Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΟΙ «ΠΟΥΘΕΝΑΔΕΣ» ΑΝΑΡΩΤΙΟΥΝΤΑΙ: ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΟΥΜΑΝΤΟ Ή ΟΙ ΟΜΑΔΕΣ; (ΕΧΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΟΙ «ΠΟΥΘΕΝΑΔΕΣ» ΑΝΑΡΩΤΙΟΥΝΤΑΙ: ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΟΥΜΑΝΤΟ Ή ΟΙ ΟΜΑΔΕΣ;
(ΕΧΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ)

Όσοι έζησαν το ποδόσφαιρο την δεκαετία του ’80 θυμούνται την παντοδυναμία των Π.Α.Ε. στον καθορισμό της εργασιακής τους σχέσης με τους παίκτες. Θυμούνται τους Ιδιοκτήτες ν’ απειλούν (και κάποιους να το κάνουν) να στείλουν τους «απείθαρχους» (όσους ΔΕΝ πήγαιναν με τα «νερά» τους)βπαίκτες στην εξέδρα «καρφώνοντας» τους το δελτίο στον τοίχο (προκειμένου να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί). Βέβαια υπήρξαν και εξαιρέσεις. Υπήρξε παίκτης που έκανε αυτό που είχε από την αρχή αποφασίσει, όπως υπήρξαν και παίκτες που με την στάση τους «εκβίασαν» τις ομάδες τους. Αυτοί, όμως, ήταν λίγοι και σε κάθε περίπτωση ήταν οι εκάστοτε «βεντέτες» της ομάδας και όχι τα «μικρότερα» ονόματα. Από την δεκαετία, όμως, του ’90 και εξ’ αιτίας της προσφυγής στην Ε.Ε. του Βέλγου ποδοσφαιριστή Μποσμάν τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν.

Οι ποδοσφαιριστές θεωρήθηκαν σαν «κοινοί» εργαζόμενοι και με βάση την νομοθεσία ήταν πλέον σε θέση ν’ ασκούν μεγαλύτερο έλεγχο στην εξέλιξη της καριέρας τους. Ακόμη, όμως, κι έτσι δεν θα μπορούσαμε να έχουμε φτάσει στη σημερινή κατάσταση όπου ο ποδοσφαιριστής (κυρίως) αποφασίζει που θα παίξει. Στη σημερινή κατάσταση φτάσαμε εξ’ αιτίας της συμπεριφοράς των ομάδων αλλά και του σύγχρονου ποδοσφαιρικού marketing σε συνδυασμό με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.

Η λανθασμένη (εκ του συνολικού αποτελέσματος) συμπεριφορά των ομάδων αφορά τόσο τον τρόπο που πολλές απ’ αυτές προσπαθούν να επιβάλλουν τους όρους τους στους παίκτες όσο και στον τρόπο που προσεγγίζουν τους παίκτες που τους ενδιαφέρουν.

Η περίπτωση της «διαπραγμάτευσης».

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που οι ομάδες βρίσκουν «παίκτες-λαχεία» των οποίων οι αρχικές απολαβές ΔΕΝ αντιστοιχούν στην αγωνιστική τους προσφορά (την οποία και δείχνουν στην πορεία). Στη συνέχεια του προσφέρουν μια γενναία (όπως το βλέπουν οι ίδιες) αύξηση για να υπογράψει επέκταση της συνεργασίας τους. Αναλόγως της ηλικίας του παίκτη αλλά και του πόσο «άργησε» η ομάδα να ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις ο παίκτης ενδέχεται να ζητά περισσότερα. Βέβαια, σημαντικό ρόλο παίζει και ο μάνατζερ του παίκτη αλλά και ο χαρακτήρας του ίδιου του παίκτη.

Είναι αρκετά συνηθισμένο να «στραβώνουν» οι διαπραγματεύσεις κυρίως γιατί ο παίκτης θεωρεί χαμηλή την προσφορά που του γίνεται (από την πλευρά της η ομάδα τις θεωρεί υπερβολικές). Στο τέλος η διαφορά της επιτυχίας από την αποτυχία κρίνεται με βάση το αν η νέα συμφωνημένη αμοιβή θα διατάραζε τις ισορροπίες εντός της ομάδας (πόσα παίρνουν οι άλλοι) οδηγώντας σ’ εκτροχιασμό τα οικονομικά της.

Αν η διαπραγμάτευση ευοδωθεί τότε «όλα καλά». Αν ο παίκτης δεν αποδεχθεί την προσφορά της ομάδας, τότε η τελευταία τον πιέζει με δύο τρόπους. Από την μια αγωνιστικά δίνοντας «γραμμή» στον προπονοτή να μην τον επιλέγει είτε για την ενδεκάδα είτε στην αποστολή για τον αγώνα. Από την άλλη πιέζοντας τον να φύγει με μεταγραφή σε ομάδα με την οποία έχει ήδη συμφωνήσει εκείνη. Είναι λογικό ότι όσο κοντύτερα στην λήξη του συμβολαίου βρισκόμαστε τόσο μεγαλύτερη η πρεμούρα της ομάδας να τον πουλήσει (αφού όσο αργεί τόσο λιγότερα θα πάρει) και άρα τόσο περισσότερο πιέζει τον παίκτη.    

