Πιθανόν η παραπάνω άποψη να φαίνεται σε πολλούς υπερβολική. Ωστόσο αυτό είναι γιατί όσοι το νομίζουν κρίνουν το ζήτημα από πολιτική άποψη και ενδεχομένως επιφανειακά. Αν τα πάρουμε με τη σειρά όχι μόνο θα βάλουμε το ζήτημα στις σωστές του βάσεις και διαστάσεις, αλλά και θα δούμε σ’ όλη τους την έκταση τις σχέσεις καχυποψίας μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Αποφάσισε η Κυβέρνηση να στείλει στο σχολείο τα παιδιά των προσφύγων (όποιο περιεχόμενο και να δώσουμε στην λέξη). Η απόφαση της αυτή συνάντησε την σφοδρή αντίδραση πολλών τοπικών κοινωνιών, οι οποίες υποστήριξαν την άρνηση τους με μια σειρά από θέσεις. Την άρνηση αυτή η Κυβέρνηση προσπάθησε αφ’ ενός να την (παρα)κάμψει και αφ’ ετέρου να την εκμεταλλευτεί πολιτικά προσπαθώντας να ξαναχτίσει το «Αριστερό» προφίλ της. Οι τοπικές κοινωνίες υποστήριξαν σε ανακοινώσεις τους την σφοδρή άρνηση τους με μια σειρά επιχειρήματα, με τα οποία όμως δεν θ’ ασχοληθώ γιατί είναι άσχετα με την ουσία του ζητήματος.
Στο κάτω-κάτω τα επιχειρήματα κρίνονται αναλόγως της πολιτικής άποψης του καθενός μας και πάντα με φόντο την γενικότερη πολιτική και οικονομική συγκυρία η οποία διαμορφώνει και τις τάσεις που επικρατούν στην Κοινωνία.
Βάζοντας τα πράγματα σε μια σειρά πρέπει κατ’ αρχάς ν’ αναρωτηθούμε:
- «Τι επιδιώκει η Κυβέρνηση;».
Η προφανής απάντηση είναι ότι θέλει τα προσφυγόπουλα να εκπαιδευτούν και να μην είναι όλη μέρα μέσα στον δρόμο.
- «Με ποιο διδακτικό πρόγραμμα;».
Έλα ντε. Κανονικά, και αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια ελπίδα να επιστρέψουν στις χώρες τους, η εκπαίδευση τους θα έπρεπε να είναι αντίστοιχη της Χώρας τους. Στην περίπτωση που δεχθούμε ότι η επιστροφή στις πατρίδες τους είναι αδύνατη, η εκπαίδευση θα διευκολύνει την ένταξη τους στις Χώρες υποδοχής τους.
Συνεπώς δεν είναι παράλογο (ίσα-ίσα είναι απόλυτα λογικό) να σκεφτούμε ότι οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν επειδή θεωρούν ότι η απόφαση της Κυβέρνησης να πάνε τα προσφυγόπουλα στο σχολείο υποκρύπτει (για να μην πούμε αποδεικνύει) την απόφαση να παραμείνουν μόνιμα εδώ. αλλιώς η εκπαίδευση τους σε μια Χώρα η οποία δεν θα είναι και η Ιθάκη της Οδύσσειας τους (Χώρα προορισμού τους) δεν έχει λογική.
Οι τοπικές κοινωνίες έχουν απόλυτο δίκιο να νοιώθουν έτσι για δύο λόγους:
- Ο πρώτος είναι ότι δεν τους έχει ζητηθεί η γνώμη (π.χ. με την διενέργεια τοπικών δημοψηφισμάτων) για την μόνιμη εγκατάσταση των προσφύγων στον τόπο τους.
- Ο δεύτερος είναι ότι οι πολίτες παραδοσιακά θεωρούν την εκάστοτε Κυβέρνηση αναξιόπιστη. Ακόμα περισσότερο όμως αυτό ισχύει για την σημερινή, η οποία παρ’ ότι υποτίθεται ότι βαρυνόταν μ’ ελάχιστες αμαρτίες (αυτές όσων στελεχών της προέρχονται «από μεταγραφή») κατάφερε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ν’ αυτοδιαψευστεί στα πάντα χάνοντας πλήρως την αξιοπιστία της.
Στην ουσία, όμως, το ζήτημα δεν έχει να κάνει ούτε με το αν έχουν ρωτηθεί οι τοπικές κοινωνίες, ούτε με την αξιοπιστία της Κυβέρνησης. Έχει να κάνει με τον σεβασμό και τη λειτουργία της Δημοκρατίας.
Έχει να κάνει με τον σεβασμό της Λαϊκής Κυριαρχίας στην οποία εδράζεται -θεωρητικά τουλάχιστον- η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Αν οι τοπικές κοινωνίες αποφασίζουν (ακόμη και με οριακή πλειοψηφία) να μη δεχτούν στα σχολεία τους προσφυγόπουλα δεν θα έπρεπε παρά η Κυβέρνηση να σεβαστεί απόλυτα την απόφαση τους αυτή. Αλλιώς δεν έχει νόημα να μιλάμε για Δημοκρατία.
Ο σεβασμός ακόμα και των «λάθος» αποφάσεων είναι ουσιαστική και βασική προϋπόθεση όχι μόνο της Δημοκρατίας αλλά και των βασικών ατομικών δικαιωμάτων (αρκεί οι επιπτώσεις να περιορίζονται στον ίδιο). Άλλωστε και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τραγουδά με πάθος το «Άσε με να κάνω λάθος» (ένα τραγούδι το οποίο αφορά στην χρήση ηρωίνης). Αν το παράδειγμα σας φαίνεται «ατυχές» φανταστείτε τι θα λεγόταν και θα γραφόταν αν τον Γενάρη του 2015 η τότε Κυβέρνηση δεν παρέδιδε την εξουσία στον Τσίπρα θεωρώντας (μη σεβόμενη) την απόφαση του εκλογικού σώματος ως «λανθασμένη».
Συνεπώς το θέμα είναι ο σεβασμός (κυρίως από την πλευρά της Εξουσίας) των κανόνων του παιχνιδιού. Τώρα αν η απόφαση των τοπικών κοινωνιών έχει την ίδια βάση με την απόφαση των Βρετανών για έξοδο από την Ε.Ε., δηλαδή την απογοήτευση από την εσωτερική κατάσταση, αυτό δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να μη την σεβαστεί. Τέλος όλα αυτά που λέγονται και γράφονται για δήθεν «ρατσισμό» (μπας και έτσι τους φέρουν στο φιλότιμο) είναι εκ του πονηρού και αποδεικνύουν την ένδεια επιχειρημάτων με τα οποία ν’ αντικρούονται οι θέσεις των τοπικών κοινωνιών.
Υ.Γ. Ο «διαξιφισμός» μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα στην Βουλή και η παράθεση ονομάτων στοχαστών για να τεκμηριώσουν τις απόψεις τους ήταν κωμικός και αχρείαστος. Το γεγονός ότι ο Τσίπρας κατάλαβε την λάθος αναφορά του Μητσοτάκη (σχετικά με την διάκριση των εξουσιών) στον Ρουσώ (αντί του Μοντεσκιέ) δεν τον κάνει πιο ικανό για Πρωθυπουργό από τον Μητσοτάκη.
Για να μη μαλώνουν σαν τα κοκόρια και για να μαθαίνουν και οι δύο τους αφιερώνω την φράση του Τζόν Λόκ από τα «Δοκίμια περί Διακυβερνήσεως», την οποία ελπίζω να βρούν αρκετά διδακτική:
«Αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναντίον του λαού του, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με Βία. Ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η ίδια η Βία.»
15 Οκτώβρη 2016
παρατηρητής 1.






















































































