Ενιαίος συντελεστής Φ.Π.Α.
Πάγια τακτική του Υπουργείου Οικονομικών είναι η προπαρασκευή των φορολογουμένων για τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν. Όπως η προπαρασκευή του πυροβολικού (ο βομβαρδισμός των αντίπαλων θέσεων πρίν την έφοδο) και τα προκαταρκτικά στο σεξ, έτσι και οι δηλώσεις «κύκλων του Υπουργείου Οικονομικών» ή/και του ίδιου του Υπουργού (όταν το θέμα είναι μείζον) έχουν (θεωρητικά τουλάχιστον) το ίδιο αποτέλεσμα.
Η δήλωση του Υπουργού(;) Οικονομικών (καμία σχέση) Γιάνη Βαρουφάκη για το ύψος του Φ.Π.Α. θα έπρεπε να μας/σας είχε προετοιμάσει καταλλήλως. Είχε δηλώσει ότι ο Φ.Π.Α. στο 23% είναι υπερβολικός και θα τον «έβλεπε» στο 15%. Η (αυθεντική) ερμηνεία της δήλωσης αυτής ήταν (ή θα έπρεπε να ήταν) ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται (διάβαζε έχει αποφασίσει) προς την εφαρμογή ενός ενιαίου συντελεστή Φ.Π.Α.
Κατ’ αρχάς η πρώτη και δεδομένη συνέπεια είναι η αύξηση του Φ.Π.Α. σε κάποιες υπηρεσίες (εισιτήρια, Δ.Ε.Η.) και τα τρόφιμα, ενώ αντίστοιχα θα μειωνόταν στις υπόλοιπες υπηρεσίες και την πλειοψηφία των ειδών που αγοράζει μια οικογένεια στο σούπερ μάρκετ αλλά και τα καύσιμα. Πίσω από κάθε «διαρθρωτικό» μέτρο υπάρχει και η επίπτωση στα κρατικά έσοδα. Η επίπτωση αυτή πρέπει να είναι πάντα θετική, να οδηγεί δηλαδή σε αύξηση και όχι σε μείωση. Μάλιστα η αύξηση θα πρέπει να είναι δεδομένη και όχι ενδεχόμενη, δηλαδή θα πρέπει ο νέος συντελεστής πολλαπλασιαζόμενος με τον όγκο συναλλαγών της προηγούμενης για παράδειγμα χρονιάς να παράγει περισσότερα έσοδα για το Δημόσιο Ταμείο. Σαν «δώρο» (μπόνους) θα μπορούσε να προκύπτει η περαιτέρω αύξηση των εσόδων από την μείωση του υψηλού συντελεστή Φ.Π.Α. λόγω της εξοικονόμησης χρημάτων τα οποία δαπανώνται εκ νέου στην κατανάλωση. Από κει και πέρα οι γενικότερες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα δεν είναι εύκολο να εκτιμηθούν καθώς η μείωση του συντελεστή από το 23 στο 18% θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της τιμής πώλησης πολλών ειδών και υπηρεσιών, αλλά δεν είναι γνωστό αν η μείωση αυτή θα περάσει στις τελικές τιμές (καταναλωτή) ή αν θα την καρπωθούν οι επιχειρήσεις. Ωστόσο στην πράξη ταμειακά δεν θ’ αλλάξουν και πολύ τα πράγματα δεδομένου ότι η μείωση του Φ.Π.Α. θα πραγματοποιηθεί τόσο στα έσοδα όσο και στα έξοδα. Σημειωτέον ότι ο Φ.Π.Α. είναι έμμεσος φόρος ο οποίος επιβάλλεται στην προστιθέμενη αξία ενός προϊόντος ή υπηρεσίας. Δηλαδή αν αγοράζουμε ένα προϊόν 10 Ευρώ, το πουλήσουμε 15 και ο Φ.Π.Α. είναι 10% θα αποδώσουμε 0,50 λεπτά στο Κράτος (γιατί θα συμψηφίσουμε το 1,5 Ευρώ που αντιστοιχεί στην πώληση με το 1 Ευρώ της αγοράς). Ο Φ.Π.Α. από την άποψη αυτή είναι και μεταβιβαστικός φόρος (και όχι μεταβίβασης) αφού το βάρος του μεταβιβάζεται στον τελικό καταναλωτή.
