Από τη στιγμή, όμως, που κάποιοι από τους γονείς δεν έμειναν στον «βουβό πόνο» και τις παρασκηνιακές συναλλαγές (όπως έχει καταγγελθεί) άρχισαν τα προβλήματα για την Κυβέρνηση. Γιατί, εκτός των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων συντηρούσε το θέμα στην επικαιρότητα και η δραστηριότητα των χαροκαμένων γονιών με κύριος εκφραστές την Καρυστιανού, τον Ασλανίδη και τον Ρούτση. Η απήχηση που είχε στον κόσμο η δραστηριότητα του «Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών 2023» είχε να κάνει με την αισχρή και ύποπτη συγκαλυπτική διαχείριση της Κυβέρνησης μετά την τραγωδία. Μια διαχείριση που σε συνδυασμό με τις «υποκλοπές» αναδείκνυε την προβληματική λειτουργία της Δικαιοσύνης η οποία υποτίθεται ότι ως Εξουσία είναι ανεξάρτητη της Πολιτικής. Δεδομένου ότι η Ν.Δ. ως κυβερνών κόμμα προσπαθώντας να ελέγξει την φθορά που θα της προκαλούσε η τραγωδία πολιτικοποίησε την πίεση των συγγενών για την σε βάθος διερεύνηση της υπόθεσης. Έτσι, η Μαρία Καρυστιανού ως εκπρόσωπος του «Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών» μεταβλήθηκε σε δυνάμει πολιτικό.
Η συνεχής έκθεση στην δημοσιότητα σε συνδυασμό με την πεποίθηση πως η Κυβέρνηση χρησιμοποιεί νομικά τερτίπια για να συγκαλύψει την πραγματικότητα δημιούργησαν στην Καρυστιανού την βεβαιότητα ότι η Μοίρα της είχε αναθέσει μια σπουδαία αποστολή. Από κει και πέρα μια σειρά ανθρώπων από διάφορους χώρους την προσέγγισαν για να της προσφέρουν τις γνώσεις και τις υπηρεσίες τους. Όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις καθένας τους προσπαθεί να την προσεταιριστεί για να προωθήσει τις δικές του επιδιώξεις. Όλοι τους είχαν από την πρώτη στιγμή προεξοφλήσει πως η Μαρία θα ιδρύσει κόμμα και θα μεταβληθεί σε κομματάρχη.
Μόνο που αυτό κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Γιατί, είναι ένα θέμα να καταγγέλλεις την συγκάλυψη και ένα άλλο τελείως διαφορετικό να κυβερνήσεις. Έστω, ότι η Μαρία κυβερνά και πως καταφέρνει να βρει την αλήθεια μέσα από τις διαδικασίες της «ανεξάρτητης Δικαιοσύνης» ολοκληρώνοντας την αποστολή που η Μοίρα της ανέθεσε. Τι θα κάνει με την εξωτερική και την οικονομική πολιτική; Τα κόμματα (θεωρητικά) εκπροσωπούν συμφέροντα κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Το κόμμα της Μαρίας τι εκπροσωπεί; Ποια είναι η προσωπική της άποψη (αν έχει) για την εξωτερική πολιτική και ποια για την οικονομική; Αν κερδίσει τις εκλογές το κόμμα της Καρυστιανού τίθεται θέμα συμμετοχής της Ελλάδας στο Ν.Α.Τ.Ο. και την Ε.Ε.; Μήπως γυρίσουμε στην Δραχμή; Όλα αυτά πρέπει να είναι γνωστά προκαταβολικά στους ψηφοφόρους.
Κατά τα φαινόμενα βρισκόμαστε σ’ ένα σημείο που όλοι περιμένουν από την Καρυστιανού να κάνει το επόμενο βήμα (την ίδρυση του κόμματος) και δυστυχώς για εκείνη δεν μπορεί να κάνει πίσω (ακόμη και αν το ήθελε). Επιπλέον, είναι πλέον προφανές πως η ίδια (και ο κύκλος της) δεν μπορεί να διαχειριστεί όπως πρέπει την έκθεση της στην δημοσιότητα▪ η οποία ως ένα βαθμό την έχει κάνει «να καβαλήσει (λίγο) το καλάμι».
Όλη αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει κάποιους από τους συγγενείς των θυμάτων να κάνουν λόγο για πολιτική εκμετάλλευση της τραγωδίας. Η αντίδραση της Κατερίνας Βουτσινά, η οποία έχασε τον αδελφό της Γιάννη στο δυστύχημα των Τεμπών σχετικά μ’ ένα σποτάκι της Καρυστιανού είναι ενδεικτική της πολιτικής κατάστασης της Χώρας μας:
«Η δολοφονία του αδερφού μου δεν έχει καμία δουλειά σε πολιτικό σποτάκι ή οποιαδήποτε αναφορά σε κάθε πτυχή δημοσίου διαλόγου σας, καθότι είστε πολιτικός» έγραψε και προειδοποίησε ότι αν δεν γίνει σεβαστή η επιθυμία της, θα κινηθεί νομικά.
Η Βουτσινά «απαγορεύει» στην Καρυστιανού την αναφορά του αδερφού της γιατί πλέον η Μαρία είναι «πολιτικός». Στο σημείο αυτό βρίσκεται η θεμελιώδης παρεξήγηση που έχει οδηγήσει στην πολιτική κακοδαιμονία της Χώρας. Για τους Αρχαίους δεν υπάρχει διάκριση σε «πολιτικούς» και «ψηφοφόρους» καθώς όλοι οι πολίτες ήταν «πολιτικά όντα». Στο μυαλό, όμως, της Βρανά όπως και της συντριπτικής πλειοψηφίας των «ψηφοφόρων» υπάρχουν οι «πολιτικοί» που καπηλεύονται και ευθύνονται για όλα και οι «ψηφοφόροι» που είναι ολωσδιόλου ανεύθυνοι καθώς ούτε τον χρόνο έχουν ούτε την διάθεση ν’ ασχοληθούν με την «πολιτική» οπότε περιορίζονται μόνο στο να ψηφίζουν (και στη συνέχεια να σιχτιρίζουν). Πάνω σ’ αυτή την «φυσική» διάκριση έχει στηθεί όλος ο μηχανισμός της κομματικής διαμεσολάβησης.
Υπάρχει, όμως, μια ακόμη πιο ύπουλη αλλά και ενδιαφέρουσα διάσταση στην σύσταση-προειδοποίηση της Βρανά. Η διάσταση αυτή αφορά την διάκριση ανάμεσα στο «ιδιωτικό» και το «δημόσιο». Όπου στη συγκεκριμένη περίπτωση το «ιδιωτικό» αφορά στον «βουβό θρήνο» για τον χαμό του «δικού μας ανθρώπου» και το «δημόσιο» στην δημόσια έκφραση του θρήνου και την πιθανή του εκμετάλλευση για μια σειρά από σκοπούς. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπως η τραγωδία των Τεμπών που προκλήθηκε από μια σειρά παραλείψεων του Κράτους δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του «ιδιωτικού» και του «δημόσιου» τα οποία τελικά ενδιαφέρουν κάθε πολίτη που θα μπορούσε να ήταν στην θέση των 57 θυμάτων. Κάθε οικογένεια μπορεί να θρηνεί όπως κρίνει αρμοστό σ’ εκείνη. Καμιά τους όμως δεν μπορεί ν’ αφαιρέσει/ξεχωρίσει τον δικό της νεκρό από τους 57, ούτε μπορεί ν’ αφαιρέσει το πολιτικό περιεχόμενο της τραγωδίας.
Η όποια εκλογική επιτυχία έχει το κόμμα Καρυστιανού δεν θα προέλθει από την εκμετάλλευση των 57 θυμάτων (όποιος το πιστεύει είναι αφελής) αλλά από την ανάγκη των ψηφοφόρων να «τιμωρήσουν» τα «παραδοσιακά πολιτικά κόμματα» που «είναι όλα ίδια» και «κουκουλώνουν» τα σκάνδαλα τους. Κοντολογίς, η πεποίθηση ότι η Δικαιοσύνη συνωμοτεί με την Κυβέρνηση θα είναι υπεύθυνη για το ποσοστό του κόμματος της Καρυστιανού και όχι οι πολιτικές της θέσεις που πρόχειρα θα ετοιμάσει λίγο πριν την κάλπη.
28 Φλεβάρη 2026
«πουθενάς 1».























































































