Από την άλλη ο «Επιστημονικός Σοσιαλισμός» αποτυγχάνει για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Καθώς είναι επί της ουσίας «καθρέπτης» του Καπιταλισμού «αντιγράφει» τα ίδια λάθη και τις ίδιες αδυναμίες, τις οποίες με μεγάλη μαεστρία προσπάθησαν να «μακιγιάρουν» οι Μάρξ-Ένγκελς. Όπως είχαμε αναφέρει και στο σχετικό με το έργο του οικονομολόγου Σουμπέτερ (βλέπε εδώ) οι οικονομολόγοι από την πρώτη σχεδόν στιγμή ήταν σε αναζήτηση του «τέλειου» οικονομικού συστήματος, καθώς η λειτουργία στην πράξη του Καπιταλισμού προκαλούσε ανεπιθύμητες παρενέργειες. Έτσι κάποιοι θεώρησαν ότι βρήκαν την θεωρητική αρχικά και πρακτική στη συνέχεια λύση στον «Επιστημονικό Σοσιαλισμό».
Αδυνατούν ακόμη και τώρα να κατανοήσουν πως τους «κανόνες του παιχνιδιού» ΔΕΝ μπορούν να τους βάλουν τα «πιόνια» που παίζουν. Όπου «πιόνια» είμαστε όλοι μας στον βαθμό που με τις πράξεις μας διαμορφώνουμε καθημερινά την οικονομική δραστηριότητα και άρα το οικονομικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα οι οικονομολόγοι από θεωρητική άποψη αποδεικνύονται πιστοί όμοια με τους πιστούς των θρησκειών. Πιστεύουν, για παράδειγμα, ότι η «αγορά» αυτορυθμίζεται. Για να ίσχυε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να υπάρχει μια γενική βούληση η οποία ν’ αποτελεί την κοινή συνισταμένη όλων μας. Υποτίθεται, άλλωστε, πως όλοι μας έχουμε το ίδιο (κοινό) συμφέρον. Το συμφέρον αυτό είναι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων μας (η οποία θεωρητικά θ’ αυξήσει και το γενικότερο επίπεδο διαβίωσης).
Στην πράξη, όμως, τα πράγματα ΔΕΝ λειτουργούν έτσι καθώς η γενική βούληση αγνοείται. Ωστόσο, κάθε παιχνίδι έχει κανόνες οι οποίοι ακόμη και αν δεν είναι προφανείς και γνωστοί από πριν σ’ όλους δεν παύουν όμως να το ρυθμίζουν. Στην περίπτωση της Οικονομίας ο μόνος κανόνας που χρειάζεται είναι η ύπαρξη αναγκών και επιθυμιών σε συνδυασμό με την ύπαρξη διαφορετικών χαρακτήρων. Πράγματι αν ΔΕΝ υπάρχουν ανάγκες και επιθυμίες (αν, δηλαδή, είμαστε αυτάρκεις) και αν όλοι είμαστε ίδιοι χαρακτήρες (δηλαδή, αντιδρούσαμε με τον ίδιο τρόπο όλοι) ΔΕΝ θα υπήρχε οικονομική δραστηριότητα (δηλαδή, δεν θα υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί).
Φαίνεται έτσι σαν η Οικονομία να λειτουργεί αυτόνομα (από μόνη της) και μάλιστα με τελείως λογικό (και άρα πλήρως προβλέψιμο) τρόπο. Αυτό, όμως, δεν είναι σωστό καθώς αν ήταν έτσι το ξέσπασμα των κάθε λογής κρίσεων θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί εκ των προτέρων και να έχει αποσοβηθεί. Το γεγονός ότι κινητήρια δύναμη της Οικονομίας είναι μόνον η ψυχολογία αποδεικνύεται από το ότι το μάρκετινγκ (η προώθηση των πωλήσεων) στοχεύει αποκλειστικά και μόνον στο θυμικό (τα συναισθήματα) μας. Μέσω του μάρκετινγκ πωλούνται πανάκριβα αυτοκίνητα με τα οποία κάποιοι μετακινούνται στους ίδιους δρόμους με τα πιο παρακατιανά. Η αγορά μιας Φεράρι με την οποία καλύπτει ο ιδιοκτήτης την ίδια ανάγκη μετακίνησης με τον κάτοχο ενός Ζάσταβα είναι από την άποψη της Κλασικής Οικονομικής Θεωρίας παράλογη, αφού βασικό της αξίωμα είναι ότι πάντα λαμβάνουμε την πιο συμφέρουσα για εμάς οικονομική απόφαση. Αν λοιπόν αγοράζοντας Ζάσταβα γλυτώνουμε ένα σωρό λεφτά, αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε.
Τις τελευταίες μέρες δημοσιεύτηκαν δύο διαφορετικές ειδήσεις οικονομικού και όχι μόνο ενδιαφέροντος. Και οι δύο αποδεικνύουν ότι οι καλές προθέσεις και τα ιδεολογήματα όχι μόνο δεν φτάνουν, αλλά τις περισσότερες φορές κάνουν κακό στην Οικονομία. Η πρώτη αφορά την Δ.Ε.Η. και η δεύτερη την Βενεζουέλα και το εξωτερικό της χρέος. Από μια άποψη η μια είναι συνέχεια της άλλης.
Η περίπτωση της Δ.Ε.Η.
Όπως προκύπτει και από το αρτικόλεξο της επωνυμίας της ο μεγαλύτερος παραγωγός και προμηθευτής ενέργειας της Χώρας είναι «ΔΗΜΟΣΙΑ» επιχείρηση. Στο πρόσφατο παρελθόν ήταν μονοπώλιο και εξαιτίας του πραγματοποιούσε μεγάλα κέρδη, τόσο που έδινε την εντύπωση της άτρωτης. Δεδομένου του «δημόσιου χαρακτήρα της» η Δ.Ε.Η. ήταν πεδίο ρουσφετιών είτε από άποψη προμηθειών, είτε από άποψη προσλήψεων. Ενίοτε μέσω της Δ.Ε.Η. η εκάστοτε Κυβέρνηση μπορούσε ν’ ασκήσει «κοινωνική πολιτική». Μια ματιά στα πρώτα Ενημερωτικά Δελτία της Δ.Ε.Η. και του Ο.Τ.Ε. αποκαλύπτει το επίπεδο λειτουργίας τους καθώς και τις περιπέτειες της μηχανογράφησης τους αλλά και της εφαρμογής του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
Ωστόσο, «καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια» όπως λέει και ο λαός μας. Έφτασε ο καιρός που εξαιτίας της Διεθνούς Οικονομικής Κρίσης η οικονομική δραστηριότητα μειώθηκε δραματικά. Επιχειρήσεις έκλεισαν και νοικοκυριά έχασαν μικρό ή μεγάλο μέρος από το εισόδημα τους. Το αποτέλεσμα ήταν διττό:
- Μειώθηκε αφ’ ενός η κατανάλωση (άρα και η ζήτηση).
- Αφ’ ετέρου αυξήθηκαν τα «φέσια» (ανείσπρακτα υπόλοιπα) της επιχείρησης.
Επιπλέον η Κυβέρνηση ως μεγαλομέτοχος που διορίζει και την Διοίκηση αποφάσισε μέσω της «Δημόσιας» επιχείρησης να κάνει «κοινωνική πολιτική» παρέχοντας δωρεάν ρεύμα σε κάποιους καταναλωτές. Το κόστος της παροχής αυτής επωμίστηκαν οι υπόλοιποι καταναλωτές/πελάτες της. Αν σ’ όλα τα προηγούμενα προσθέσουμε και τις πιέσεις για «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας οι οποίες αύξησαν την πίεση στην επιχείρηση, τότε έχουμε την σημερινή πλήρη εικόνα της επιχείρησης.
Τα προβλήματα για μια επιχείρηση ξεκινούν όταν μειώνονται τα λεφτά του Ταμείου και οι εισπράξεις πέφτουν. Αιτία της μείωσης των «ταμειακών διαθεσίμων» της επιχείρησης μπορεί να είναι είτε η μείωση των πωλήσεων είτε η αύξηση των «φεσιών». Πολύ συχνά η μείωση του υπολοίπου του Ταμείου οφείλεται και στις δύο αιτίες. Την «χαριστική βολή» την δίνει πάντα η μείωση των πωλήσεων ειδικά όταν συμπίπτει και με Ζημιές. Όταν, δηλαδή, παρά την μείωση των λειτουργικών εξόδων οι πωλήσεις δεν αρκούν για να επιτευχθούν Κέρδη. Βέβαια τα Κέρδη από μόνα τους ΔΕΝ αποτελούν λύση, καθώς παράλληλα με την επίτευξη τους για να έχει ελπίδα σωτηρίας η επιχείρηση θα πρέπει το μεγαλύτερο μέρος των ανείσπρακτων υπολοίπων στην πορεία να εισπραχθεί και να μην μετατραπεί σε «φέσι».
Άπαξ, όμως, και δημιουργηθεί μια κατάσταση με μεγάλα ανείσπρακτα υπόλοιπα οι λύσεις που έχει μια επιχείρηση ΔΕΝ είναι πολλές. Στην περίπτωση αυτή η επιχείρηση μπορεί:
- Είτε να τα «ξεγράψει»,
- είτε να τα διεκδικήσει δικαστικά,
- είτε να τα πουλήσει σ’ άλλους.
Στην πρώτη περίπτωση και με βάση την νομοθεσία ΔΕΝ μπορεί να τα διαγράψει φορολογικά αν δεν έχει κάνει όλες τις απαραίτητες νομικές ενέργειες, οι οποίες κοστίζουν αρκετά λεφτά.
Στην δεύτερη περίπτωση δαπανά λεφτά για δικαστήρια χωρίς να είναι σίγουρη (και παρά την δικαστική δικαίωση) ότι θα εισπράξει το μεγαλύτερο ποσό απ’ αυτά που διεκδικεί. θα μπορούσε να πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα αν τους καλούσε τους ν’ αποπληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά σε πολλές δόσεις. Στο κάτω-κάτω για τις περισσότερες περιπτώσεις η οικονομική αδυναμία είναι αντικειμενική και οφείλεται στην παρούσα οικονομική συγκυρία, η οποία πλήττει εξίσου Φυσικά & Νομικά Πρόσωπα.
Στην τρίτη περίπτωση η επιχείρηση «τιτλοποιεί» τις Απαιτήσεις της (δηλαδή, τα Χρέη των Πελατών της). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι συνολικές απαιτήσεις 1 εκ. Ευρώ σε ονομαστική τιμή πολύ κάτω από το 50% (τις 500.000). η πώληση τους μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:
- με απευθείας πώληση σε εισπρακτικές εταιρείες,
- με έκδοση ομολογιακού δανείου για την εγγύηση του οποίου θα χρησιμοποιηθούν οι συγκεκριμένες οφειλές.
Στην πρώτη περίπτωση η επιχείρηση εισπράττει το συμφωνηθέν τίμημα διαγράφοντας από τα βιβλία της το υπόλοιπο, ενώ στην δεύτερη δανείζεται από τους αγοραστές του ομολογιακού δανείου λεφτά τα οποία υπόσχεται να ξεπληρώσει από την είσπραξη των συγκεκριμένων οφειλών. Και στις δύο περιπτώσεις το ποσό που θα εισπράξει η επιχείρηση είναι σημαντικά μικρότερο από το ποσό των οφειλών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους θεωρούνται «επισφαλείς».
Όλα τα παραπάνω είναι αποδεκτά όταν χρησιμοποιούνται απ’ οποιαδήποτε επιχείρηση. Δημιουργείται όμως ζήτημα όταν η επιχείρηση είναι «Δημόσια». Πρώτα απ’ όλα λόγω της επιλογής αυτής της λύσης και των επιπτώσεων της στους πελάτες της. Η χρησιμοποίηση εισπρακτικών εταιρειών (περισσότερο) ή η χρησιμοποίηση των Χρεών αυτών για δανεισμό (λιγότερο) είναι αντιδημοφιλείς πρακτικές ειδικά σε περιόδους Κρίσης.