Το ύψος του ενιαίου (ακόμα και αν υπάρξουν κάποιες εξαιρέσεις) Φ.Π.Α. δεν θα είναι το 15% όπως το οραματίστηκε ο Γιάνης αλλά σημαντικά ψηλότερο. Το ιδανικό από άποψη δημοσιονομικής απόδοσης είναι το 18%, ο οποίος συντελεστής είναι κατά τύχην(;) και ο μεσαίος συντελεστής όταν καθιερώθηκε ο Φ.Π.Α. στη Χώρα μας. Μπορεί για λόγους μικροπολιτικής σκοπιμότητας να μην πάει κατευθείαν στο ύψος αυτό, σίγουρα όμως εκεί θα καταλήξει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Από την πλευρά μας θα διακινδυνεύαμε(;) να προβλέψουμε πως το ύψος του θα φτάσει τελικά στο 20%, ενώ αν υπάρξει και μικρότερος για το ψωμί, το γάλα και τα φάρμακα αυτός θα διαμορφωθεί στο 50% του βασικού συντελεστή, δηλαδή στο 10%. (Σημείωση: Όσο καθυστερεί η συμφωνία με τις Βρυξέλες τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες ο ενιαίος συντελεστής να διαμορφωθεί κοντά στο 21%, εκτός και αν υπάρξουν και πρόσθετα χαράτσια όπως υποδεικνύει ο Κ. Κουλογιάννης σε σχόλιο του).
Όπως γίνεται πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις (και έχει γίνει και στο πρόσφατο παρελθόν) η αύξηση του Φ.Π.Α. θα δώσει την ευκαιρία στις αλυσίδες λιανικής πώλησης να ξεκινήσουν μια επικοινωνιακή επίθεση στις τσέπες του καταναλωτή τον οποίο θα βομβαρδίζουν με προσφορές. Είτε θα μειώσουν τις τιμές των ειδών που είναι στο 23% νωρίτερα (πριν την ισχύ του μέτρου) και σε είδη αγορασμένα με τον παληό συντελεστή, είτε θ’ «απορροφήσουν» την αύξηση του Φ.Π.Α. στα τρόφιμα.
Το αφορολόγητο των 12.000 Ευρώ.
Μια από τις κεντρικές προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν η επαναφορά του αφορολόγητου στα 12.000 Ευρώ (προφανώς αυτό είναι το ατομικό και όχι το οικογενειακό όταν υπάρχουν και παιδιά). Εξαιτίας της συγκυρίας η εφαρμογή του παραπέμπεται στο μέλλον. Το κακό με όσα ζητήματα συζητούμε στην Ελλάδα είναι ότι μένουμε στην επιφάνεια και κυρίως σ’ επίπεδο συνθηματολογίας. Έτσι και με το αφορόλογητο. Μιλάμε μόνο για την θέσπιση του λές και δεν έχουν σημασία οι επιμέρους λεπτομέρειες όπως πόσα κλιμάκια θα υπάρχουν και ποιοί θα είναι οι φορολογικοί τους συντελεστές.
Τελευταία χρονιά στην οποία εφαρμόστηκε το αφορολόγητο ήταν για τα εισοδήματα του 2012. Για να πάρετε μια ιδέα πως διαφοροποιείται (έστω και λίγο) η κατάσταση θα συγκρίνουμε τα κλιμάκια του 2009 και αυτά του 2012.
Το 2009 ένας μισθωτός/συνταξιούχος με συνολικό εισόδημα 16.000 Ευρώ (στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών, δηλαδή είναι περισσότερα κατά το ποσό του φόρου απ’ αυτά που πράγματι εισέπραξε) και 12.000 αφορολόγητο πλήρωνε 1.000 Ευρώ φόρο, αφού ο συντελεστής του κλιμακίου και μέχρι 30.000 συνολικό εισόδημα ήταν 25%.
