Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΡΙΚΑΡΝΤΟ. – ΜΕΡΟΣ Β’

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΡΙΚΑΡΝΤΟ. – ΜΕΡΟΣ Β’

ΜΕΡΟΣ Α’.

Στο Α’ Μέρος, μετά από κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις, παρουσιάστηκαν κάποια από τα αποσπάσματα του έργου του Ντέιβιντ Ρικάρντο. Είδαμε την άποψη του σχετικά με τους νόμους για τους φτωχούς όπως επίσης και την άποψη του σχετικά με την κίνηση κεφαλαίων από χώρα σε χώρα. Επίσης παρακολουθήσαμε τη σκέψη του σχετικά με την Φορολογία. Σήμερα στο Β’ Μέρος αν και θα συνεχίσουμε τυπικά να παρακολουθούμε τη σκέψη του Ρικάρντο όσον αφορά την Φορολογία, ωστόσο θα καταπιαστούμε και με άλλα θέματα που άπτονται (και) της Φορολογίας.

Στο Κεφάλαιο XIII «Φόροι χρυσού» και ειδικότερα στη σελίδα 194 βρίσκουμε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον απόσπασμα, το οποίο έχει χάσει πλέον την σημασία του. Ωστόσο είναι πολύ διαφωτιστικό του πώς λειτουργεί το χρήμα τόσο ως μέσο συναλλαγών όσο και ως εμπόρευμα. Επί του παρόντος παραθέτω το απόσπασμα ασχολίαστο επειδή θα επανέλθω όταν θα πραγματεύομαι την λειτουργία του χρήματος στον σημερινό κόσμο.

«Το χρήμα, όμως, είναι ένα εμπόρευμα που καμιά χώρα δεν επιθυμεί ή δεν έχει την ανάγκη να το αυξήσει, επειδή κανένα πλεονέκτημα δεν προκύπτει από τη χρησιμοποίηση νομίσματος είκοσι εκατομμυρίων αντί δέκα εκατομμυρίων

Στην επόμενη σελίδα (195) ο Ρικάρντο αναπτύσσοντας μια υπόθεση εργασίας μας δείχνει ποια θα ήταν τα οφέλη μιας χώρας αν αυτή κατείχε το μονοπώλιο ενός εμπορεύματος όπως ο χρυσός. Η υπόθεση εργασίας έχει ως εξής:

Έστω ότο ο Βασιλιάς της Ισπανίας έχει στα χέρια του όλη την παγκόσμια παραγωγή χρυσού που προέρχεται από τις αποικίες της Ισπανίας στην Αμερική. Αν αποφασίσει να επιβάλλει έναν πολύ μεγάλο στην παραγωγή χρυσού τότε επιτυγχάνει τα εξής:

  • Εξαιτίας του υψηλού φόρου η παραγωγή στα χρυσορυχεία της Αμερικής θα μειωνόταν πολύ. Αυτό θ’ ανέβαζε την αξία του χρυσού (τόσο αυτού που θα συνέχιζε να παράγεται όσο και αυτού που ήδη θα κυκλοφορούσε).
  • Δεδομένης της μειωμένης παραγωγής χρυσού (ως αποτέλεσμα του φόρου) μέρος των κεφαλαίων που θ’ αποδεσμεύονταν από την δραστηριότητα αυτή θα διοχετεύονταν αλλού, αυξάνοντας έτσι την ευημερία των Ισπανών.
  • Η υπόλοιπη Ευρώπη δεν θ’ αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς η επιβολή του φόρου στην παραγωγή χρυσού θα επέφερε αύξηση της αξίας του και άρα σε σχέση με τον χρυσό ως μέσο συναλλαγών θα μειωνόταν η τιμή των υπολοίπων εμπορευμάτων και υπηρεσιών.
  • Οι επιπτώσεις στην Αμερική (την παραγωγό του χρυσού) θα είναι άμεσες και θα έχουν την μορφή της αυξημένης εισροής εμπορευμάτων από την Ευρώπη, η οποία τον αγοράζει πλέον ακριβότερα.

