυτοί στην φορολόγηση του εισοδήματος τους. Πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ (το οποίο εκδίδει όλες τις αποδείξεις) για ν’ αγοράσει είδη πρώτης ανάγκης και γενικά ξοδεύει όλο του το εισόδημα σε είδη για τα οποία τουλάχιστον ένας επαγγελματίας ή νομικό πρόσωπο έχει αποδώσει Φ.Π.Α. Ακόμη και όταν μισθώνει τις υπηρεσίες ελευθέρων επαγγελματιών οι οποίοι δεν εκδίδουν όλες τις Αποδείξεις Παροχής Υπηρεσιών, ακόμη και τότε αυτοί οι τελευταίοι παρότι φοροδιαφεύγουν δεν κρατάνε τίποτα στην άκρη αλλά χρηματοδοτούν με τα χρήματα αυτά την επαγγελματική τους δραστηριότητα ή/και τα ξοδεύουν όλα μεγεθύνοντας την κατανάλωση.

Γεννάται τώρα όμως το ερώτημα: «Τι θα γινόταν άραγε αν όλοι οι επαγγελματίες έκοβαν αποδείξεις για όλες τις πωλήσεις τους;». Μια πρώτη απάντηση είναι ότι οι επιπτώσεις εξαρτώνται από το ύψος του ποσοστού κέρδους με το οποίο δουλεύουν οι λιανοπωλητές. Όταν το ποσοστό κέρδους είναι μικρό και το ύψος των εξόδων δεδομένο ενώ παράλληλα η αξία των αγορών μεγάλη, τότε δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος για να μην κόβει κάποιος απόδειξη λιανικής πώλησης. Αυτό συμβαίνει γιατί η Εφορία μπορεί να προσδιορίσει με βάση τις αγορές το κατ’ εκτίμηση αποκρυπτόμενο εισόδημα και να «στήσει στον τοίχο» τον επαγγελματία.

Τα πράγματα όμως διαφοροποιούνται αρκετά όταν μιλάμε για παροχή υπηρεσιών. Στην περίπτωση αυτή ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν γνωρίζει ούτε κατ’ εκτίμηση το ύψος των υπηρεσιών που θα προσφέρει όλο το έτος και έτσι δεν μπορεί να ρυθμίσει το ύψος της φοροδιαφυγής. Η κατάσταση χειροτερεύει σε επαγγέλματα όπως οι υδραυλικοί, οι ηλεκτρολόγοι, οι μηχανικοί αυτοκινήτων οι οποίοι χρησιμοποιούν αναλώσιμα υλικά κατά περίπτωση χωρίς να εκδίδεται πάντα τιμολόγιο (αφού έκδοση τιμολογίου για τ’ αναλώσιμα απαιτείται όταν η εργασία γίνεται για κάποιον επαγγελματία ή νομικό πρόσωπο). Ακόμη και ο πωλητής των υλικών να εκδώσει απόδειξη λιανικής πώλησης το Υπουργείο Οικονομικών είναι σε θέση να γνωρίζει μόνο τον εκδότη και όχι τον λήπτη/αγοραστή οπότε δεν γνωρίζει αν αυτός το χρησιμοποίησε ως καταναλωτής ή ως επαγγελματίας. Όπως φαίνεται με πρώτη ματιά το κακό στην περίπτωση των ελευθέρων επαγγελματιών είναι μεγάλο. Είναι όμως αυτό το συμπέρασμα δικαιολογημένο;

Γνωρίζουμε από τον καιρό του Άνταμ Σμίθ (1776) ότι όταν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των επαγγελματιών (ή όταν αποκλείεται η συνεννόηση μεταξύ τους για τον καθορισμό των τιμών) οι τιμές πέφτουν. Αντίθετα αν και όταν οι επιχειρήσεις ή οι επαγγελματίες βρίσκονται σε συνεννόηση (δρούν ως μονοπώλιο) οι τιμές ανεβαίνουν. Βέβαια οι τιμές πέφτουν μέχρι ένα επίπεδο στο οποίο και ισορροπούν αφού κανείς από τους επαγγελματίες δεν είναι πρόθυμος να τις μειώσει περαιτέρω. Αυτές είναι οι λεγόμενες «τιμές της πιάτσας». Αν για μια στιγμή όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες συμφωνούσαν να εκδίδουν όλες τις αποδείξεις θ’ αύξαναν το ποσό της αμοιβής τους κατά το ποσοστό του Φ.Π.Α. (βέβαια όσο μεγαλύτερος είναι ο συντελεστής του Φ.Π.Α. τόσο μικρότερη ποσοστιαία θα είναι η τελική αύξηση των τιμών, αφού για να μην ανέβουν οι τιμές υπερβολικά οι ελεύθεροι επαγγελματίες θ’ απορροφούσαν ένα ποσοστό του Φ.Π.Α.). Αυτή η εξέλιξη όμως δεν βολεύει τους πολίτες καταναλωτές/χρήστες των προϊόντων και υπηρεσιών αυτών (όσων τουλάχιστον δεν είναι και οι ίδιοι επαγγελματίες) καθόσον αυτοί δεν έχουν βιβλία εσόδων και εξόδων και συνεπώς κάποιο όφελος. Φυσικά θα ήταν και από φορολογικής άποψης παράλογο να τους επιβληθεί μια τέτοια υποχρέωση αφού το εισόδημα τους ως μισθωτοί δεν υπόκειται σε Φ.Π.Α. (τουλάχιστον για την ώρα γιατί αύριο ποιος ξέρει τι θα σκαρφιστούν). Έτσι το Υπουργείο Οικονομικών μηχανεύτηκε το σύστημα συλλογής των αποδείξεων με τις οποίες την πρώτη χρονιά εφαρμογής του ο φορολογούμενος έπαιρνε επιστροφή φόρου το 10% του ποσού τους (και πάντως μέχρι του ποσού που του είχε παρακρατηθεί). Εξαιτίας των πολλών και μεγάλων επιστροφών το σύστημα τροποποιήθηκε έτσι ώστε μόνον τα ιατρικά έξοδα να δίνουν επιστροφή φόρου 10%. Από δω και πέρα θα εφαρμόζεται η «κλήρωση αποδείξεων» (βλέπε εδώ) όχι όμως όλων των κατηγοριών αφού θα κληρώνονται μόνον αυτές των «κατηγοριών επαγγελματιών που φοροδιαφεύγουν» (βλέπε εδώ).     

Συμπερασματικά:

  • Ακόμη και αν αυξηθούν τα έσοδα από Φ.Π.Α. και Φόρο Εισοδήματος (εφόσον δηλώνονται όλες οι πωλήσεις) τα συνολικά έσοδα εκτιμούμε ότι δεν θ’ αυξηθούν τόσο όσο υπολογίζει το Υπουργείο. Αυτό θα συμβεί επειδή τα ποσά που θα εισπραχθούν από την πάταξη της φοροδιαφυγής θα λείψουν από την συνολική κατανάλωση (όπου με την σειρά τους θα παρήγαγαν έσοδα από Φ.Π.Α. και Φ.Ε.
  • Οι μόνοι ωφελημένοι θα είναι όσοι πολίτες κληρώνονται στις «λοταρίες των αποδείξεων».

Κλείνοντας οφείλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις:

  • Όσο μεγαλύτερος είναι ο συντελεστής του επιβαλλόμενου φόρου, τόσο μεγαλύτερο το όφελος για τον φοροφυγά. Συνεπώς μικρότεροι συντελεστές οδηγούν σε μεγαλύτερη φοροαπόδοση.
  • Η πραγματική ζημιά σχετικά με τον Φ.Π.Α. (η οποία έχει καταντήσει πανευρωπαϊκή μάστιγα και η αντιμετώπιση της οποίας για την Ε.Ε. είναι πρώτη προτεραιότητα) είναι οι «τριγωνικές συναλλαγές» σε επίπεδο Ε.Ε. μεταξύ επιχειρήσεων. Η κομπίνα στήνεται μεταξύ επιχειρήσεων που πωλούν η μία στην άλλη προϊόντα με τέτοιο τρόπο ώστε να «κλέψουν» (πάρουν επιστροφή) στο τέλος τον Φ.Π.Α. Το μόνο που χρειάζεται να γνωρίζει κάποιος μη ειδικός είναι πώς οι τρείς επιχειρήσεις που συνεργάζονται καταλήγουν με επιδέξιους χειρισμούς να λάβουν ως επιστροφή τον αναλογούντα Φ.Π.Α. (τον οποίο και μοιράζονται μεταξύ τους) ζημιώνοντας έτσι συνολικά την Ε.Ε. Σε τέτοιου είδους κομπίνες όπως είναι προφανές συμμετέχουν επιχειρήσεις όλων των χωρών της Ε.Ε. αφού όπου πρόκειται για «εύκολο χρήμα» δεν υφίστανται εθνικής φύσεως διαχωρισμοί.       

    

16 Μάρτη 2015
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 2628 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΡΟΥΦΙΑΝΙΑ ΩΣ ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ Μ’ ΑΥΤΗΝ.