Το 2012 ο ίδιος μισθωτός/συνταξιούχος με το ίδιο συνολικό εισόδημα (16.000 Ευρώ) πλήρωνε 1.420 Ευρώ καθώς το αφορολόγητο είχε πέσει στα 5.000 και για εισόδημα μέχρι 12.000 ο φόρος του κλιμακίου ήταν 700 Ευρώ (7.000 X 10%). Για πάνω από 12.000 ο συντελεστής του κλιμακίου (που έφτανε ώς τα 16.000 Ευρώ) ήταν 18%.
(Σημείωση: Για περισσότερα, αλλά και για πειρασματισμούς με συντελεστές και κλιμάκια μπορείτε ν’ ανατρέξετε εδώ).
Βλέπουμε λοιπόν πώς μέσα σε 3 χρόνια υπήρξε δυσμενέστερη φορολογική μεταχείριση του ίδιου εισοδήματος και επιβάρυνση με φόρους 420 Ευρώ. Εφόσον ο μισθωτός λάμβανε σε ετήσια βάση 14 μισθούς (12 μηνιαίους + Δ. Χριστουγέννων (1 μήνας) + Δ. Πάσχα (1/2 μήνας) + Επίδομα Αδείας (1/2 μήνας)), τότε η μείωση ήταν στα 30 Ευρώ ανά μισθοδοσία.
Το ζήτημα όταν σχεδιάζονται τα φορολογικά κλιμάκια είναι πως από τη μιά να το «πουλήσει» η κυβέρνηση ως «φιλολαϊκό» και πώς από την άλλη να εισπράξει περισσότερα από το προηγούμενο σύστημα. Έτσι αρχίζει το κόψιμο και το ράψιμο στην βάση όμως των ήδη διαθέσιμων στοιχείων από τις προηγούμενες χρονιές. Αν θα ήθελε κάποιος να επικαιροποιήσει τα φορολογικά κλιμάκια θα έπρεπε να κάνει τις παρακάτω αναπροσαρμογές:
- Δεδομένων των επιπτώσεων της Οικονομικής Ύφεσης στα εισοδήματα θα μπορούσε το αφορολόγητο των 12.000 του 2009 να γίνει 7.000 υπό την παραδοχή ότι οι μισθοί (όσων εργάζονται ακόμα) έχουν υποστεί μείωση 30% τουλάχιστον. Έτσι οι 7.000 αφορολόγητο του 2015 είναι ισοδύναμες με τις 12.000 του 2009. Βέβαια όπως γίνεται κατανοητό η μείωση αυτή είναι μέση και φυσικά δεν ισχύει σ’ όλες τις περιπτώσεις (αυτό όμως είναι κάτι που ειδικά στα φορολογικά το βρίσκουμε πάντα μπροστά μας).
- Αν το ύψος του (ατομικού) αφορολόγητου μείνει στα 12.000 όπως έχει υποσχεθεί η κυβέρνηση, αφ’ ενός θα είναι δύσκολο να θεσμοθετηθεί με τη μία και αφ’ ετέρου θα «ευνοήσει» τους νυν «μεγαλοεισοδηματίες» (δεδομένου ότι δεχόμαστε πως τα εισοδήματα έχουν μειωθεί κατά μέσο όρο 30%). Αυτό θ’ αποτελούσε αδικία σ’ αυτούς που είναι στη βάση της εισοδηματικής πυραμίδας και ζούν μεροδούλι-μεροφάι.
- Πιθανόν να ήταν σκόπιμη η δημιουργία περισσότερων κλιμακίων (π.χ. ανά 2 ή 3.000 Ευρώ) στα οποία η κλιμάκωση του συντελεστή θα γινόταν ανά 1 ή 2 μονάδες. Π.χ. κλιμάκιο 7-9.000 με συντελεστή 10%, κλιμάκιο 9-12.000 με συντελεστή 11 ή 12% κ.ο.κ. Αυτή η απόφαση θα ληφθεί στην βάση των αναμενόμενων φορολογικών εσόδων και αφού εξεταστεί παράλληλα η φοροδοτική απόδοση και άλλων μέτρων που θα ισύσουν παράλληλα (π.χ. αλλαγές στον Φ.Π.Α.).
- Τέλος είναι άδικο για τον φορολογούμενο, αλλά αποδίδει περισσότερους φόρους να ληφθούν οι αποφάσεις στη βάση του μέσου όρου (όπου το εισόδημα του Λάτση και το δικό σας προστίθενται και βγαίνει ο μέσος όρος) και όχι με την μέθοδο του διάμεσου εισοδήματος (όπου όλα τα εισοδήματα κατατάσσονται μ’ αύξουσα σειρά και λαμβάνεται υπ’ όψη το εισόδημα που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της κατάταξης. Π.χ. αν έχουμε 6 εκ. εισοδήματα το διάμεσο εισόδημα είναι το νούμερο 3.000.001). Το διάμεσο εισόδημα είναι πιό δίκαιο από κοινωνικής άποψης καθώς εκφράζει την πραγματικότητα όπως είναι και όχι παραμορφωμένη από τον «μέσο όρο» που ειδικά στα φορολογικά ζητήματα λειτουργεί παραπλανητικά.
Βλέπουμε λοιπόν πως η θεσμοθέτηση του αφορολόγητου είναι περισσότερο πολιτική απόφαση παρά οτιδήποτε άλλο. Οι «τεχνικές» (αλλά τόσο σημαντικές) λεπτομέρειες μπορούσαν να διαμορφωθούν (και να διαπραγματευθούν με τους πιστωτές μας) δίκαια ακόμη και στη σημερινή οικονομική συγκυρία. Όλα τα υπόλοιπα είναι είτε ένδειξη ασχετοσύνης, είτε «προφάσεις εν αμαρτίαις» (διαλέγεται ότι θέλετε αναλόγως της πολιτικής σας τοποθέτησης).
Το αφορολόγητο των αγροτικών επιδοτήσεων μέχρι τα 12.000 Ευρώ.
Αν όμως η κυβέρνηση δεν θεσμοθέτησε εκ νέου αφορολόγητο 12.000 Ευρώ για όλους τους φορολογούμενους, το έπραξε και μάλιστα αναδρομικά (για τα εισοδήματα του 2014) μόνο για τους αγρότες (τους οποίους με μια σειρά μέτρων προσπαθεί να έχει μαζί της για να μην κατέβουν σε μπλόκα). Αποφάσισε λοιπόν η κυβέρνηση να καταθέσει τροπολογία με την οποία οι αγροτικές επιδοτήσεις μέχρι 12.000 Ευρώ θα είναι αφορολόγητες, εξαιρώντας έτσι το 90% των επιδοτούμενων αγροτών.
Οι αγροτικές επιδοτήσεις είναι οικονομική ενίσχυση προκειμένου ο αγρότης να έχει κίνητρο να συνεχίσει την παραγωγή ενός προϊόντος του οποίου η τιμή πώλησης στην (διεθνή) αγορά υπολείπεται του κόστους παραγωγής. Συνεπώς η επιδότηση αναπληρώνει το εισόδημα που θα έχανε ο αγρότης από την πώληση με ζημία. Σημειώνουμε εδώ ότι ο αγρότης είτε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει μέρος του εισοδήματος του των προηγουμένων ετών, είτε να δανειστεί, είτε ν’ αγοράσει με πίστωση (να χρωστά) για ν’ αγοράσει τα εφόδια που χρειάζεται για την παραγωγή. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία από φορολογικής πλευράς ότι η επιδότηση είναι εισόδημα το οποίο και υπόκειται είτε σε αυτοτελή φορολόγηση (με δική του κλίμακα) είτε με τους «γενικούς όρους».
Αντίστοιχα ισχύουν και για τις αποζημιώσεις, αφού η αποζημίωση για καταστροφές της παραγωγής αναπληρώνει το εξαιτίας των καταστροφών αυτών χαμένο εισόδημα. Έστω όμως ότι για το θέμα αυτό -και επειδή η λέξη αποζημίωση είναι συνώνυμη της κάλυψης μιας απώλειας- κάνουμε μια παραχώρηση και να δεχούμε ότι καλώς αποφάσισε τη μη φορολόγηση των αποζημιώσεων η κυβέρνηση (την ίδια στιγμή που η αποζημίωση απόλυσης φορολογείται αυτοτελώς με αφορολόγητο τις 60.000 Ευρώ).
Βλέπουμε λοιπόν πως και στις δύο περιπτώσει η κυβέρνηση εισήγαγε σκόπιμα διακρίσεις μεταξύ ομάδων φορολογουμένων. Η διάκριση θα γίνει ευκολότερα κατανοητή αν υποθέσουμε ότι το ίδιο άτομο έχει αγροτικό εισόδημα και ταυτόχρονα είναι μισθωτός ή συνταξιούχος. Ως αγρότης θα δικαιούται αφορολόγητου 12.000 Ευρώ για τις επιδοτήσεις, ενώ την ίδια στιγμή θα φορολογείται με τον περίεργο τρόπο που ισχύει από το 2013 για τα εισοδήματα του ως μιθωτός ή συνταξιούχος. Τα μέτρα αυτά δεν υποστηρίζονται από καμία λογική παρά μόνον αυτή της ψηφοθηρίας, ενώ όχι μόνο δεν προάγουν αλλά αποτρελούν και πλήγμα κατά της φορολογικής δικαιοσύνης.
Άλλες (δύο) ιστορίες φορολογικής αδικίας και ασχετοσύνης.
1η ιστορία: Εκτός όμως από τα παραπάνω η κυβέρνηση επεφύλαξε ένα ακόμη δώρο στους αγρότες. Έστω ότι εκτός από τα συνήθη προϊόντα κάποιος φύτεψε και φωτοβολταϊκά σε μια χέρσα έκταση. Το παράδειγμα του ακολούθησε και ένας συγγενής του ο οποίος όμως δεν δραστηριοποιείται ως αγρότης. Οι δυό τους θα έχουν διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση για το εισόδημα που προέρχεται από τα φωτοβολταϊκά. Ο μεν πρώτος ο αγρότης θα φορολογηθεί με συντελεστή 13% σαν να ήταν τα φωτοβολταϊκά παραπούλες και λάχανα. Ο δεύτερος θα φορολογηθεί με 26% τη ςκλίμακας φορολογίας μη μισθωτών/συνταξιούχων, δηλαδή σαν ελεύθερος επαγγελματίας!
2η ιστορία: Υπάρχει όμως ακόμη μια ιστορία η οποία αποδεικνύει την ασχετοσύνη(;) κάποιων την οποία και συνδυάζει με την αδικία, παράγοντας έτσι ένα εκρηκτικό μείγμα. Θυμάστε πως στο προηγούμενο κείμενο μας (βλέπε εδώ) αναφερόμαστε στη χαζομάρα της υποχρέωσης εξόφλησης των λογαριασμών άνω των 50 Ευρώ στα νησιά. Οι νεότερες πληροφορίες δεν μιλούν για υποχρέωση αλλά για «κίνητρα» για να προωθηθεί η χρήση χρεωστικών και πιστωτικών καρτών. Υποτίθεται ότι με τον τρόπο αυτόν θ’ αναγκαστούν οι εστιάτορες και όχι μόνο να εκδίδουν περισσότερες αν όχι όλες τις ταμειακές αποδείξεις. Έχουμε ήδη μιλήσει για τις δυσκολίες εφαρμογής του μέτρου οπότε δεν θ’ αναφερθούμε ξανά σ’ αυτές.