Δεδομένου ότι η Ισπανία έχει στην υπόθεση εργασίας μας το μονοπώλιο της παγκόσμιας παραγωγής χρυσού τα πλεονεκτήματα που θ’ αποκόμιζε στην περίπτωση της επιβολής αυτού του πολύ μεγάλου φόρου στην παραγωγή του χρυσού θα συμποσούνταν στα εξής:

  • Την αποδέσμευση Ισπανικών κεφαλαίων από την παραγωγή χρυσού στις Ισπανικές αποικίες, ο οποίος θα χρησιμοποιούνταν σε άλλες δραστηριότητες αυξάνοντας έτσι την ευημερία της Ισπανίας.
  • Την αύξηση της ποσότητας των εμπορευμάτων που θα εισέρρεαν στις Ισπανικές αποικίες (τις παραγωγούς του χρυσού) εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής του (ως αποτέλεσμα της πολύ υψηλής φορολογίας).  

Φυσικά η κατάσταση που περιγράφει η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας δεν απέχει από την κήρυξη ενός «εμπορικού πολέμου» (ο οποίος θα μπορούσε να εξελιχθεί και σε «κανονικό» πόλεμο) από τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες όταν και αν αυτές θεωρήσουν ότι η ζημιά που υφίστανται από την μονομερή πράξη του Βασιλιά της Ισπανίας είναι μεγαλύτερη από τα όποια οφέλη. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Στην αμέσως επόμενη σελίδα (196) ο Ρικάρντο κάνει μια πολύ σημαντική διαπίστωση την σημασία της οποίας θα δούμε σε άλλο κείμενο:

«Αν και η Ισπανία θα είχε, επομένως, χάρη στην επιβολή φορολογίας στο χρυσό, όλα τα οφέλη τα οποία έχω αναφέρει, οι ιδιοκτήτες των μεταλλείων από τα οποία θα αποσύρονταν κεφάλαια θα έχαναν όλη την πρόσοδο τους. Θα ήταν, όμως, μια απώλεια για άτομα και όχι απώλεια για το έθνος∙ η πρόσοδος δεν είναι δημιουργία νέου πλούτου, είναι απλώς μεταφορά πλούτου: και ο Βασιλιάς της Ισπανίας και οι ιδιοκτήτες των μεταλλείων που εξακολουθούν να λειτουργούν θα λαμβάνουν μαζί όχι μόνο όσα θα παρήγε το αποδεσμευμένο κεφάλαιο, αλλά και όλα όσα θα έχαν οι άλλοι ιδιοκτήτες.»    

Στο Κεφάλαιο XVI «Φόροι μισθών» και εισικότερα στην σελίδα 221 βρίσκουμε άλλο ένα ενδιαφέρον απόσπασμα σχετικά με το προϊόν (την απόδοση) των φόρων:

«Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να λησμονούμε ότι το προϊόν των φόρων ξοδεύεται γενικώς σπάταλα και ότι οι φόροι εισπράττοντα πάντοτε είς βάρος των ανέσεων και απολάυσεων του λαού, και συνήθως είτε μειώνουν το κεφάλαιο είτε επιβραδύνουν τη συσσώρευση του.»

Αυτό που πρέπει να έχουμε υπόψη μας είναι ότι ανέκαθεν οι οικονομολόγοι απέδιδαν μεγάλη σημασία στην «συσσώρευση κεφαλαίου» το οποίο στη συνέχεια επενδύεται σε παραγωγικές διαδικασίες, δηλαδή διαδικασίες από τις οποίες παράγονται χρήσιμα για το σύνολο της κοινωνίας (αν και όχι απαραίτητα για όλες τις τάξεις) προϊόντα.

Παρακάτω ο Ρικάρντο εξετάζει το είδος της επιβάρυνσης που προκαλεί ένας φόρος στους μισθούς. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει συνεχίζει ακόμη και σήμερα να είναι σωστό (τουλάχιστον στην πλειοψηφία των περιπτώσεων):

«Αν μπορούσαν όλοι να αυξήσουν την τιμή τω αγαθών τους, ώστε να αποζημιωθούν, με κάποιο κέρδος, για το φόρο, και δεδομένου ότι όλοι είναι καταναλωτές ο ένας των εμπορευμάτων του άλλου, τότε είναι προφανές ότι ο φόρος δεν θα μπορούσε ποτέ να πληρωθεί∙επειδή, ποιοί θα ήταν εκείνοι που θα συνεισέφεραν το φόρο αν όλοι αποζημιώνονταν;

Ελπίζω, λοιπόν, ότι έχω κατορθώσειι να αποδείξω πως εοποισδήποτε φόρος έχει αποτέλεσμα την άνοδο των μισθών θα πληρώνεται με μια μείωση των κερδών και, επομένως, ότι ένας φόρος στους μισθούς είναι στην πραγματικότητα φόρος στα κέρδη.»

Λίγες σελίδες παρακάτω (237) και πάντα στο ίδιο Κεφάλαιο ο Ρικάρντο διατυπώνει δύο ακόμα σημαντικές παρατηρήσεις:

«Ανεξάρτητα από το αν οι φόροι αντλούνται από το εισόδημα ή το κεφάλαιο, μειώνουν τα φορολογήσιμα εμπορεύματα της χώρας.»

«Συνήθως οι φόροι επιδρούν κατά τρόπο διαφορετικό από την πρόθεση του νομοθέτη, εξαιτίας των έμμεσων αποτελεσμάτων τους.»

Προς το τέλος του Κεφαλαίου «Φόροι μισθών» βρίσκουμε ακόμη τρείς διαχρονικές παρατηρήσεις σχετικά με την Φορολογία. Ειδικότερα στην σελίδα 239 βρίσουμε τα παρακάτω αποσπάσματα:

«Οι φόροι στα είδη πολυτελείας έχουν κάποιο πλεονέκτημα έναντι των φόρων που βαρύνουν τα βασικά μέσα συντήρησης. Πρόκειται, γενικά, για φόρους που πληρώνονται από το εισόδημα και, επ[ομένως, δεν ελαττωνουν το παραγωγικό κεφάλαιο της χώρας.»

«..., και η καθημερινή πείρα δείχνει ότι μια αύξηση στο ονομαστικό ποσό του φόρου, συχνά, μειώνει την απόδοση του φόρου.»

Τέλος στην τελευταία σελίδα (240) του Κεφαλαίου XVI διαβάζουμε:

«Μια χώρα που η δημοσιονομική της κατάσταση έχει γίνει εξαιρετικά αφύσικη, εξαιτίας της εσφαλμένης πολιτικής της συσσώρευσης μεγάλου εθνικού χρέους και ακολούθως, της υπερβολικής φορολογίας, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στα δεινά που συνοδεύουν αυτό τον τρόπο άντλησης φόρων.»

Είναι το δεύτερο πολύ επίκαιρο απόσπασμα που βρίσκουμε σ’ ένα έργο το οποίο γράφτηκε την δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα.  

Στο επόμενο Κεφάλαιο XVII «Φόροι σε άλλα εμπορεύματα εκτός των ακατέργαστων προϊόντων» στη σελίδα 242 σχετικά με τα δάνεια διαβάζουμε:

«Όταν για τις πολεμικές δαπάνες ενός χρόνου συγκεντρώνονται είκοσι εκατομμύρια με ένα δάνειο, τότε τα είκοσι αυτά εκατομμύρια αφαιρούνται από το παραγωγικό κεφάλαιο της χώρας. Το εκατομμύριο ανά έτος που αντλείται μέσω φορολογίας για την πληρωμή του τόκου αυτού του δανείου είναι απλώς μια μεταφορά από εκείνους που πληρώνουν το φόρο προς εκείνους που δάνεισαν τη χώρα. Η πραγματική δαπάνη είναι τα είκοσι εκατομμύρια και όχι οι τόκοι που πρέπει να πληρώνονται για το δάνειο αυτό.»