Η περίπτωση της προσέγγισης για μεταγραφή.

Είναι πολύ συνηθισμένο οι ομάδες όταν θέλουν κάποιο παίκτη να προσεγγίζουν πρώτα αυτόν (έστω και έμεσσα) τις περισσότερες φορές χωρίς την έγκριση της ομάδας στην οποία παίζει. Τα «βρίσκουν» μαζί του και μετά με τον παίκτη σύμμαχο «εκβιάζουν» την ομάδα του (η οποία σαν τον «κερατά» «σκούζει» για την αδικία που της έγινε μπας και πάρει κάποια παραπάνω λεφτά). Με τον τρόπο αυτό έχουν χαλάσει πολλές συμφωνίες μεταξύ ομάδων που διαπραγματεύτηκαν πρώτα με την ομάδα που ανήκει ο παίκτης και δεν πήγαν να «χτυπήσουν» πρώτα την πόρτα του. Φυσικά ούτε σ’ αυτή την περίπτωση είναι άμοιροι ευτθυνών οι μάνατζερ.

Συμπεριφερόμενες έτσι οι ομάδες θεωρούν ότι προασπίζονται το συμφέρον τους. Στην ουσία, όμως, «σκάβουν τον λάκο τους». Επιλέγοντας να τα βρούν πρώτα με τον παίκτη δίνουν τόσο στον ίδιο όσο και σ’ όλους τους άλλους να καταλάβει πόσο μεγαλύτερη σημασία έχει αυτός σε σχέση με την ομάδα-εταιρεία με την οποία έχει συμβόλαιο και της οποίας αποτελεί μέχρι εκείνη τη στιγμή ένα «άυλο περιουσιακό στοιχείο» (για το οποίο μπορεί να έχουν πληρώσει ένα σωρό λεφτά).

Το σύγχρονο ποδοσφαιρικό marketing και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.

Είναι πανθομολογούμενο ότι τα τελευταία χρόνια τα λεφτά που δίνονται για μεταγραφές είναι από κάθε άποψη υπερβολικά. Ωστόσο, ήδη από την μεταγραφή του Ροναλντίνιο στην Ίντερ μέρος του συμβολαίου του αφορούσε την συμμετοχή του παίκτη στις διαφημιστικές καμπάνιες του χορηγού της ομάδας. Πλέον, ο παίκτης έπρεπε να «πουληθεί» στους οπαδούς της ομάδας. Για τον λόγο οι υπεύθυνοι «δημοσίων σχέσεων» έπρεπε να δημιουργήσουν την ανάλογη κάθε φορά εικόνα (προφίλ) του παίκτη.

Άλλωστε και οι ομάδες ανέμεναν από την εμπορική (εκτός της αγωνιστικής) εκμετάλλευση του μεγάλα έσοδα από την πώληση της φανέλας του. Πλέον πρώτα αρχίζει η πώληση της φανέλας ενός παίκτη και μετά αυτός υπογράφει και παρουσιάζεται από την ομάδα. Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα καθώς πλέον ζούμε στην εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου. Η ψευδαίσθηση ιδιωτικότητας που μας δίνει το facebook (καθώς οι αναρτήσεις μας λαμβάνουν χώρα στον «τοίχο» μας) θολώνει τις περισσότερες φορές το μυαλό των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών (και όχι μόνο) οι οποίοι πέφτουν σε σοβαρά ολισθήματα.

Αυτή η υπερ-έκθεση μοιάζει με το κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα. Πριν την κυριαρχία των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης υπεύθυνος για την εκπροσώπηση του ποδοσφαιριστή (εκτός από τον ίδιο) ήταν ο μάνατζερ του και σε κάποιες περιπτώσεις και η ομάδα του. Τώρα ο επαγγελματίας ποδοσφαιριστή «εκπροσωπείται» και από την γυναίκα/σύντροφο του, η οποία μέσω των «ποσταρισμάτων» της μπορεί να του φτιάξει ή να του καταστρέψει την καριέρα.

Ο «τελευταίος κρίκος» (αλλά όχι και ο λιγότερο σημαντικός) αυτής της περίεργης αλυσίδας είναι ο ίδιος ο οπαδός. Είναι αυτός για λογαριασμό του οποίου υποτίθεται ότι συμβαίνουν όλα. Τις περισσότερες φορές η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των χρηστών των Κοινωνικών Δικτύων έχουν εισόδημα κάτω από τον μέσο όρο (ή κοντά σ’ αυτόν). Ενώ αντιλαμβάνονται πλήρως τι συμβαίνει γύρω τους, έχουν ωστόσο για την ομάδα της καρδιάς τους μια εντελώς «ρομαντική» άποψη. Επιθυμούν έτσι να την κρατήσουν «αμόλυντη» από την πραγματικότητα. Για να το επιτύχουν αυτό έχουν εξοβελίσει από την οπαδική τους πραγματικότητα την πολιτική και κάθε άλλο αντικείμενο που θα μπορούσε να προκαλέσει αναμεταξύ τους διαιρέσεις και αντιπαλότητες. Υποτίθεται ότι με τον τρόπο αυτό αποδεικνύουν πως ΔΕΝ υπάρχει τίποτα πάνω από την ίδια την ομάδα.

