Υπάρχουν αριθμοί και στατιστικές τόσο για να υποστηρίξουν το κυβερνητικό όσο και το αντιπολιτευτικό αφήγημα. Κανένας τους δεν μπορεί να σταθεί από μόνος του. Κάθε οικονομικό μέγεθος πρέπει να συνδυαστεί τουλάχιστον μ’ ένα ακόμα προκειμένου να εξαχθούν τα σωστά συμπεράσματα. Αντιμετωπίζοντας την Κυβέρνηση ως μια ακόμη επιχείρηση ας δούμε κάποια από τα οικονομικά της μεγέθη όπως αυτά εμφανίστηκαν στον Τύπο το τελευταίο διάστημα.
Κάθε χρόνο το Φθινόπωρο διαβάζουμε για την πορεία αποπληρωμής του Χρέους και συγκεκριμένα για την πρόωρη εξόφληση των δανείων που είχαν χορηγηθεί από την Ε.Ε. και το Δ.Ν.Τ. Κάθε τέτοιο δημοσίευμα αναφέρεται στο λόγο (πηλίκο) του Χρέους προς το Α.Ε.Π. ο οποίος θα μειωθεί νωρίτερα από τις προβλέψεις του Μνημονίου. Αυτό μπορεί να συμβεί με 3 τρόπους: είτε με την μείωση του Χρέους, είτε με την αύξηση του Α.Ε.Π., είτε -τέλος- με συνδυασμό τους. Κάθε χρόνο γίνεται λόγος για μια ιστορία επιτυχίας (success story) χωρίς προηγούμενο στην Ε.Ε.
Ωστόσο, αυτή είναι η μια πλευρά καθώς τα «φέσια» των φορολογούμενων στο Δημόσιο αυξάνονται κάθε χρόνο πράγμα που σημαίνει πως η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών μειώνεται. Ταυτοχρόνως τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται και αυτά κάθε χρόνο μ’ αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται μεγαλύτερα πλεονάσματα από τα προβλεπόμενα στον Προϋπολογισμό. Πως, όμως, συνδυάζονται όλες αυτές οι αντικρουόμενες διαπιστώσεις; Γιατί, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με εκτιμήσεις αλλά με αριθμούς.
Η αύξηση των φορολογικών εσόδων προκύπτει από την αύξηση του πληθωρισμού (κόστους διαβίωσης) καθώς ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται πάνω στις αυξημένες τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Ώστε, το αυξημένο κόστος διαβίωσης που μειώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών-ψηφοφόρων γεμίζει το Δημόσιο Ταμείο. Από την άποψη αυτή είναι εύκολα εξηγήσιμη η «αδυναμία» του Κράτους να επιβλέψει την αύξηση των τιμών (σκόπιμα) περιοριζόμενο στην εκ των υστέρων επιβολή προστίμων τα οποία αν (και όταν) εισπραχθούν γεμίζουν το Δημόσιο Ταμείο.
Η μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών-ψηφοφόρων είναι δεδομένη και προκύπτει από κάθε έρευνα της Ε.Ε. Ακόμη χειρότερα για την Κυβέρνηση ως ποσοστό η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται στην προτελευταία θέση των μελών της Ε.Ε. μόνο πάνω από την Βουλγαρία. Η μείωση της αγοραστικής δύναμης (μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος) δεν προκύπτει μόνο από τις αυξημένες τιμές προϊόντων και υπηρεσιών αλλά και από τα αυξημένα ενοίκια. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης τα «φέσια» πολιτών και επιχειρήσεων στο Κράτος αυξάνονται κάθε χρόνο.
Από πολιτική άποψη η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έχει συμφέρον να ενεργήσει υπέρ των πολιτών καθώς τα αυξημένα πλεονάσματα της δίνουν την δυνατότητα να δίνει ετήσια επιδόματα εξαγοράζοντας όσες ψήφους μπορεί. Για τον ίδιο λόγο η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και η φορολογική μεταρρύθμιση δεν γίνονται (ενώ θα μπορούσαν να γίνουν) αυτόματα αλλά εντάσσονται στην προσπάθεια της για διατήρηση της εκλογικής της πελατείας.
Βλέπουμε, λοιπόν, πως οι αριθμοί ευημερούν τόσο για την Κυβέρνηση όσο και για την Αντιπολίτευση. Το κακό είναι πως όπως είπε και ο Γεώργιος Παπανδρέου όπου ευημερούν οι αριθμοί, δυστυχούν οι άνθρωποι. Έτσι, καταλήγουμε στην επιλογή είτε να έχουμε ένα πλουσιότερο Κράτος με φτωχότερους πολίτες που να περιμένουν την γενναιοδωρία του, είτε πλουσιότερους πολίτες και φτωχότερο Κράτος. Και τα δύο δύσκολα μπορούν να συνυπάρξουν.
29 Νοέμβρη 2025
«πουθενάς 1».























































