Για τον Ρικάρντο είναι προφανές πως το δάνειο εξαιτίας των τόκων που χρωστούνται στους δανειστές -και τους οποίους πληρώνουν οι φορολογούμενοι- είναι μια μορφή φορολόγησης. Στις επόμενες σελίδες -μεταξύ άλλων- εξετάζει αν είναι προτιμότερη η σύναψη από το κράτος ενός δανείου ή η επιβολή συνολικού φόρου σε καθένα φορολογούμενο∙ ο οποίος και θα μπορούσε αν ήθελε να δανειστεί ο ίδιος το ποσό του φόρου που του αναλογεί. Η παρακάτω παράγραφος (σελίδες 244-245) αντιγράφεται αυτούσια εξαιτίας της σπουδαιότητας όσων αναφέρονται σ’ αυτή. Μια σπουδαιότητα η οποία τις περισσότερες φορές και για τους περισσότερους (που προτιμούν να μην συλλογιστούν πάνω σε τέτοια ζητήματα) παραμένει κρυμμένη.

«Από όσα έχω πεί, δεν πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι θεωρώ το σύστημα δανεισμού το προσφορότερο για την κάλυψη των έκτακτων δαπανών του κράτους. Είναι ένα σύστημα που έχει την τάση να μας καθιστά λιγότερο φειδωλούς -να μας αποκρύπτει την πραγματική μας κατάσταση. Αν οι δαπάνες ενός πολέμου είναι 40 εκατομμύρια Λίρες το χρόνο, και το μερίδιο που οφείλει να συνεισφέρει κάθε πολίτης για την κάλυψη των ετήσιων δαπανών είναι 100 Λίρες, θα προσπαθούσε όταν θα καλούνταν να δώσει τη συνεισφορά του, να αποταμιεύσει γρήγορα 100 Λίρες από το εισόδημα του. Με το σύστημα των δανείων, θα είναι υποχρεωμένος να πληρώσει μόνο τον τόκο αυτών των 100 Λιρών ή 5 Λίρες το χρόνο, και να θεωρήσει ότι είναι αρκετό να αποταμιεύει μόνο 5 Λίρες το χρόνο από τις δαπάνες του και να ξεγελάσει τον εαυτό του πιστεύοντας ότι είναι το ίδιο πλούσιος όπως και πριν. Όλο το έθνος σκεπτόμενο και ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, αποταμιεύει μόνο τους τόκους των 40 εκατομμυρίων Λιρών, ή δύο εκατομμύρια Λίρες∙ έτσι όχι μόνο χάνει όλο τον τόκο ή το κέρδος που θα απέφεραν τα 40 εκατομμύρια ¨’ιρες αν επενδύονταν παραγωγικά, αλλά και 38 εκατομμύρια Λίρες που είναι η διαφορά ανάμεσα στην αποταμίευση και στις δαπάνες του. Αν, όπως παρατηρήσαμε προηγουμένως, κάθε πολίτης είχε συνάψει το δικό του δάνειο και είχε συνεισφέρει για την κάλυψη των αναγκών του κράτους, όλο το μερίδιο που του αναλογούσε, τότε, όταν θα τέλειωνε ο πόλεμος, η φορολογία θα έπαυε και θα επανερχόμασταν στη φυσική κατάσταση των τιμών. Ο Α θα έπρεπε τότε να πληρώνει τόκο από τα δικά του χρηματικά κεφάλαια στον Β για το χρηματικό ποσό που του είχε δανείσει στη διάρκεια του πολέμου, για να πληρώσει με αυτό τη συνεισφορά του στις κρατικές δαπάνες∙ καμία σχέση, όμως, δεν θα είχε η χώρα με τη συναλλαγή αυτή.»

Η επόμενη παράγραφος -αν και μεγάλη- εκτός από εξαιρετικά επίκαιρη περιέχει την προσέγγιση που ο Ρικάρντο (όπως και άλλοι οικονομολόγοι) θεωρεί όχι μόνο «σωστή» αλλά επιβεβλημένη. Προκειμένου, όμως, να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τον καιρό του Ρικάρντο οι «αγορές» από τις οποίες δανείζονταν τα κράτη και οι πολίτες τους ήταν οι κεφαλαιούχοι του ίδιου κράτους. Έτσι στο σύνολο της οικονομίας το αποτέλεσμα του δανεισμού ήταν μηδενικό, αφού δανειστής και οφειλέτης ζούσαν και δραστηριοποιούνταν στο ίδιο κράτος. Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει αρκετά απ’ όσα θεωρούσε δεδομένα ο Ρικάρντο. Το εν λόγω απόσπασμα από τις σελίδες 245-246 έχει ως εξής:

«Μια χώρα στην οποία έχει συσσωρευθεί μεγάλο εθνικό χρέος βρίσκεται στην πιο αφύσικη κατάσταση∙ και μολονότι το ποσό των φόρων και η αυξημένη τιμή της εργασίας μπορεί να μην προκαλούν στη χώρα, όπως πιστεύω, άλλο μειονέκτημα έναντι των άλλων χωρών, εκτός από το αναπόφευκτο μειονέκτημα της αναγκαίας πληρωμής αυτών των φόρων, ωστόσο θα είναι προς το συμφέρον κάθε φορολογούμενου να ξεφορτώσει από τους ώμους το βάρος αυτό και να το φορτώσει στους ώμους κάποιου άλλου∙ και ο πειρασμός να μεταναστεύσει κανείς, παίρνοντας μαζί και το κεφάλαιο του, σε μια άλλη χώρα, όπου θα απαλλάσσεται από τέτοια βάρη, θα καταστεί τελικά ακαταμάχητος και θα ξεπεράσει τη φυσική απροθυμία που κάθε άνθρωπος αισθάνεται όταν σκέπτεται να εγκαταλείψει τον τόπο της γέννησης του και τον τόπο των πρώτων συναναστροφών του. Μια χώρα η οποία έχει εμπλακεί στις δυσχέρειες που συνοδεύουν το αφύσικο αυτό σύστημα θα ενεργούσε σοφά, αν απαλλασσόταν από αυτές θυσιάζοντας οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας της ήταν αναγκαίο για να εξοφλήσει το χρέος της. Εκείνο που είναι συνετό για ένα άτομο, είναι συνετό και για ένα έθνος. Ένας άνθρωπος ο οποίος έχει 10.000 Λίρες, που του αποφέρουν εισόδημα 500 Λιρών, από το οποίο οφείλει να πληρώνει 100 Λίρες το χρόνο ως τόκο ενός δανείου, έχει στην πραγματικότητα καθαρό πλούτο 8.000 Λίρες, και θα ήταν εξίσου πλούσιος είτε εξακολουθούσε να πληρώνει 100 Λίρες κάθε χρόνο είτε αν θυσίαζε αμέσως και εφάπαξ 2.000 Λίρες. Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί ποιος θα ήτα ο αγοραστής της περιουσίας την οποία θα έπρεπε ο άνθρωπος αυτός να πωλήσει για να εισπράξει τις 2.000 Λίρες; Η απάντηση είναι απλή: ο δανειστής του κράτους, που πρόκειται να εισπράξει αυτές τις 2.000 Λίρες, θα ζητεί μια επένδυση για το χρήμα του, και θα είναι διατεθειμένος είτε να το δανείσει στο γαιοκτήμονα ή το βιομήχανο είτε να αγοράσει από αυτούς μέρος της περιουσίας την οποία πρέπει να εκποιήσουν. Σε μια τέτοια πληρωμή θα συνεισφέρουν, σε μεγάλο βαθμό, και οι ίδιοι οι κάτοχοι χρεογράφων. Το σχέδιο αυτό έχει πολλές φορές προταθεί, αλλά δεν είχαμε, όπως φοβάμαι, ούτε αρκετή σοφία ούτε την αρκετή αρετή για να την υιοθετήσουμε.»