Από την άλλη η πρακτική της «τιτλοποίησης» ΔΕΝ είναι απλή και αθώα διαδικασία. Η «τιτλοποίηση» Χρεών είναι η βασική αιτία της ζημιάς που προκλήθηκε παγκοσμίως από την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων των Η.Π.Α. και η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σε Διεθνή Οικονομική Κρίση προκαλώντας υφεσιακά φαινόμενα παντού. Τότε τιτλοποιήθηκαν οι οφειλές δανειοληπτών στεγαστικών δανείων, οι οποίοι ΔΕΝ μπορούσαν να πληρώσουν τις δόσεις τους. Στη συνέχεια οι τίτλοι αυτοί πουλήθηκαν σ’ άλλες τράπεζες οι οποίες τους χρησιμοποίησαν προκειμένου να εκδώσουν δικές τους «τιτλοποιήσεις» (ή τους έδωσαν ως εγγυήσεις) αντλώντας άλλα λεφτά. Έτσι δημιουργήθηκε ένα μόνο εκ των υστέρων ορατό δίκτυο τραπεζών το οποίο κατέληξε στο «φαινόμενο του ντόμινο» όταν η πρώτη που είχε εκδώσει την αρχική τιτλοποίηση ΔΕΝ ήταν σε θέση να πληρώσει τις υποχρεώσεις της σ’ αυτές που είχε πουλήσει τους τίτλους και πάει λέγοντας…
«Το βάλς χρειάζεται δύο» όπως λένε. Έτσι και στην περίπτωση μας το πρόβλημα με την τιτλοποίηση έγκειται στην χωρίς αντίρρηση σύμπραξη με τις τράπεζες των ελεγκτικών εταιρειών δουλειά των οποίων ήταν η αξιολόγηση και η βαθμολόγηση των τιλτλοποιούμενων οφειλών. Μια αξιολόγηση και βαθμολόγηση η οποία θα επηρέαζε την αξία πώλησης τους και άρα και την μελλοντική συνεργασία τους με τις τράπεζες αυτές, για να μην πούμε για τις αμοιβές τους. Είναι, δηλαδή, πρόβλημα του ελεγκτικού μηχανισμού ο οποίος στην πράξη πάρα πολλές φορές υποτάσσεται στους (υποτίθεται) ελεγχόμενους υπονομεύοντας έτσι το μέλλον.
Εν κατακλείδι η επιλογή της τιτλοποίησης των Απαιτήσεων της Δ.Ε.Η. (βλέπε εδώ) έχει επί της ουσίας τις εξής προεκτάσεις:
- την Ηθική, μιας και πρόκειται περί ξεπουλήματος (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) των Απαιτήσεων της. Σε κάθε περίπτωση -όπως και στην περίπτωση των δανείων των τραπεζών- πρόκειται για την μεταβολή της σχέσης μεταξύ Προμηθευτή-Πελάτη χωρίς την συναίνεση του δεύτερου.
- Την Οικονομική, καθώς αναλόγως του ποσού που θ’ αντληθεί μ’ αυτή την επιλογή θα κριθεί η βιωσιμότητα της.
- Την Ελεγκτική, καθώς όλη αυτή η διαδικασία πρέπει ν’ αξιολογηθεί σωστά και να βαθμολογηθεί προκειμένου να προσδιοριστεί η τιμή πώλησης. Είναι προφανές πως σε περιόδους Ύφεσης τόσο η αξιολόγηση όσο και η βαθμολόγηση αναμένονται σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τις περιόδους οικονομικής μεγέθυνσης.
- Την Κοινωνική, η οποία συνίσταται στις επιπτώσεις του «κυνηγητού» των πελατών της Δ.Ε.Η. προκειμένου να εισπραχθεί όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος των υπολοίπων αυτών.
ΔΕΝ πρέπει όμως να ξεχνάμε πως όσα λεφτά και αν υπάρχουν στο Ταμείο μιας επιχείρησης όσο οι Πωλήσεις (Τζίρος) της βαίνουν μειούμενες τόσο το μέλλον της γίνεται σκοτεινότερο. Γιατί μόνον όταν υπάρχει ζήτηση έχει (οικονομικό) νόημα η παραγωγή και εμπορία ακόμη και του πλέον άφθονου αγαθού (ή προϊόντος) όπως η ενέργεια, η οποία με τη σειρά της είτε καλύπτει τις ανάγκες επιβίωσης (νοικοκυριά) μας είτε χρησιμοποιείται για την παραγωγή άλλων αγαθών/προϊόντων και υπηρεσιών. Το οποίο μας φέρνει στην δεύτερη ιστορία μας σχετικά με το Εξωτερικό Χρέος της Βενεζουέλας.
Το Εξωτερικό Χρέος της Βενεζουέλας.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα (βλέπε εδώ) η Βενεζουέλα είναι κοντά στην χρεοκοπία. Πρέπει να καταβάλει το επόμενο διάστημα κάπου 280 εκ. Δολλάρια. Το συνολικό Εξωτερικό της Χρέος εκτιμάται στα 150 δισεκατομμύρια Δολάρια την στιγμή που τα συναλλαγματικά της αποθέματα είναι κάτω από 10 δις. Αυτή τη στιγμή πιστωτές της Βενεζουέλας είναι κυρίως η Κίνα (στην οποία οφείλει 28 δις.), η Ρωσία και Αμερικανοί κεφαλαιούχοι.
Οι τελευταίοι τηρούν απέναντι της και με τις ευλογίες της Κυβέρνησης τους πολύ σκληρή στάση. Μέχρι στιγμής μόνον η Ρωσία έχει συμφωνήσει στην αναδιάρθρωση του Χρέους της Βενεζουέλας απέναντι της. Μόνη λύση της Βενεζουέλας για κάποια ρευστότητα είναι η προσφυγή για δανεικά στην Κίνα. Το ζήτημα στην περίπτωση κάθε υπερχρεωμένης Χώρας δεν είναι ούτε το ποσό ούτε η σκληρή στάση των πιστωτών της. Αν ήταν έτσι με συναλλαγματικά αποθέματα 9,7 δις. Δολλάρια η Βενεζουέλα ΔΕΝ θα έπρεπε ν’ αντιμετωπίζει ταμειακή δυσκολία να καταβάλει τα 280 εκ. μέχρι την Δευτέρα. Το ζήτημα είναι πως το σύνολο των συναλλαγματικών αποθεμάτων της ίσα-ίσα αρκεί για ν’ αποπληρωθούν οι δόσεις της για το 2017 και το 2018.
Βέβαια θα μπορούσε κάποιος ν’ αναρωτηθεί για ποιόν λόγο υπάρχουν τα συναλλαγματικά αποθέματα αν όχι για να γίνονται οι διεθνείς πληρωμές. Δεδομένου ότι έχουν περάσει πάνω από 15 χρόνια από την στιγμή που είχαμε -όπως η Βενεζουέλα- «εθνικό νόμισμα» και πολλοί ΔΕΝ θυμούνται ή δεν γνωρίζουν πως λειτουργούσε στην πράξη, είναι σκόπιμο να ειπωθούν κάποια πράγματα.
Είτε στο πρόσφατο είτε στο απώτερο παρελθόν ήταν αναγκαίος ο καθορισμός μιας ισοτιμίας ανταλλαγής μεταξύ των διαφόρων εθνικών νομισμάτων. Όσο τα νομίσματα αυτά ήταν χρυσά, ασημένια ή χάλκινα υπήρχε και μια αντικειμενική σχέση ανταλλαγής τους με αντίστοιχα άλλων χωρών. Από την στιγμή που όλα έγινα χάρτινα (θεωρητικά ανταλλάξιμα με ασήμι ή χρυσό) η σταθερή (αρχικά) ισοτιμία καθοριζόταν από τις κυβερνήσεις. Στη συνέχεια (όχι απ’ όλους) αφέθηκε να καθορίζεται «ελεύθερα» (δηλαδή κερδοσκοπικά) από την Αγορά Συναλλάγματος.
Και όταν η ισοτιμία καθοριζόταν από τις κυβερνήσεις και τώρα που καθορίζεται από την Αγορά τα υψηλά συναλλαγματικά αποθέματα χρησιμοποιούνταν για να εγγυηθούν την κοπή και κυκλοφορία του εθνικού νομίσματος. Η λογική ήταν απλή:
Μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα δίνουν την δυνατότητα στην χώρα που τα διαθέτει να εκδώσει στο εθνικό της νόμισμα την αντίστοιχη αξία χρημάτων. Αυτό ίσχυε έτσι ακριβώς όσο η ισοτιμία καθοριζόταν από τις εθνικές κυβερνήσεις. Σήμερα που η Αγορά καθορίζει κάθε λεπτό τις ισοτιμίες η ποσότητα του χρήματος που μπορεί να εκδώσει μια χώρα με βάση τα συναλλαγματικά της αποθέματα είναι σημαντικά μικρότερη το ύψος τους.
Αυτό συμβαίνει γιατί η χώρα πρέπει να διαθέτει απόθεμα το οποίο θα χρησιμοποιήσει όταν το εθνικό της νόμισμα δεχτεί κερδοσκοπική επίθεση. Δηλαδή, όταν η ισοτιμία του κυμανθεί πέραν ενός αποδεκτού ορίου◦ ενός ορίου κάτω από το οποίο το εθνικό νόμισμα θα έχανε μεγάλο μέρος της αξίας του με αποτέλεσμα την δημιουργία πληθωριστικών και ανατροφοδοτούμενων «σπιράλ». Τέτοιου είδους κερδοσκοπικές (αισχροκερδικές) επιθέσεις δέχθηκαν από τον Σόρος το 2001 τόσο η Ελλάδα όσο και η Βρετανία. Επιθέσεις τέτοιου είδους ΔΕΝ μπορούν να δεχθούν μεγάλα και «σκληρά» νομίσματα όπως το Ευρώ. Είναι προφανές ότι η δυνατότητα τόσο των κερδοσκοπικών επιθέσεων όσο και της άμυνας που μπορεί ν’ αντιτάξει μια χώρα καθορίζονται (εκτός από την στρατηγικότητα τους) κυρίως από το μέγεθος των χρημάτων που διαθέτουν. Τα οποία χρήματα αυξάνονται ή μειώνονται αναλόγως των εσόδων τους από το διεθνές εμπόριο.
Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως «συναλλαγματικά διαθέσιμα» δημιουργούνται είτε μέσω του διεθνούς εμπορίου, είτε μέσω του δανεισμού.
Στην περίπτωση της Βενεζουέλας έχουμε μια χώρα της οποίας από άποψη Τζίρου το κύριο εξαγωγικό προϊόν της είναι το πετρέλαιο, ακολουθούμενο από προϊόντα του κατασκευαστικού κλάδου (ατσάλι, αλουμίνιο, τσιμέντο) (βλέπε εδώ). Όπως είναι προφανές η κατανάλωση αυτών των προϊόντων έχει μειωθεί δραματικά λόγω της Παγκόσμιας Ύφεσης τα τελευταία χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι τα Δολλάρια που εισπράττονταν για τις πωλήσεις αυτών των προϊόντων ολοένα μειώνονται. Ακόμη και αν έναντι των πωλήσεων αυτών η Βενεζουέλα λάμβανε άλλα τα οποία χρησιμοποιούσε για τις δικές της ανάγκες η κατάσταση δεν αλλάζει πολύ. Γιατί και έτσι συνεχίζει να οφείλει Δολλάρια για την αποπληρωμή δανείων που είχε πάρει σε χρήμα. Έτσι όσο η αξία των πωλήσεων μειώνεται την στιγμή που οι τόκοι συνεχίζουν να τρέχουν, η ταμειακή ασφυξία της αυξάνεται. Επιπρόσθετα η Βενεζουέλα ΔΕΝ είναι αυτάρκης, οπότε χρειάζεται μεγάλα συναλλαγματικά διαθέσιμα (ή μεγάλες ποσότητες εξαγώγιμων προϊόντων που είναι το ίδιο πράγμα) για να καλύπτει τις εσωτερικές της ανάγκες, αφήνοντας αναγκαστικά μικρό ποσοστό τους για την αποπληρωμή του Εξωτερικού της Χρέους και την προστασία της ισοτιμίας του Μπολιβάρ.
Όπως και στην περίπτωση της Δ.Ε.Η. έτσι και στην περίπτωση της Βενεζουέλας χωρίς «ενεργή ζήτηση» (που λένε και τα βιβλία) ΔΕΝ μπορούν ν’ ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους όσο και αν τις έχουν «κουρέψει» (μειώσει). Για έναν κόσμο που μέχρι πρόσφατα και εξαιτίας του φθηνού πετρελαίου είχε συνηθίσει την σπατάλη ενέργειας/πόρων είναι οξύμωρο μια χώρα παραγωγός πετρελαίου να είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και η βιωσιμότητα μιας «Δημόσιας» Επιχείρησης Ηλεκτρισμού να τίθεται εν αμφιβόλω. Ωστόσο, μακρυά και πέρα από κάθε λογής ιδεολογίες, ιδεολογήματα και «καλές» προθέσεις αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία δεν χρειάζεται καμία οικονομική θεωρία για να προβλεφθεί, αφού μόνο και μόνο μια ματιά στο παρελθόν θα έπρεπε να είναι αρκετή για να βάλουν κάποιοι μυαλό.
Κάτι τέτοιο φαίνεται ακόμα μακρυνό, καθώς υπάρχουν ακόμη σοβαρές αντιστάσεις στην αποδοχή της ψυχολογίας ως βασική παράμετρο της οικονομικής δραστηριότητας. Ο λόγος της αντίστασης αυτής είναι ότι με τον συνυπολογισμό της τα οικονομικά υποβιβάζονται από την πλήρως λογική επιστήμη σε μια πιο εμπειρική, αφού για τις προβλέψεις των μελλοντικών οικονομικών τάσεων θα είναι περισσότερο χρήσιμη μια ματιά στο παρελθόν (πρόσφατο και ιστορικό) από την χρήση οποιουδήποτε μαθηματικού μοντέλου.
11 Νοέμβρη 2017
παρατηρητήριο.






















































































