Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο. Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ «ΤΕΛΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ» ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΟΥΜΠΕΤΕΡ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο. Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ «ΤΕΛΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ» ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΟΥΜΠΕΤΕΡ.

Είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης διάνοιας ν’ αναζητά τις θεμελιώδεις σχέσεις που φαίνεται να συνέχουν τόσο τον κόσμο που βλέπουμε γύρω μας όσο και τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά φαινόμενα. Στην προσπάθεια της αυτή η ανθρώπινη διάνοια κατασκευάζει θεωρητικά μοντέλα και υποθέσεις οι οποίες φαινομενικά λειτουργούν, αλλά αυτό ΔΕΝ σημαίνει ότι όντως ισχύουν στην πράξη. Γιατί για να ισχύει μια θεωρητική κατασκευή θα πρέπει να αλληλοεπιδρά χωρίς προβλήματα (αρμονικά) με όσα γνωρίζουμε ότι όντως ισχύουν. Σε κάθε όμως περίπτωση το πρώτο βήμα είναι η θεωρητική κατασκευή, δηλαδή η δημιουργία μιας υπόθεσης που μένει να ελεγχθεί αν και με ποιες προϋποθέσεις ισχύει.

Οι «κοινωνικές επιστήμες» στις οποίες ανήκουν μεταξύ άλλων η Οικονομική και η Κοινωνιολογία λόγω του αντικειμένου τους δεν ενδείκνυνται για πειραματισμό όπως η Χημεία και κάποιοι κλάδοι της Φυσικής. Καθώς το αντικείμενο τους είναι η ίδια η Κοινωνία και η λειτουργία της το μόνο που μπορούν να κάνουν όσοι ασχολούνται μ’ αυτές είναι να κατασκευάζουν υποθέσεις και να προσπαθούν να βρίσκουν δεδομένα που να τις υποστηρίζουν.

Η Οικονομική Επιστήμη (δηλαδή, η Πολιτική Οικονομία) αποτελεί στην ουσία την προσπάθεια να συστηματοποιηθούν και να εξηγηθούν «επιστημονικά» (βάση της λογικής) τα οικονομικά φαινόμενα (όσα παρατηρούμε καθημερινά να συμβαίνουν γύρω μας). Συνεπώς, εν αρχή ήταν η όσο γίνεται αντικειμενική καταγραφή της οικονομικής εμπειρίας και η εκ των υστέρων προσπάθεια εξήγησης/ερμηνείας της. Για τον λόγο αυτό και ενώ η παρατήρηση των οικονομικών φαινομένων συνεχιζόταν την ίδια στιγμή που η οικονομία συνεχώς μετασχηματιζόταν, γεννήθηκε η ανάγκη αναθεωρήσεων, τροποποιήσεων και συμπληρώσεων. Κάθε τέτοια προσπάθεια ήταν προοδευτική και σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα διαλόγου μεταξύ των οικονομολόγων. Διαλόγου ο οποίος γινόταν είτε μέσω επιστολών και άρθρων σε περιοδικά, είτε μέσω της δημοσίευσης εργασιών τους.

Όπως η Κοινωνιολογία προσπαθεί να βρεί τους θεμελιώδεις νόμους που υποτίθεται ότι θέτουν την Κοινωνία σε κίνηση, έτσι και η Πολιτική Οικονομία προσπαθεί από χρόνια (χωρίς επιτυχία) να κάνει το ίδιο. Ο λόγος της αποτυχίας είναι απλός:

Δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα θεμελιωμένη στην λογική επιστήμη όταν το αντικείμενο που αυτή μελετά καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από εκτός λογικής παραμέτρους, όπως η ψυχολογία.

Είναι σαν να προσπαθεί να χτίσει κάποιος κάστρο από πέτρα στην παραλία. Προφανώς και αναλόγως του βάρους της κατασκευής η κατασκευή του είναι δυνατή. Από ένα σημείο, όμως, και μετά η κατασκευή καταρρέει ότι και αν λέει η θεωρία.

Για τις περιπτώσεις αυτές (που στην περίπτωση της Πολιτικής Οικονομίας ονομάζεται «Κρίση») η «ορθόδοξη» προσέγγιση πρεσβεύει ότι αν η Οικονομία αφεθεί ελεύθερη να λειτουργήσει, τότε το σύστημα θα επανέλθει στον «σωστό» τρόπο λειτουργίας του. Ωστόσο, η «ορθόδοξη» προσέγγιση ΔΕΝ δίνει κάποιο χρονικό ορίζοντα μέσα στον οποίο -αν αφεθεί ανεπηρέαστο- θα επανέλθει στον «σωστό» τρόπο λειτουργίας του. Επιπλέον, επειδή λόγω του αυξημένου κοινωνικού κόστους σε περιπτώσεις Κρίσης και Ύφεσης (όταν αυτή προκύπτει) πάντοτε επεμβαίνει το Κράτος λαμβάνοντας μέτρα, υπάρχει το άλλοθι ότι ακριβώς εξαιτίας αυτών των επεμβάσεων (οι οποίες πάντα είναι «λάθος») δεν επανέρχεται το σύστημα στον «σωστό» τόπο λειτουργίας του. Έτσι, οι «ορθόδοξοι» οικονομολόγοι προσπαθούν να κρατήσουν ανεπηρέαστη από τα γεγονότα την θεωρία τους, γνωρίζοντας πως στην αντίθετη περίπτωση θα διακινδύνευαν τόσο το γόητρο τους όσο και τον ουσιαστικό έλεγχο της οικονομικής πολιτικής.

Η προσπάθεια να θεμελιωθεί η εξήγηση (αλλά και η πρόβλεψη) των οικονομικών φαινομένων στην λογική ΔΕΝ ήταν (και συνεχίζει να μην είναι) διόλου εύκολη. Δύο μόνο τρανταχτά παραδείγματα είναι αρκετά:

  • Στην προσπάθεια τους οι «κλασικοί» οικονομολόγοι ν’ αποδείξουν ότι υπάρχει ένα κοινό μέτρο της αξίας των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών διατύπωσαν τον «Νόμο της Αξίας». Όσο και αν το προσπάθησαν ποτέ δεν τον διατύπωσαν με κοινά αποδεκτό τρόπο, και επιπλέον δεν κατάφεραν να εξηγήσουν με ποιον ακριβώς τρόπο λειτουργεί. Στην πορεία η αρχική διατύπωση που είχε υπόψη του ο Μάρξ όταν μίλαγε για «την εκμετάλλευση της υπεραξίας της εργασίας του εργάτη» αντικαταστάθηκε από τον «Νόμο της Οριακής Χρησιμότητας» με τον οποίο διατυπώνεται κάτι αρκετά διαφορετικό.
  • Προσπαθώντας να εξηγήσουν τα προβλήματα και τα ανορθολογικά φαινόμενα που παρατηρούνται σε κάθε φάση του Καπιταλισμού κάποιοι απ’ αυτούς αποτόλμησαν το εγχείρημα να διατυπώσουν και να θεμελιώσουν στην Οικονομική Θεωρία τις προδιαγραφές του «Τέλειου Οικονομικού Συστήματος». Ένας από αυτούς ήταν ο Αυστριακός οικονομολόγος Τζόζεφ Σουμπέτερ.  

Ο Σουμπέτερ έζησε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτικά και οικονομικά περίοδο, αυτή που προηγείται του Α’ Π.Π. Χρημάτισε για έξι μήνες το 1919 Υπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση συνασπισμού των Αυστριακών Σοσιαλδημοκρατών. Το 1932 και μετά από πολλές προσωπικές περιπέτειες μεταναστεύει και εργάζεται ως καθηγητής στις Η.Π.Α. Εκεί ασχολείται με τη συγγραφή και δημοσιεύει την εργασία του για τους «Οικονομικούς Κύκλους». Ωστόσο, το έργο για το οποίο έμεινε στην Ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης ήταν το «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία» το οποίο θα μας απασχολήσει εδώ.

Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι από τα πλέον σημαντικά. Τόσο επειδή προκάλεσε μεγάλο προβληματισμό και έντονη αντιπαράθεση, όσο και επειδή συνταιριάζει την Κοινωνιολογία με την Οικονομία. Στο βιβλίο αυτό ο Σουμπέτερ ασχολείται με τρία διαφορετικά μεταξύ τους (τουλάχιστον στην θεωρία) γνωστικά πεδία. Ασχολείται με την Οικονομία, την Κοινωνιολογία και την Πολιτειολογία. Επιπλέον στο 5ο ΜΕΡΟΣ με τίτλο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ δίνει ενδιαφέρουσες ιστορικές πληροφορίες για τις πρόδρομες Σοσιαλιστικές προσπάθειες οι οποίες εκ των υστέρων συλλήβδην ονομάστηκαν «Ουτοπικός Σοσιαλισμός».

Όσον αφορά την Οικονομία -που είναι και το κύριο αντικείμενο που τον ενδιαφέρει- εξετάζει με βάση τα τότε δεδομένα την μελλοντική προοπτική του Καπιταλισμού και επιχειρηματολογεί σχετικά με το τέλος του όχι εξαιτίας της αποτυχίας του, αλλά αντιθέτως εξαιτίας της μεγάλης του επιτυχίας. Σύμφωνα με τον Σουμπέτερ ο Καπιταλισμός από τη φύση του θα πάει τα πράγματα (οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά) μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο και τότε για τον λόγο αυτόν θα είναι «ξεπερασμένος» καθώς ΔΕΝ θα μπορεί ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες των νέων συνθηκών. Με βάση τα τρωτά του Καπιταλισμού ο Σουμπέτερ περιγράφει τις αλλαγές και επεμβάσεις που θα πρέπει να γίνουν στον τρόπο της οικονομικής λειτουργίας της Κοινωνίας. Αλλαγές και επεμβάσεις που θα έχουν αντίκτυπο και στον τύπο (αλλά και την ουσία) του πολιτεύματος.

Η Κοινωνιολογία εκπροσωπείται στο έργο του Σουμπέτερ από τις αναφορές του στην «πάλη των Τάξεων» και την κριτική του στον Μάρξ.

Τέλος η Πολιτειολογία εκπροσωπείται από την σύγκριση μεταξύ της Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού ως πολίτευμα. Ο συγγραφέας προσπαθεί να βρεί κάτω από ποιές προϋποθέσεις και με ποια μορφή μπορεί η Δημοκρατία να συνεχίσει να λειτουργεί στο νέο Οικονομικό Σύστημα.

Κεντρική θέση του συγγραφέα είναι ότι ο Καπιταλισμός θα καταρρεύσει λόγω της μεγάλης του επιτυχίας και θ’ αντικατασταθεί από τον Σοσιαλισμό, ο οποίος ακριβώς εξαιτίας της «Κεντρικής Διεύθυνσης» του μπορεί να ελέγξει καλύτερα όλα τα φαινόμενα που θεωρούνται παθογένειες του Καπιταλισμού.

Βέβαια για να συμβεί αυτό θα πρέπει να επιβεβαιωθούν κάποιες τάσεις οι οποίες σύμφωνα με τον συγγραφέα ήταν ήδη παρούσες πριν από τον Β’ Π.Π. Ο Σουμπέτερ θεωρούσε ότι αυτό ήταν ζήτημα χρόνου και πως αργά ή γρήγορα και πάντως ανεξάρτητα από την βούληση οποιουδήποτε αυτό θα συνέβαινε οπωσδήποτε. Είναι προφανές ότι και ο Σουμπέτερ θεωρούσε όπως και πολλοί άλλοι ότι υπάρχουν «νόμοι» οι οποίοι κινούν την Οικονομία και την Κοινωνία η δράση των οποίων είναι ανεξάρτητη από τον έλεγχο μας. Υποτίθεται ότι αυτοί οι «νόμοι» πάνε την Οικονομία και την Κοινωνία «μπροστά». Πίστευε με λίγα λόγια στην «πρόοδο» η επίκληση της οποίας τόσα προβλήματα έχει προκαλέσει.

Προκειμένου ν’ αποδείξει όσο καλύτερα γινόταν την κεντρική του θέση ο Σουμπέτερ ξεκινά το «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία» με εκτενείς αναφορές στο έργο των Μάρξ και Ένγκελς. Με την κριτική του ο Σουμπέτερ αποδομεί τον Μάρξ ως οικονομολόγο (παρά το γεγονός ότι του αναγνωρίζει κάποιες συνεισφορές του σε εκκρεμή ζητήματα) για να τον αποθεώσει ως κοινωνιολόγο (αναγνωρίζοντας την πρωτοτυπία της σύνδεσης της Κοινωνιολογίας με την Οικονομία και τις επιδράσεις αυτού του παντρέματος και στις δύο επιστήμες).

Ο Σουμπέτερ καταλήγει στο ίδιο με τον Μάρξ συμπέρασμα ακολουθώντας όμως διαφορετική συλλογιστική. Η αποδόμηση του Μάρξ ως οικονομολόγου βασίζεται σε επιχειρήματα και ΔΕΝ είναι άκριτη και αστήρικτη. Άλλωστε ο Μάρξ είχε σαν βάση του το έργο του Ντέιβιντ Ρικάρντο ενός εκ των πλέον επιφανών «κλασικών» οικονομολόγων (βλέπε εδώ & εδώ). Με τον τρόπο αυτό, όμως, υπέπεσε στα ίδια λάθη μ’ εκείνον. Ειδικά στο ζήτημα του «Νόμου της Αξίας» πάνω στον οποίο βασίστηκε όλη του η επιχειρηματολογία για την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης από τους Καπιταλιστές.

Ο Σουμπέτερ (όπως και κάθε οικονομολόγος που σέβεται τον εαυτό του) προσπαθώντας να βρεί το «Άγιο Δισκοπότηρο» της Οικονομικής Επιστήμης «υιοθετεί» τον Σοσιαλισμό σαν το «Τέλειο Οικονομικό Σύστημα». Καθώς πίστευε στην έννοια της «προόδου» αλλά και στην ύπαρξη «νόμων» που κυβερνούν την Οικονομία και την Κοινωνία ήταν απόλυτα λογικό να βρεί την λύση στην θεωρία των Μάρξ και Ένγκελς. Άλλωστε ο Σοσιαλισμός είναι στην ουσία ένας Καπιταλισμός ο οποίος όμως διευθύνεται κεντρικά.

Στον Σοσιαλισμό η «αγορά» απλώς ΔΕΝ υφίσταται. Τις αποφάσεις που -αξιολογώντας και ερμηνεύοντας τα δεδομένα- λαμβάνει η Ιδιοκτησία σε συνεργασία με την Διοίκηση των επιχειρήσεων, λαμβάνει τώρα ένας Κεντρικός Μηχανισμός. Ένα Μηχανισμός ο οποίος ακόμα και στην απόλυτα ψηφιοποιημένη εποχή που ζούμε ΔΕΝ θα μπορούσε παρά να είναι μια μεγάλη γραφειοκρατική μηχανή. Μπορεί φαινομενικά μόνο να διαφέρει από την γραφειοκρατία που ο Κάφκα περιέγραφε στον «Πύργο», σε κάθε όμως περίπτωση επιτελούν την ίδια λειτουργία. Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει:

«Ποιός και με ποια κριτήρια αποφασίζει ποια ποσότητα συγκεκριμένων αγαθών/προϊόντων είναι αρκετή είτε για το «ζην», είτε για το «ευ ζην» των πολιτών;».

Βέβαια, οι υπερασπιστές και των δύο Οικονομικών συστημάτων ισχυρίζονται πως αυτά είναι έτσι δομημένα προκειμένου να εξυπηρετούν όσο γίνεται καλύτερα τις ανάγκες των πολιτών. Ο Σουμπέτερ επικαλούμενος την στατιστική αποδεικνύει πως η συνεχής τεχνολογική πρόοδος παρά την ανεργία που προκάλεσε σε κατηγορίες εργατών συνολικά βελτίωσε σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα ζωής τους. Επιπλέον, επιχειρηματολογεί ότι η ύπαρξη των μονοπωλίων είναι προς όφελος των πολιτών◦ καθώς λόγω των πλεονεκτημάτων που τα μονοπώλια έχουν εξαιτίας του μεγέθους τους («οικονομίες κλίμακας») είναι σε θέση να προσφέρουν καλύτερες τιμές και ποιότητα στους καταναλωτές.

Όμως προσοχή! Για τον οικονομολόγο, όπως και για την Οικονομία ως σύνολο ΔΕΝ υφίστανται αδιέξοδες καταστάσεις. Καθώς ο οικονομολόγος πιστεύει ότι στην καθημερινή ζωή όλοι μας λαμβάνουμε πάντα τις συμφερότερες για μας αποφάσεις, κατ’ ανάγκη πιστεύει πώς όταν ένας εργάτης της βιομηχανίας υφασμάτων μείνει άνεργος αυτός θα πρέπει να επιδιώξει οποιαδήποτε άλλη απασχόληση. Συνεπώς, η εκτίμηση του ύψους της ανεργίας (αλλά και οι αιτίες της) είναι αναλόγως της οικονομικής σχολής κάτι σχετικό και αμφιλεγόμενο.

Δεν είναι, λοιπόν, φυσικό ο Σουμπέτερ να θεωρήσει ότι η «Κεντρική Διεύθυνση» στον Σοσιαλισμό είναι κάτι αντίστοιχο με την ύπαρξη μιας «διάνοιας» που δίνει το νόημα στα πάντα; Μιας «διάνοιας» όπως ο Θεός εξαιτίας και για λογαριασμό της οποίας υπάρχουν τα πάντα; Και αφού αυτή η «διάνοια» είναι πάνω απ’ όλα πως είναι δυνατόν οι αποφάσεις που αυτή παίρνει να μην είναι οι «σωστές» και σε κάθε περίπτωση οι «αναγκαίες» για την εύρυθμη λειτουργία του Σοσιαλισμού ως Οικονομικό -κυρίως- Σύστημα;

Από την άποψη του «Τέλειου Οικονομικού Συστήματος» ο Σοσιαλισμός αν δεν είχε διατυπωθεί από τους Μάρξ-Ένγκελς (οι οποίοι στην ουσία θεμελίωσαν έναν «Καπιταλισμό» που όμως λειτουργούσε υπέρ των εργατών ότι κι αν σημαίνει αυτό) θα είχε διατυπωθεί από κάποιον άλλο οικονομολόγο ο οποίος θα προσπαθούσε να βρεί την λύση στις συχνές Καπιταλιστικές Κρίσεις. Θεωρητικά στον Σοσιαλισμό ΔΕΝ θα πρέπει να υφίστανται Κρίσεις αφού η «Κεντρική Διεύθυνση» λειτουργεί ως αντικραδασμικός μηχανισμός. Μόνο που αυτό υφίσταται μόνο στην θεωρία. Γιατί η γραφειοκρατία που αποφασίζει σχετικά με το «τι», «πώς» και «πόσο» θα παραχθεί κάθε φορά ΔΕΝ είναι καθόλου σίγουρο ότι θα λάβει τις «σωστές» οικονομικά αποφάσεις.

Ένα εργοστάσιο που έχει την δυνατότητα να κατασκευάζει τανκς και τρακτέρ μπορεί κάθε φορά να κατασκευάζει είτε το ένα είτε το άλλο. Οι αποφάσεις για το «που», «πόσο» και για «ποιο χρονικό διάστημα» θα διαθέσει τις πρώτες ύλες και τους εργάτες του είναι κρίσιμες και μόνο εκ των υστέρων αποδεικνύονται «σωστές» ή «λάθος». Αν υποθέσουμε ότι σε κάθε τανκ αντιστοιχεί το υλικό και η εργασία 10 τρακτέρ, τότε έχουμε ένα μέτρο της σπατάλης κρατικών πόρων (υλικών και χρημάτων) που διατίθενται για κάτι που ενδέχεται να μην χρησιμοποιηθεί ποτέ, αντί να διατεθούν για κάτι που θα χρησιμοποιούνταν στην γεωργική παραγωγή. Μια τέτοια απόφαση έχει γενικότερες επιπτώσεις, κάποιες από τις οποίες είναι μακροπρόθεσμες.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η πρόβλεψη του Σουμπέτερ ΔΕΝ επιβεβαιώθηκε. Επίσης, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε και «γιατί». Αυτό που θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να ειπωθεί για κάποιον που δεν έχει (και ενδεχομένως δεν πρόκειται να) διαβάσει το βιβλίο είναι ότι η αποτυχία της πρόβλεψης συνίσταται στο γεγονός πως αυτές ΔΕΝ εξελίχθηκαν με βάση τις απαιτήσεις της Οικονομικής Επιστήμης. Εκεί που η θεωρία προβλέπει «ανταγωνισμό» μεταξύ των εταιρειών υπήρξε «συνεννόηση» και καταστρατήγηση των κανόνων του παιχνιδιού. Κάτι που ΔΕΝ προβλέπει η θεωρία.

Ακόμη, όμως, κι έτσι η συνολική προσπάθεια του Σουμπέτερ δεν πήγε χαμένη για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο ένας αφορά τον αντίκτυπο του βιβλίου, το οποίο συγκαταλέγεται από χρόνια στα «κλασικά» της Οικονομικής Επιστήμης. Με το βιβλίο αυτό ο Σουμπέτερ ανάγκασε όσους -και από τις δύο πλευρές- θα ήθελαν ν’ αντικρούσουν τα επιχειρήματα του να δώσουν απαντήσεις οι οποίες για να είναι πλήρεις θα έπρεπε να συμπεριλάβουν κοινωνιολογικές και πολιτειολογικές παραμέτρους. ΔΕΝ μπορείς απλά να τον «κατακεραυνώσεις», ειδικά όταν η επιχειρηματολογία του βασίζεται σε εκτιμήσεις σχετικά με την κατάσταση και τις τάσεις της Καπιταλιστικής Οικονομίας της δεκαετίας του ’40.    

Κλείνοντας εκτός της συνολικά θετικής αποτίμησης του συγκεκριμένου έργου το μόνο που απομένει να ειπωθεί είναι ότι ο Σουμπέτερ «τυφλωμένος» από την πίστη του σε «νόμους» (όπως η βαρύτητα) που ρυθμίζουν την Οικονομία και την Κοινωνία έδωσε μεγαλύτερη βάση στην διατύπωση του «Τέλειου Οικονομικού Συστήματος» παραγνωρίζοντας ότι ΔΕΝ είναι το σύστημα που φέρνει την επιτυχία, αλλά οι άνθρωποι που το στελεχώνουν. Όσο αυτοί λειτουργούν με ευσυνειδησία και αίσθηση καθήκοντος και προσφοράς στην υπόλοιπη Κοινωνία, τότε το σύστημα αποδίδει. Όταν δουλεύουν για την πάρτη τους τότε ακόμα και το καλύτερα σχεδιασμένο σύστημα καταρρέει.

Ο Σουμπέτερ στο 3ο ΜΕΡΟΣ και συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο ΧVIII (αλλά και αλλού) αναφερόμενος στο «Ανθρώπινο Δυναμικό» -και έχοντας πάντα υπόψη του την Αγγλική γραφειοκρατία- θεωρεί ότι βρήκε την ιδανική λύση για την στελέχωση της γραφειοκρατικής Σοσιαλιστικής μηχανής. Ωστόσο, η λύση που θεωρούσε ιδανική ΔΕΝ θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει σε Σοσιαλιστικό καθεστώς (τουλάχιστον από την στιγμή που αυτό θα είχε οριστικά εγκαθιδρυθεί). Αυτό θα συνέβαινε γιατί τα στελέχη που είχε ο Σουμπέτερ υπόψη του είχαν αριστοκρατική καταγωγή και εκπαίδευση και λόγω της περηφάνειας που τους προσέδιδαν αυτά τα στοιχεία ΔΕΝ θα καταδέχονταν ποτέ να φερθούν ανέντιμα. Για τα στελέχη αυτά η υπόληψη τους ήταν το πολυτιμότερο πράγμα. Τέτοιου είδους στελέχη ΔΕΝ θα μπορούσε ποτέ να παράξει μια Σοσιαλιστική Κοινωνία στην οποία σχεδόν όλοι (εξαιρούνται τ’ ανώτερα και ανώτατα στελέχη του Κόμματος) έχουν το ίδιο κοινωνικό status. Αφού κανείς δεν ξεχωρίζει λόγω οικογενειακής παράδοσης και θέσης από κανέναν δεν αναμένεται διακρίνεται ιδιαίτερα σε ήθος. Στην πράξη ένας αριστοκρατικής καταγωγής ανώτατος δημόσιος υπάλληλος αναμένεται ν’ αντισταθεί στις απαιτήσεις κάποιου ιεραρχικά ανώτερου του (π.χ. υπουργού) αν αυτός είναι κοινωνικά κατώτερος του. Στο Σοσιαλιστικό καθεστώς η τέτοια συμπεριφορά ενός ανώτατου γραφειοκράτη έναντι ενός ανώτατου στελέχους του Κόμματος είναι απλά αδιανόητη.

Η ποιότητα των στελεχών και άρα η αποτελεσματικότητα τους ΔΕΝ έγκειται μόνο στην εκπαίδευση τους. Έγκειται πολύ περισσότερο στο ήθος τους το οποίο στην ουσία διαμορφώνεται από τις καταστάσεις που αυτά βιώνουν καθημερινά. Αν για παράδειγμα ο δημόσιος υπάλληλος βλέπει ότι ιεραρχικά ανέρχεται όποιος εκτελεί πάντα ότι του ζητούν, τότε θα εμφανίζεται όλο και πιο διατεθειμένος να κάνει το ίδιο και αυτός. Το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ έγινε επειδή ο Διευθυντής του σταθμού προτίμησε να εκτελέσει τις εντολές που είχε από φόβο μην πάρει δυσμενή μετάθεση αν δεν το έκανε παρά τις προειδοποιήσεις ότι δεν έπρεπε να τις εκτελέσει.

Υ.Γ.1. Τόσο ο Μάρξ όσο και ο Ένγκελς ήταν αστοί στην καταγωγή εκπαιδευμένοι ανάλογα. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι μόχθησαν για την έκφραση και την τελική επικράτηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης, ΔΕΝ έκαναν τίποτα άλλο παρά να κατασκευάσουν μια άλλη εκδοχή του Καπιταλισμού όπως τον γνώριζαν. Με τα υλικά που είχαν στην διάθεση τους και θεωρώντας πως η αλλαγή της ιδιοκτησίας ήταν από μόνη της αρκετή (αναγκαία και ικανή συνθήκη) «θεμελίωσαν» την θεωρία τους πάνω στις ήδη υπάρχον πλαίσιο της Πολιτικής Οικονομίας. ΔΕΝ κινήθηκαν ποτέ εκτός του πλαισίου που ήδη υπήρχε και το οποίο είχαν στην πράξη αποδεχθεί. Στο κάτω-κάτω το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής ΔΕΝ ήταν τίποτα παραπάνω από ένα θεωρητικό ζήτημα που μπορούσε να τεθεί μεταξύ οικονομολόγων σε θεωρητικό επίπεδο.

Άρα οι θεωρητικοί θεμελιωτές του «Επιστημονικού Σοσιαλισμού» ΔΕΝ διέφεραν σε τίποτα από τον Σουμπέτερ, ο οποίος στην προσπάθεια του να βρεί το «Τέλειο Οικονομικό Σύστημα» θα κατέληγε οπωσδήποτε στο ίδιο μ’ αυτούς συμπέρασμα.

Υ.Γ.2. Στην προσπάθεια του να θεμελιώσει ένα μέτρο της Αξίας της εργασίας καθενός στην Σοσιαλιστική Οικονομία (το οποίο στον Καπιταλισμό είναι ο «μισθός»), ο Σουμπέτερ καταλήγει αναγκαστικά ότι το μέτρο αυτό θα έπρεπε να είναι ο χρόνος εργασίας, δηλαδή οι «χρονομονάδες» (οι οποίες ως μέσο συναλλαγών χρησιμοποιούνται από χρόνια στο εξωτερικό). Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει. Γιατί μπορεί με τον τρόπο αυτό ο Σουμπέτερ να ξεμπερδεύει με τον «μισθό» στην Σοσιαλιστική Οικονομία, όμως «ότι πετά από το παράθυρο ξαναμπαίνει από την πόρτα»◦ αφού όχι μόνο τα «εισοδήματα» πρέπει να εκφραστούν σε «χρονομονάδες» μα αντίστοιχα και οι τιμές όλων των αγαθών και υπηρεσιών.

Δεν έχει κανένα νόημα να πούμε ότι καθένας μας θα λαμβάνει 8 «χρονομονάδες» ανά εργάσιμη ημέρα αν δεν ορίσουμε ότι το 1 λίτρο γάλα αντιστοιχεί σε 0,10 και το Ι.Χ. σε 1.200 «χρονομονάδες». Δεδομένου ότι ο χρόνος ΔΕΝ μεταβάλλεται η υιοθέτηση ενός τέτοιου συστήματος αποκλείει την αύξηση της τιμής πώλησης εκτός μόνον της περίπτωσης μείωσης της παραγωγής, οπότε η τιμή σε «χρονομονάδες» πρέπει ν’ αναπροσαρμοστεί κεντρικά.          

 

16 Σεπτέμβρη 2017
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 6270 φορές

Σχετικά Άρθρα