Στο Κεφάλαιο XXVI «Περί ακαθάριστου και καθαρού εισοδήματος» στις σελίδες 347-348 διαβάζουμε:

«Στην κατανομή των παραγωγικών δραστηριοτήτων μεταξύ όλων των χωρών, το κεφάλαιο των φτωχότερων χωρών θα επενδυόταν, όπως είναι φυσικό, σε εκείνες τις δραστηριότητες στις οποίες συντηρείται μια μεγάλη ποσότητα εργασίας στο εσωτερικό, επειδή στις χώρες αυτές μπορούν πιο εύκολα να αποκτηθούν τα μέσα διατροφής και τα άλλα αναγκαία μέσα συντήρησης για έναν αυξανόμενο πληθυσμό. Στις πλούσιες χώρες, απεναντίας, όπου τα μέσα διατροφής είναι ακριβά, είναι φυσικό το κεφάλαιο, εφόσον το εμπόριο είναι ελεύθερο να επενδύεται στους κλάδους εκείνους στους οποίους απαιτείται να διατηρηθεί στο εσωτερικό η μικρότερη ποσότητα εργασίας: τέτοιοι κλάδοι είναι το διαμετακομιστικό εμπόριο, το υπερπόντιο εμπόριο και οι παραγωγικές δραστηριότητες για τις οποίες απαιτούνται ακριβές μηχανές∙ σε κλάδους όπου τα κέρδη είναι ανάλογα με το κεφάλαιο και όχι ανάλογα με την ποσότητα της εργασίας που απασχολείται.»

Στο επόμενο Κεφάλαιο XXVIΙ «Περί νομίσματος και τραπεζών» υπάρχουν τρία ενδεικτικά για την έκδοση χρήματος (τουλάχιστον όπως ίσχυε μέχρι πρόσφατα) αποσπάσματα. Το πρώτο βρίσκεται στις σελίδες 355-356:

«Η πείρα, όμως, δείχνει πως ουδέποτε κράτος ή τράπεζα είχαν απεριόριστη εξουσία να εκδίδουν χαρτονόμισμα και να μην την καταστρατήγησαν. Σε όλες τις χώρες, επομένως, η έκδοση χαρτονομίσματος πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς και ελέγχους∙ και κανένας περιορισμός δεν φαίνεται καταλληλότερος για το σκοπό αυτό από το να είναι υποχρεωμένοι εκείνοι που εκδίδουν χαρτονόμισμα να πληρώνουν τα τραπεζογραμμάτια τους είτε μες χρυσά νομίσματα είτε με ράβδους χρυσού.»

Στο επόμενο απόσπασμα ο Ρικάρντο αποδεικνύει ότι όλο το οικοδόμημα της Πολιτικής Οικονομίας που με τόσο κόπο δομήθηκε πάνω στην αυστηρή Λογική και τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος, καταρρέει σαν «χάρτινος πύργος» όταν στην «αγορά» επικρατήσει πανικός. Στην σελίδα 358 διαβάζουμε:

