Όταν οι δομές υπολειτουργούν ή ακόμα και καταρρέουν, δεν έχει νόημα να τα βάζεις με την «υπό διάλυση Κρατική Μηχανή, η οποία εξαιτίας της υποχρηματοδότησης δεν επιτελεί τις κοινωνικές της λειτουργίες». Η παραπάνω αιτίαση ακόμη και αν είναι στην ουσία της βάσιμη αποτελεί όμως δικαιολογία για να μην κάνουμε τίποτα, για να μην αναλάβουμε τις προσωπικές μας ευθύνες. Επειδή κάποιοι που δηλώνουν «Αριστεροί» πιθανόν να έχουν αρχίσει να ξεσηκώνονται θα δώσω κάποια παραδείγματα με τα οποία αποδεικνύεται ότι αν «το αποφασίσεις πραγματικά, τότε καμιά κρίση δεν σε σταματά». Επίσης τα παραδείγματα που ακολουθούν αποδεικνύουν ότι «άμα δεν έχεις νύχια να ξυστείς…» δεν ωφελεί να περιμένεις από τους άλλους…
Εγχώρια παραδείγματα:
Παράδειγμα 1ο: «Οι (κακοί) μεσάζοντες μας πίνουν το αίμα (παραγωγών & καταναλωτών) και κρατάνε τις τιμές ψηλά».
Κατ’ αρχάς η κεντρική ιδέα του συγκεκριμένου παραδείγματος είναι ότι: «Ποτέ δεν φταίμε εμείς. Φταίνε πάντα οι άλλοι, ειδικά όσοι μας πίνουν το αίμα». Από κεί και πέρα η ιστορία είναι μάλλον γνωστή σε πολλούς από εσάς, ειδικά αν έχετε γνωστούς ή συγγενείς στην ελληνική επαρχία.
Το «θύμα» (αυτός που αρέσκεται να θεωρεί τον εαυτό του «θύμα») του παραδείγματος μας είναι ο «καλός» παραγωγός, ο οποίος είτε από μόνος του, είτε επειδή στερείται τα μέσα ή τη θέληση (ή και τα δύο) διαθέτει την παραγωγή του (εκτός ενός μικρού μέρους που πουλά σε ετοιμόρροπα παραπήγματα πάνω στον επαρχιακό δρόμο) στον «κακό» μεσάζοντα, ο οποίος και τον «εκμεταλλεύεται». Από την πλευρά του παραγωγού «θύματος» τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Σχεδόν πάντα (εκτός από τις περιόδους ελλείψεων) πληρώνεται λιγότερα λεφτά για την παραγωγή του. Πέφτει συνεχώς «θύμα» της Αγροτικής Τράπεζας (πάει κι αυτή) από την οποία συνεχώς δανείζεται (λεφτά που ποτέ δεν μπορεί να ξοφλήσει) για να ξεπληρώσει τα «γεωργικά εφόδια» (σπόρους, φυτοφάρμακα, λιπάσματα & μηχανήματα), ενώ κατά περιόδους «χάνει και τα λεφτά του» αφού αρκετές από τις μεταχρονολογημένες επιταγές που του δίνουν οι «κακοί» μεσάζοντες αποδεικνύονται ακάλυπτες (δηλαδή «πέτσινες»).
Από την πλευρά του «κακού» μεσάζοντα τα πράγματα είναι κάπως έτσι: ‘Ισχυρίζεται ότι δεν «βγαίνει» γιατί τα έξοδα είναι πολλά και μεγάλα. Ισχυρίζεται ακόμα ότι αυτός τραβιέται και μοχθεί για να «σπρώξει» την παραγωγή στην αγορά την ίδια στιγμή που ο παραγωγός ξέγνοιαστος από τέτοιες σκοτούρες τρώει τα λεφτά που πήρε απ’ αυτόν (τον μεσάζοντα) στα μπουζούκια της επαρχίας και τις Ουκρανές.
Σκοπός της αφήγησης του παραπάνω παραδείγματος δεν είναι να δώσουμε σε κάποιον τους δίκιο. Απλά θέλαμε να περιγράψουμε την κατάσταση που επικρατούσε όσο ακόμη το χρήμα ήταν σχετικά φθηνό, πρίν εισέρθουμε στην κρίση που μας μαστίζει τα τελευταία 5 χρόνια. Οι αντιδράσεις από την πλευρά του «θύματος» παραγωγού κλιμακώνονταν από την μουρμούρα και έφταναν το πολύ μέχρι το κλείσιμο των Εθνικών Οδών. Ήταν όμως μόνο μετά την κρίση που άρχισαν να σκέφτονται να οργανωθούν πολλοί παραγωγοί μαζί προκειμένου να διαθέτουν άμεσα (χωρίς μεσάζοντες) την παραγωγή τους στον καταναλωτή. Αυτό που χρίζει εξήγησης είναι να βρούμε ποιός μηχανισμός (εννοείται ψυχολογικός) τους «επέβαλλε» τόσο καιρό να συμπεριφέρονται με τον δεδομένο τρόπο, δηλαδή να «είναι στο έλεος» των «κακών» μεσαζόντων;
Παράδειγμα 2ο: Άνεργοι πτυχιούχοι (κάπου στην Κρήτη) συνεργάζονται για ν’ αντιμετωπίσουν την κρίση.
Τώρα που το χρήμα ακρίβυνε (επειδή κυκλοφορεί λιγότερο και δυσκολότερα) οι τρόποι με τούς οποίους επιβίωναν κάποιοι (που δεν δήλωναν εισόδημα ή δήλωναν ανεπάγγελτοι) κατέστησαν πλέον ανεπαρκείς, έπρεπε να δημιουργήσουν νέες διεξόδους. Έτσι μιά ομάδα πτυχιούχων (ούτε μικρή, αλλά ούτε και πολύ μεγάλη) σε μιά από τις πόλεις της Κρήτης (δυστυχώς δεν θυμάμαι ποιά ακριβώς, αν και δεν έχει τόση σημασία) αποφάσισε να οργανωθεί εσωτερικά προκειμένου να βελτιώσει τις πιθανότητες των μελών της για επιβίωση στη δεδομένη συγκυρία.
Γιατί έπρεπε να περιμένουν τόσο; Γιατί μόνο αφού άρχισε η κρίση μπήκαν στην διαδικασία ν’ αρχίσουν να ψάχνονται; Γιατί τόσο καιρό προτιμούσαν ν’ ακολουθούν μοναχικές πορείες;
Εξωχώριο παράδειγμα:
Παράδειγμα ένα και μοναδικό: Η οργάνωση της Πόλης του Μεξικού (πρωτεύουσα του Μεξικού).
Η Πόλη του Μεξικού όπως ονομάζεται η πρωτεύουσα της χώρας από την οποία και ονομάστηκε είναι ίσως η πιο ταξικά διαρθρωμένη πόλη του κόσμου. Όντας χτισμένη σε οροπέδιο πάνω σε μιά μεγάλη λίμνη απο την οποία και υδροδοτείται. Η Πόλη του Μεξικού έχει πάνω από 22 εκατομμύρια κατοίκους οι οποίοι θέτουν σε σοβαρή δοκιμασία καθημερινά τις υποδομές της. Είναι δεδομένα τα προβλήματα στην παροχή νερού και ρεύματος (όπου συχνά-πυκνά γίνονται προγραμματισμένες διακοπές) καθώς και στο κυκλοφοριακό της πόλης, ενώ η ποιότητα του αέρα λόγω της μόλυνσης και της θέσης της πόλης (ανάμεσα σε βουνά) είναι υποβαθμισμένη. Στις πλαγιές του βουνών που την περιβάλλουν είναι χτισμένα τα σπίτια των πλουσίων τα οποία έχουν πάντα νερό και ηλεκτρικό, σε αντίθεση με αυτά των φτωχότερων κατοίκων της πόλης.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι υποδομές της πόλης χρησιμοποιούνται πρώτα πρός όφελος των πλουσίων και μετά (αν περισσεύει κάτι) για τους υπόλοιπους κατοίκους της. Άλλωστε το 2005 η Πόλη του Μεξικού «διακρίθηκε» ως «η πλουσιότερη αστική συσσώρευση Α.Ε.Π. στον κόσμο». Πόσο ωραία και ουδέτερα διατυπωμένο ότι «εκεί ζούν μαζεμένοι οι περισσότεροι πλούσιοι (από που άραγε;) Μεξικανοί». Σ’ ένα τέτοιο «οργανωμένο χάος» που θα ‘λεγε και κάποιος γνωστός μου ένας σημερινός Έλληνας ίσως να μην είχε πιθανότητες επιβίωσης εκτός αν σκεφτόταν και δρούσε ως Μεξικάνος. Τι έκαναν λοιπόν οι Μεξικανοί που δεν θα έκαναν οι Έλληνες;
Εισαγωγικά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως οι «μη προνομιούχοι» Μεξικάνοι αδικούνται από τη σχιματισμένη γι’ αυτούς εικόνα που μας έρχεται μέσα από τις κινηματογραφικές ταινίες. Όσοι συνεχίζουν να θεωρούν δεδομένη την εικόνα των «αραχτών και άνετων κατά βάση άκακων (εκτός αν είναι βαρώνοι των ναρκωτικών) ντόπιων που παίρνουν τον μεσημεριανό τους ύπνο» πλανώνται. Κατ’ αρχάς σταμάτησαν να διαμαρτύρονται, αφού δεν θα ‘βγαινε αποτέλεσμα και τίποτα δεν θ’ άλλαζε στην καθημερινότητα τους. Κατόπιν οργανώθηκαν σε επίπεδο γειτονιάς κατανέμοντας -ανάλογα με τον ελεύθερο χρόνο του καθενός (ο οποίος σχετίζεται με το επάγγελμα του αλλά και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις)- αρμοδιότητες. Άλλοι θα ήταν υπεύθυνοι για την αποθήκευση του νερού (τις ώρες που θα τους το παρείχαν οι αρχές της πόλης), άλλοι θ’ αναλάμβαναν την παροχή ηλεκτρικού μέσω γεννητριών κατά τις ώρες που οι αρχές της πόλης δεν θα τους έδιναν ρεύμα, άλλοι ανέλαβαν διάφορες υποστηρικτικές αλλά αναγκαίες εργασίες (π.χ. καθάρισμα φρεατίων, φύλαξη της γειτονιάς κ.α). Δεν περίμεναν μοιρολατρικά τίς αρχές της γιγάντιας αυτής πόλης να τους λύσουν τα προβλήματα. Αλήθεια πόσοι από εμάς/εσάς καθαρίζουν το φρεάτιο που ενδεχομένως βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κει από την είσοδο του σπιτιού μας/σας; Χρειάζεται να μένει κάποιος στο υπόγειο και να κινδυνεύει στην πρώτη φθινοπωρινή βροχή (όταν το φρεάτιο θα είναι ενδεχομένως βουλωμένο με χώματα) για να το καθαρίσει;
«Καλά ρε φίλε, τι στον π..... έχουν όλα αυτά να κάνουν με ‘μας (τους ΑΕΚτζήδες);», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Κι’ όμως. Τα διδάγματα της αυτοοργάνωσης της αυτοδιαχείρισης και της αυτοδιοίκησης είναι χρήσιμα στον καθένα μας, αρκεί ν’ αποφασίσει ότι θέλει «ν’ αλλάξει τη ζωή του μια και καλή». Τον καθιστούν πρώτο και κύριο υπεύθυνο για οτιδήποτε από εκείνη τη στιγμή και μετά, αλλά του δίνουν παράλληλα και τον έλεγχο της ζωής του. Προσοχή όμως ! Από τη στιγμή που μια ομάδα ανθρώπων αποφασίζουν να αυτοοργανωθούν και να αυτοδιοικηθούν πρέπει να γνωρίζουν ότι με αυτή τους την κίνηση διαρρηγνύουν ουσιαστικά τους δεσμούς τους με την προηγούμενη μορφή οργάνωσης, αν και τυπικά τίποτα δεν αλλάζει (μέχρι τουλάχιστον που ρητά θα καταγγελθούν οι δεσμοί με το παρελθόν). Καμία απόφαση δεν είναι «άνευ επιπτώσεων» και ειδικά μια απόφαση τέτοιας σημασίας με την οποία επαναπροσδιορίζονται οι ατομικές αλλά και οι συλλογικές σχέσεις.
Τα παραπάνω πρέπει να τα έχουν υπόψη τους και οι Έφοροι όσων τμημάτων «πήραν την κατάσταση στα χέρια τους», γιατί με την κίνηση αυτή αυτονομούνται ουσιαστικά από το Δ.Σ. του Σωματείου την ίδια στιγμή που τυπικά συνεχίζουν να βρίσκονται κάτω από τη δικαιοδοσία του. Με το να πάρουν τα τμήματα στα χέρια τους (μόνοι τους ή με τη βοήθεια άλλων μελών του Σωματείου που πέρασαν στο παρελθόν από τα τμήματα) αφενός αλαφρώνουν το Δ.Σ. από ένα βάρος (της οικονομικής συντήρησης το οποίο όμως είναι δικό του δικαιωματικά), αφετέρου υποκαθίστανται οι ίδιοι στα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του Δ.Σ. του Σωματείου. Συνεπώς προβαίνοντας σε τέτοιες κινήσεις θα πρέπει να έχουν αντιληφθεί πλήρως «τι πάνε να κάνουνε» και να το έχουν αποδεχθεί πλήρως, γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση το μόνο που θα έχουν καταφέρει θα είναι να έχουν εκθέσει τους εαυτούς τους στην γενική κατακραυγή (ακόμα και ατόμων που δεν αντέδρασαν όταν το Δ.Σ. άφηνε τα τμήματα στην τύχη τους) και τα τμήματα ενδεχομένως σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
23 Ιούνη 2014.
παρατηρητήριο.






















































