Σήμερα υπό το φώς των νέων πληροφοριών θα μιλήσουμε για τον υποκρυπτόμενο στόχο αυτού του μέτρου. Θεωρούμε (προβλέπουμε) ότι η αύξηση των εσόδων από Φ.Π.Α. δεν θα είναι τέτοια που να δικαιολογεί αυτό το μέτρο, ειδικά αφού μιλάμε για «κίνητρα» και όχι για υποχρέωση. Προκειμένου να εφαρμοστεί σε ευρεία κλίμακα άμεσα (ήδη από 1η Ιούλη) το μέτρο παραχωρούνται στις επιχειρήσεις δωρεάν μηχανήματα για να μπορούν οι καταναλωτές να πληρώνουν με χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες. Φυσικά τα μηχανήματα αυτά ανήκουν σε κάποιες (λίγες πλέον) τράπεζες μέσω των οποίων θα διακινούνται όλες αυτές οι συναλλαγές. Δεν χρειάζεται νομίζουμε να προσθέσουμε ότι κάθε συναλλαγή επιβαρύνεται με προμήθεια την οποία πληρώνει η επιχείρηση και η οποία πάει κατευθείαν στα κέρδη της τράπεζας. Το καλύτερο όμως είναι ότι η απόφαση της κυβέρνησης (τουλάχιστον όπως έχει μορφοποιηθεί ως τώρα) περιλαμβάνει και επιστροφή κάποιου ποσοστού για όποιον πληρώνει ηλεκτρονικά και όχι με μετρητά. Η μεγαλοφυΐα του μέτρου αυτού ξεδιπλώνεται πλέον σ’ όλη της το μεγαλείο αφού και την φοροδιαφυγή καταπολεμά και προμήθειες για τις τράπεζες παράγει την ίδια στιγμή που τα Δημόσια Έσοδα αυξάνονται τόσο ώστε να έχει την δυνατότητα το Κράτος να επιστρέφει λεφτά στους καταναλωτές.
Φαίνεται πως στο Υπουργείο Οικονομικών δεν έχουν πάρει το μάθημα τους από την πρώτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου των αποδείξεων. Τότε για τα εισοδήματα του 2010 η κυβέρνηση έδινε έκπτωση 10% από τον Φ.Ε., μια κίνηση η οποία «άδειασε» το Δημόσιο Ταμείο. Ελπίζουμε (αλλά δεν αισιοδοξούμε) το μέτρο αυτό ν’ αποδώσει όχι μόνο γιατί θ’ αυξηθούν (κατά πάσα πιθανότητα) τα Δημόσια Έσοδα, αλλά και γιατί δεν μένουν και πολλές πρωτότυπες ιδέες να επιδείξουμε στους πιστωτές μας μπας και μας λυπηθούν και μας χρηματοδοτήσουν. Αλλά για τους τρόπους χρηματοδότησης θα κάνουμε λόγο στο επόμενο σημείωμα μας.
(Σημείωση: Οι αιτιάσεις ότι η Σαντορίνη απέδωσε λιγότερο Φ.Π.Α. από ορεινά χωριά της ενδοχώρας είναι λαϊκίστικη και προβάλλεται μόνο και μόνο για να δικαιολογήσει την λήψη του συγκεκριμένου μέτρου. Στο κάτω-κάτω πάντα χρειάζεται κάποια ευλογοφανής δικαιολογία ακόμη και αν είναι προκατασκευασμένη. Κάπως έτσι ξεκίνησε και ο Β’ Π.Π. Η επιλογή της Σαντορίνης κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν αφού συνδυάζονται στην περίπτωση αυτή η μεγάλη τουριστική κίνηση και ο μειωμένος κατά 30% συντελεστής Φ.Π.Α. που ισχύει εκεί. Έτσι με την φήμη αυτή (ακόμη και αν αληθεύει υπάρχουν τρόποι να εξηγηθεί) δημιουργείται το αναγκαίο κλίμα για τις αλλαγές στο Φ.Π.Α. (και όχι μόνο). Άλλωστε η φοροδιαφυγή δεν είναι ενδημική των τουριστικών νησιών, όχι τουλάχιστον σε μεγαλύτερο βαθμό από την ηπειρωτική ενδοχώρα. Οποιοσδήποτε πιστεύει κάτι διαφορετικό είναι απλά αφελής.).
18 Μάη 2015
παρατηρητήριο.























































