«Σε ένα τέτοιο σύστημα, και εφόσον το νόμισμα έχει ρυθμιστεί με αυτό τον τρόπο, η Τράπεζα της Αγγλίας δεν είναι ποτέ υπεύθυνη για οποιαδήποτε δυσχέρεια παρουσιαστεί, εκτός από εκείνες τις έκτακτες περιπτώσεις όπου τη χώρα καταλαμβάνει γενικός πανικός, και όλοι επιθυμούν να έχουν στην κατοχή τους πολύτιμα μέταλλα, που τα θεωρούν τον πιο πρόσφορο τρόπο για να αποκτήσουν περιουσία ή να αποκρύψουν αυτή που έχουν. Κανένα σύστημα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις τράπεζες από τον πανικό αυτό∙ από την ίδια τους τη φύση, οι τράπεζες υπόκεινται σε πανικούς, επειδή δεν μπορεί ποτέ μια τράπεζα ή μια χώρα να έχουν τόσο πολύ μεταλλικό νόμισμα ή ράβδους χρυσού όσο έχουν δικαίωμα να ζητήσουν οι πλούσιοι άνθρωποι μιας τέτοιας χώρας. Αν όλοι οι άνθρωποι απέσυραν την ίδια μέρα τα χρήματα τους από τον τραπεζίτη τους, δεν θα αρκούσε το πολλαπλάσιο των τραπεζογραμματίων που βρίσκονται σε κυκλοφορία για να ικανοποιηθεί μια τέτοια ζήτηση. Ένας πανικός αυτού του είδους ήταν η αιτία της κρίσης του 1797∙ και όχι, όπως έχει υποτεθεί, οι μεγάλες προκαταβολές που έδωσε η Τράπεζα της Αγγλίας στην κυβέρνηση. Δεν θα έπρεπε να κατηγορηθεί ούτε η Τράπεζα της Αγγλίας ούτε η κυβέρνηση∙ η αιτία που προκάλεσε τις μαζικές αναλήψεις από την Τράπεζα της Αγγλίας ήταν η εξάπλωση των αδικαιολόγητων φόβων του δειλού τμήματος της κοινωνίας, και αυτό θα μπορούσε να συμβεί ακόμη και αν η Τράπεζα της Αγγλίας δεν είχε δώσει καμία προκαταβολή στην κυβέρνηση, ακόμη και αν είχε διπλάσιο από το τωρινό κεφάλαιο της. Αν η Τράπεζα της Αγγλίας εξακολουθούσε να πληρώνει σε μετρητά, πιθανότατα ο πανικός θα περνούσε πριν εξαντληθεί το μεταλλικό νόμισμα της.»  

Το τελευταίο απόσπασμα από το βιβλίο του Ρικάρντο προέρχεται από την σελίδα 360 και αφορά τη σχέση που (θα έπρεπε να) υπάρχει μεταξύ του χαρτονομίσματος και ίσης αξίας μ’ αυτό χρυσού:

«Το νόμισμα βρίσκεται στην τελειότερη κατάσταση του όταν αποτελείται εξ ολοκλήρου από χαρτονόμισμα -αλλά από χαρτονόμισμα ίσης αξίας με την αξία του χρυσού που διακηρύσσεται ότι αντιπροσωπεύει. Η χρήση του χαρτονομίσματος αντί του χρυσού, αντικαθιστά το πιο ακριβό μέσο, το χρυσό, με το πιο φτηνό και επιτρέπει στη χώρα χωρίς να υποστεί κανένα άτομο ζημιά, να ανταλλάξει όλο το χρυσό, που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως για το σκοπό αυτό, με πρώτες ύλες, εργαλεία και μέσα διατροφής, με τη χρησιμοποίηση των οποίων αυξάνονται τόσο ο πλούτος όσο και οι απολαύσεις.»

Σε επόμενα κείμενα θα εξετασθούν τα πρακτικά αποτελέσματα στο ζήτημα της Φορολογίας και της λειτουργίας του χρήματος ως μέσου συναλλαγών όπως αυτά προκύπτουν από όσα εκτέθηκαν σ' αυτό αλλά και το προηγούμενο κείμενο.

 

29 Απρίλη 2017
παρατηρητής 1.

 

Διαβάστηκε 6801 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΡΙΚΑΡΝΤΟ. – ΜΕΡΟΣ Β’