Εφ’ όσον αυτοί βάζουν «πάνω απ’ όλα την ομάδα» αναμένουν προφανώς να κάνουν το ίδιο και οι άλλοι. Επειδή, όμως, οι παίκτες είναι επαγγελματίες και θα πρέπει να κοιτάξουν και το δικό τους συμφέρον τους κάνουν την παραχώρηση να «σεβαστούν» την απόφαση τους (δηλαδή, να μην τους «κράξουν») αρκεί να «σεβαστούν» την υπογραφή (και άρα τους όρους) που έχουν βάλει στο συμβόλαιο τους. Για μια μεγάλη μερίδα οπαδών αποτελεί τιμή για κάθε παίκτη ν’ αγωνίζεται σ’ αυτή. Έτσι, όταν ο παίκτης απαιτεί τα λεφτά του κακοχαρακτηρίζεται γιατί δεν «βάζει πλάτη» να βοηθήσει την ομάδα (άσε που παίρνει και πολλά λεφτά για την προσφορά του). Όταν, λοιπόν, τίθεται μπροστά στο δίλημμα να υποστηρίξει τον παίκτη ή την ομάδα η μεγάλη πλειοψηφία των οπαδών παίρνει το μέρος της ομάδας χωρίς δεύτερη σκέψη.    

 

Επιμύθιο.

Και οι τρείς παραπάνω αιτίες είτε ξεχωριστά η καθεμία είτε συνδυαστικά είναι αυτές που έχουν δημιουργήσει την σημερινή κατάσταση. Μια κατάσταση η οποία έχει καταστήσει τις ομάδες από πρωταγωνίστριες κομπάρσους. Πλέον τον πρώτο λόγο για το μέλλον του παίκτη τον έχει η πλευρά του ίδιου του παίκτη. Όπου «πλευρά» εννοείται κυρίως ο μάνατζερ του. Είναι προφανές πως για την σημερινή κατάσταση ευθύνονται οι ίδιες οι ομάδες οι οποίες με την συμπεριφορά τους έχουν δώσει το δικαίωμα στους παίκτες να κάνουν ότι κάνουν. ΔΕΝ έχει πρακτική σημασία το γεγονός ότι όλες οι ομάδες δεν ακολουθούν τις ίδιες πρακτικές. Άλλωστε ακόμη και αν υπάρχει μια ομάδα που δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποια από τις παραπάνω πρακτικές, έχει σίγουρα χρησιμοποιήσει τα «γιουσουφάκια» της (τους ρεπόρτερ της ομάδας) για να «φτιάξουν κλίμα» στους οπαδούς άλλοτε εξυψώνοντας και άλλοτε καταβαραθρώνοντας τους παίκτες ανάλογα του πως μετρούν (εκτιμούν) κάθε στιγμή τα συμφέροντα της ομάδας που διοικούν.

Συνεπώς, όταν αναρωτιέται κάποιος «Πως φτάσαμε να κάνουν κουμάντο στις ομάδες οι παίκτες» το πολύ-πολύ να νοσταλγεί την «προηγούμενη κατάσταση». Τότε που οι ομάδες ήταν παντοδύναμες και κανόνιζαν τις μεταγραφές όπως κανονίζουν ο έμπορος και ο πελάτης την αγοραπωλησία ενός εμπορεύματος. Από την άλλη η σημερινή κατάσταση ΔΕΝ είναι ουσιωδώς καλύτερη α’ αυτή του παρελθόντος. Η μόνη τους διαφορά είναι ότι τώρα οι ομάδες όχι μόνο ΔΕΝ παίρνουν όλα τα λεφτά από μια μεταγραφή, αλλά αναγκάζονται να πληρώσουν πολύ παραπάνω απ’ όσο αξίζουν τους παίκτες. Γιατί στην προσπάθεια τους να βγάλουν όσο περισσότερα μπορούν απ’ αυτούς τους εξύψωσαν τόσο που η «υπεραξία» τους έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη. Μπορεί οι παίκτες να βγάζουν τώρα περισσότερα, αλλά στην ουσία η θέση τους είναι χειρότερη. Γιατί τώρα (ειδικά τα μεγαλύτερα ονόματα) οι παίκτες άγονται και φέρονται από τους μάνατζερ όπως ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Έχουν, κοντολογίς, μεταβληθεί όπως έγραφε πριν από 73 χρόνια ο Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό» σε «πραμάτεια». Και το χειρότερο είναι ότι φαίνεται να τους αρέσει κιόλας.

 

14 Φλεβάρη 2018
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 4777 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΟΙ «ΠΟΥΘΕΝΑΔΕΣ» ΑΝΑΡΩΤΙΟΥΝΤΑΙ: ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΟΥΜΑΝΤΟ Ή ΟΙ ΟΜΑΔΕΣ; (ΕΧΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ)