Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΠΑΔΩΝ (ΑΝ ΔΕΝ ΑΝΑΛΑΒΟΥΝ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΔΟΥΝ ΠΡΟΚΟΠΗ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΠΑΔΩΝ
(ΑΝ ΔΕΝ ΑΝΑΛΑΒΟΥΝ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΔΟΥΝ ΠΡΟΚΟΠΗ)

Ο «επαγγελματικός αθλητισμός» είναι επαγγελματικός γιατί ο αθλητισμός έγινε στην πορεία ένα ακόμη επάγγελμα από το οποίο μπορεί να ζήσει κανείς. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καινούρια. Ίσα-ίσα από την Αρχαιότητα ακόμη οι αθλητές συμμετείχαν για την αμοιβή που λάμβανε ο νικητής στους διάφορους αγώνες οι οποίοι από θρησκευτικές πανηγύρεις είχαν εξελιχθεί (εκφυλιστεί) σε τουρνουά. Η νεότερη έκδοση των Ολυμπιακών Αγώνων στόχευε στην αναβίωση του Αθλητικού Ιδεώδους της άμιλλας, του συναγωνισμού και γενικά κάθε ευγενικού αισθήματος. Τουλάχιστον έτσι πίστευε ο Πιέρ ντε Κουμπερντέν και όσοι ίδρυσαν την Διεθνή Ολυμπιακή Ομοσπονδία. Ακόμα και τώρα που οι χορηγίες και τα τηλεοπτικά έσοδα έχουν τόσο αποφασιστικό ρόλο στην κάλυψη του κόστους διοργάνωσης κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι αγώνες ερασιτεχνών. Στην ουσία το κριτήριο για να χαρακτηριστεί ένα άθλημα «επαγγελματικό» είναι αν ο αθλητής (και όχι αθλούμενος) μπορεί να ζήσει από αυτό.

Από την στιγμή που ο αθλητισμός μετατράπηκε σε «επαγγελματικό» τα ποσά με τα οποία αποτιμώνται οι αθλητές αυξήθηκαν σημαντικά. Η αύξηση αυτή -η οποία οδήγησε πολλές ομάδες σε οικονομική αιμορραγία- δεν οφείλεται τόσο στον ανταγωνισμό μεταξύ των ομάδων για την προσέλκυση των καλύτερων παικτών, αλλά οφείλεται στην επίδραση εξωγενών προς τον αθλητισμό παραγόντων. Οι αμοιβές των ενδιάμεσων (μάνατζερ) καθώς και η διαφημιστική εκμετάλλευση των πρωτοκλασάτων παικτών οδήγησαν σε αύξηση των συμβολαίων όλων των παικτών (αφού οι αμοιβές των πρωτοκλασάτων συμπαρέσυραν και αυτές των παικτών Β’ & Γ’ διαλογής).  

Δεδομένου ότι ο Καπιταλισμός εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που ο ίδιος δημιουργεί ανατροφοδοτώντας την οικονομική δραστηριότητα (δημιουργώντας στην πορεία υπεραξίες/φούσκες σε κάθε κλάδο οικονομικής δραστηριότητας) την αύξηση του κόστους απόκτησης αλλά και της αμοιβής των πρωτοκλασάτων παικτών ανέλαβαν να καλύψουν τόσο οι πολύ μεγάλες εταιρείες όσο και τα τηλεοπτικά δίκτυα τα οποία πρόσφεραν πολλά λεφτά για τα δικαιώματα τηλεοπτικής κάλυψης. Το ωραίο είναι ότι η αύξηση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων συνέβη εξαιτίας του ενδιαφέροντος των διαφημιστών για τον χώρο. Με τη σειρά της η αύξηση των χρημάτων που δίνονταν για τηλεοπτικά δικαιώματα ανατροφοδότησε το ενδιαφέρον των διαφημιστών και πάει λέγοντας.

Όλο αυτό το γαϊτανάκι εξελίσσεται ομαλά (και άρα προβλέψιμα) με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς μόνον όταν ο Οικονομικός Κύκλος βρίσκεται σε φάση Μεγέθυνσης, ενώ καταρρέει (αν και όχι ομοιόμορφα) όταν εισέρχεται σε φάση Ύφεσης. Ακόμη όμως και τότε μερικά κόστη αποδεικνύονται ανελαστικά (δηλαδή δεν επιδέχονται μείωσης). Αυτό συμβαίνει γιατί οι πολύ μεγάλοι σταρ του αθλητισμού οφείλουν να ζουν μια πλούσια ζωή προκειμένου να συνεχίσουν να είναι πρότυπα (ινδάλματα) για αντιγραφή. Αυτή η αλήθεια ισχύει τουλάχιστον από τον καιρό του Άνταμ Σμίθ (180ς αιώνας). Πράγματι ο Άνταμ Σμίθ στο βιβλίο του «Έρευνα για την φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών» μεταξύ άλλων γράφει ότι ένας δικηγόρος πρέπει να πληρώνεται πολλά λεφτά προκειμένου να είναι σε θέση να συντηρήσει έναν ακριβό (πολυτελή) τρόπο ζωής ο οποίος του προσδίδει το απαραίτητο κύρος έτσι ώστε να τον επιλέγουν (εμπιστεύονται) οι πολίτες για τις υποθέσεις τους.

Ο «επαγγελματικός αθλητισμός» στην Ελλάδα τυπικά εισήχθη το 1979 με την ψήφιση του Ν. 79/79. Τότε το επίθετο «επαγγελματικός» εξαντλούνταν στην μετατροπή των ερασιτεχνικών ποδοσφαιρικών τμημάτων (και όχι των σωματείων γενικά) σε Ανώνυμες Εταιρείες. Εντός των συνόρων λειτουργούσε ένα υπερπροστατευτικό των συμφερόντων των Π.Α.Ε. σύστημα το οποίο μετέβαλλε τους αθλητές σε δουλοπάροικους. Οι 3ετίες, 5ετίες 8ετίας και οι 12ετίες δεν λένε τίποτα σ’ όσους γεννήθηκαν την δεκαετία του ’90 όταν η υπόθεση Μποσμάν έφερε τα πάνω-κάτω για όλους τους υπόλοιπους που ακολούθησαν αλλά όχι για τον ίδιο τον Μποσμάν που είχε προδφύγει.  

Από την στιγμή που μπαίνει κανείς στον χορό δεν έχει άλλη επιλογή από το να χορέψει όσο μπορεί καλύτερα. Στην περίπτωση μας αυτό σήμαινε την βιαστική και απότομη προσαρμογή των Ελληνικών Π.Α.Ε. (και στη συνέχεια Κ.Α.Ε.) στα νέα οικονομικά δεδομένα. Σαν AUTOBIANCHI στο οποίο φοράς μηχανή PORSHE οι Ελληνικές Π.Α.Ε. & Κ.Α.Ε. βγήκαν στον Ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Προερχόμενες από μια μικρή σε μέγεθος αγορά η μόνη «λογική» επιλογή ήταν να κυριαρχήσουν (μέσω «παράγκας») στον χώρο, αφού η «επένδυση» εκτός του κόστους και της αβεβαιότητας έχει και μακροπρόθεσμο χαρακτήρα, ενώ δύσκολα αποδίδει καρπούς σε μικρές αγορές όπως η δική μας.

Στην ιστορία του αθλητισμού οι ιδιοκτήτες των ομάδων -από την Αρχαιότητα κιόλας- ήταν λεφτάδες. Αν στην Αρχαιότητα η ιδιοκτησία περιοριζόταν σε άρματα και άλογα ιπποδρομιών, σήμερα εκτείνεται σε κάθε σπορ που μπορεί να φανταστεί κανείς. Μέχρι το 1979 την ιδιοκτησία των ποδοσφαιρικών ομάδων είχαν οι πλούσιοι της εποχής. Μετά την εισαγωγή του «επαγγελματικού αθλητισμού» η εμπλοκή των πλούσιων στην ιδιοκτησία των Π.Α.Ε. & Κ.Α.Ε. έγινε ανάγκη προκειμένου οι Ανώνυμες Αθλητικές Εταιρείες να έχουν ελπίδες επιβίωσης στο νέο τοπίο. Οι επιχειρηματίες που εμπλέκονται τώρα σ’ αυτές δεν κάνουν το «χόμπυ» τους όπως ο Γουλανδρής και ο Μπάρλος, αλλά συνδυάζουν την ιδιοκτησία των Α.Α.Ε. με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες τους, χρησιμοποιώντας ως μέσο πίεσης την ιδιοκτησία των ομάδων.  

Αποτέλεσμα της παραπάνω εξέλιξης ήταν η ταύτιση των οπαδών (και ειδικότερα των πλέον φανατικών) των ομάδων με την εκάστοτε ιδιοκτησία. Με τον τρόπο αυτό οι οπαδοί από την πλευρά τους θεωρούσαν ότι υπερασπιζόμενοι τον ιδιοκτήτη υπερασπίζονταν την ομάδα, αφού αν οι δουλειές του ιδιοκτήτη αυγάτιζαν ανάλογα θα αυγάτιζαν και τα χρήματα που αυτός διέθετε στην ομάδα. Πλέον η ομάδα για την επιβίωση της εξαρτάται όλο και περισσότερο από το πορτοφόλι του ιδιοκτήτη της (και τα χορηγικά συμβόλαια) και όχι από τα λεφτά που δίνουν οι οπαδοί της με την αγορά του εισιτηρίου. Με το να ταυτίσουν την αγαπημένη τους ομάδα με την ιδιοκτησία της οι οπαδοί επέλεξαν τον «εύκολο δρόμο», επέλεξαν να μην έχουν καμία ευθύνη για όσα συμβαίνουν ενώ δεν θα έπρεπε. Την ίδια στιγμή (αυτομάτως) κατέστησαν προστάτες/φύλακες των συμφερόντων της ιδιοκτησίας (κάποιοι τους ονομάζουν «ιδιωτικούς στρατούς»).

Όμως η οικονομική πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Εφ’ όσον μόνον ένας μπορεί να είναι ο νικητής κάθε χρόνο (και να έχει το ανάλογο οικονομικό κέρδος) αναγκαστικά όλοι οι υπόλοιποι φορτώνονται με τ’ αντίστοιχα ελλείμματα (τα οποία μπορεί να προκύψουν και για τον νικητή απλά και μόνον επειδή κάποιες επιλογές του αποδείχθηκαν αποτυχημένες). Είναι όπως σε μια παρτίδα πόκερ όπου μόνον ο νικητής παίρνει το σύνολο των πονταρισμάτων, ενώ όλοι οι υπόλοιποι «γλύφουν τις πληγές τους» διαχειριζόμενοι εν’ όψη των επόμενων παρτίδων την χασούρα τους. Συν τω χρόνω και ενόσω δεν κερδίζουν και άλλοι παίκτες ολοένα και περισσότερο τα χρέη αυξάνουν, τουλάχιστον για όσους απ’ αυτούς φτάνουν μέχρι τον τελικό γύρο. Όσοι έχουν χάσει ήδη αρκετά (ή μπήκαν από την αρχή με μικρά ποσά) ποντάρουν μόνο το εισαγωγικό ποντάρισμα και συνεχίζουν μόνον αν το χαρτί που έχουν έχει πολύ καλές ελπίδες. Αυτό μεταφράζεται στην κατάκτηση του Κυπέλλου (ή την συμμετοχή στον τελικό) και την έξοδο στη Ευρώπη.

Είναι προφανές ότι κάποιοι παίκτες είναι «καταδικασμένοι» να φτάνουν μέχρι τον τελικό γύρο. Αυτοί οι παίκτες ακόμη και αν ήταν σε θέση να βάζουν συνέχεια λεφτά δεν μπορούν ωστόσο να μην λαμβάνουν υπόψη όσα ισχύουν στον κόσμο των επιχειρήσεων. Επιπρόσθετα είναι σε ιδιαιτέρως δύσκολη θέση και για έναν ακόμη λόγο. Το πόκερ («επαγγελματικός αθλητισμός») βασίζεται στην δημιουργία και συντήρηση αισθημάτων κυριαρχίας/υποτέλειας η ύπαρξη των οποίων είναι απαραίτητη για την επίτευξη μακροχρόνιας κυριαρχίας. Στον «επαγγελματικό αθλητισμό» (όπως και το πόκερ) ο όγκος των χρημάτων που κατέχει καθένας από τους παίκτες είναι ιδιαίτερα σημαντικός κυρίως γιατί για να μείνει κανείς μέχρι τον τελικό γύρο θα πρέπει ταυτόχρονα να έχει και «δυνατό χαρτί» και να είναι σε θέση να «δεί» το ποντάρισμα των αντιπάλων του.

Η συχνή/συνεχής συμμετοχή στο CHAMPIONS LEAGUE (και μόνο σ’ αυτό) σε πολύ λίγους από τους συμμετέχοντες βελτίωσε τα οικονομικά τους. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και από τα οικονομικά ανοίγματα των ομάδων που συμμετέχουν σ’ αυτό οι οποίες συνεχίζουν να έχουν ανάγκη τα «βαριά πορτοφόλια» των ιδιοκτητών τους. Το ίδιο αντίστοιχα συμβαίνει και με το EUROPA.

Τα πράγματα στο μπάσκετ δεν είναι διαφορετικά και σίγουρα δεν είναι καλύτερα για τους συμμετέχοντες. Έχουμε γράψει παλαιότερα (βλέπε εδώ) για τα οικονομικά ανοίγματα των Π.Α.Ο. και Γαύρου τα οποία παραμένουν μεγάλα ακόμη και μετά από τόσα χρόνια εγγυημένης συμμετοχής στην Ευρωλίγκα. Κάθε επιχείρηση από μια ταπεινή μπαρμπουτιέρα ως ένα χλιδάτο καζίνο πρέπει να ισορροπήσει με επιτυχία ανάμεσα στα κέρδη που μοιράζει στους παίκτες και σ’ αυτά που κρατά για λογαριασμό της. Αυτό είναι τα τελευταία χρόνια και το σημείο τριβής των συμμετεχόντων στο CHAMPIONS LEAGUE και την Ευρωλίγκα με τους διοργανωτές. Ειδικά στην περίπτωση της Ευρωλίγκα (η οποία είναι η κορυφαία διοργάνωση του μπάσκετ και αντίστοιχη του CHAMPIONS LEAGUE) τα πράγματα περιπλέκονται γιατί η διοργανώτρια αρχή δεν είναι η ίδια η Διεθνής Ομοσπονδία (F.I.B.A.).

Το γεγονός ότι η εγγυημένη συμμετοχή στην Ευρωλίγκα δεν είναι αρκετή για ν’ αντιμετωπιστούν τ’ αυξημένα (και συσσωρευμένα) κόστη λειτουργίας είναι η αιτία της συζήτησης που ανοίγει κάθε χρόνο σχετικά με το σύστημα της Ευρωλίγκα. Τελευταία φορά το ζήτημα ανακινήθηκε μ’ αυτό το κείμενο. Ανεξάρτητα από τις όποιες αλλαγές θεωρεί κάποιος ότι πρέπει να γίνουν προκειμένου η διοργάνωση ν’ αποκτήσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον το ζήτημα παραμένει ότι Π.Α.Ο. και Γαύρος λειτουργούν κάθε χρονιά με παθητικό. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά τότε τα αδέρφια Αγγελόπουλοι δεν θα χρειαζόταν να βάλλουν 12 εκ. (βλέπε εδώ) για να καλύψουν μέρος από τα χρέη 28 εκ. που κατέγραφε ο Ισολογισμός του 2013-2014 (μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιευτεί ο Ισολογισμός Ιούλη 2014 – Ιούνη 2015). Ακόμη χειρότερα το πρόβλημα συνεχίζει να υφίσταται ανεξάρτητα από τις όποιες αλλαγές προωθηθούν, οι οποίες δεν είναι σίγουρο ότι θα δουλέψουν. Αν για παράδειγμα γίνει προσπάθεια ν’ αντιγραφεί το Ν.Β.Α. από την Ευρωλίγκα τότε το σύστημα θ’ αποτύχει μεγαλοπρεπώς. Το Ν.Β.Α. είναι το εθνικό πρωτάθλημα των Η.Π.Α. μιάς μεγάλης σε έκταση και πληθυσμό χώρας, ενώ η Ευρωλίγκα είναι υπερεθνική διοργάνωση των πρωταθλητριών (και όχι μόνο) ομάδων από τα εθνικά πρωταθλήματα η κατάταξη στα οποία υποτίθεται ότι εξασφαλίζει την συμμετοχή στην Ευρωλίγκα. Στην ουσία -και μ’ αυτό ολοκληρώνουμε εδώ την συζήτηση για την Ευρωλίγκα- το πρόβλημα προκαλείται από τα εγγυημένα συμβόλαια. Τα εγγυημένα συμβόλαια καταργούν κάθε έννοια ανταγωνισμού, ο οποίος είναι ανύπαρκτος στις πολύ μικρές αγορές όπως η δική μας. Επιπρόσθετα αν παρ’ ελπίδα κάποια ομάδα σπάσει το κατεστημένο στο μόνο που μπορεί να ελπίζει είναι μια αριστίδην συμμετοχή (wildcard).        

Κλείνοντας το σημερινό άρθρο θ’ αναφερθούμε στην τελευταία είδηση η οποία αφορά τα οικονομικά προβλήματα των μικρότερων ομάδων της SUPER LEAGUE. Η διοίκηση της Καλλονής διαμήνυσε στους παίκτες ότι αν δεν πάρουν 4 βαθμούς στα τελευταία 2 πλέον παιχνίδια του Α’ Γύρου (με Ατρόμητο εκτός και Γαύρο εντός), τότε θα υπάρξουν πολλές αποχωρήσεις (βλέπε εδώ). Είναι προφανές ότι αυτή η απόφαση της διοίκησης της Καλλονής οφείλεται στην διαφορά των εσόδων της Β’ (η οποία είναι και αυτή «επαγγελματική κατηγορία») από την Α’ Εθνική. Η διαφορά αυτή καθιστά μη διαχειρίσιμα τα χρέη αν η Καλλονή πέσει κατηγορία. Δεδομένου δε του προγράμματος της η ανακοίνωση του στόχου που έθεσε η διοίκηση την συγκεκριμένη μάλιστα στιγμή είναι μάλλον προσχηματική, αφού για να επιτευχθεί η Καλλονή πρέπει (σύμφωνα με το πιθανότερο σενάριο) να πάρει ισοπαλία από τον Γαύρο και να κερδίσει τον Ατρόμητο εκτός έδρας (ή το ανάποδο αν ο Θεός έχει κέφια). Από την άλλη η απόφαση αυτή της διοίκησης της ομάδας της Μυτιλήνης/Λέσβου ισοδυναμεί με «λευκή πετσέτα» σχετικά με την προσπάθεια της στους υπόλοιπους αγώνες, κάτι που θα έχει επιπτώσεις στα αποτελέσματα της με τις υπόλοιπες ομάδες της κατηγορίας.  

Συμπέρασμα; Αν δεν πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους οι οπαδοί και δεν αποκτήσουν μερίδιο ελέγχου στη διοίκηση και την οικονομική διαχείριση των «επαγγελματικών» ομάδων τους, μόνο από τύχη θα δούν την ομάδα τους όπως ονειρεύονται.

 

Υ.Γ. Αν υπάρχει κάποιος που θεωρεί ακόμη ότι οι πρώτοι νεότεροι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν άσχετοι με την εμπορευματοποίηση θ’ αλλάξει γνώμη αν κοιτάξει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού (1900) και αυτούς του Σαίντ Λούις (1904). Και στις δύο περιπτώσεις οι Αγώνες διοργανώθηκαν ως παράπλευρη εκδήλωση της Παγκόσμιας Έκθεσης που φιλοξενούνταν στις ίδιες πόλεις. Για τον λόγο αυτόν η κάθε διοργάνωση διήρκεσε αρκετούς μήνες (5 μήνες). Αυτός ήταν και ο λόγος που διοργανώθηκε η Μεσολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα.    

 

8 Δεκέμβρη 2015
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 4593 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΠΑΔΩΝ (ΑΝ ΔΕΝ ΑΝΑΛΑΒΟΥΝ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΔΟΥΝ ΠΡΟΚΟΠΗ)