Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ Η ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ) ΠΗΓΑΙΝΑΝ ΜΑΖΙ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ Η ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ) ΠΗΓΑΙΝΑΝ ΜΑΖΙ.

Θεμέλιο της υγειούς και επωφελούς λειτουργίας της Οικονομικής Δραστηριότητας είναι η τιμιότητα των συναλλασσόμενων. Η τιμιότητα είναι μια από τις θεμελιώδεις Ηθικές Αρχές, οι οποίες αντλούν την ισχύ τους είτε ως δοσμένες από τον Θεό, είτε ως μέρος της «Φυσικής Ηθικής» που κατέχουν ακόμα και οι «άγριοι» οι οποίοι πιστεύουν στον ανιμισμό. Η συστηματοποίηση των Ηθικών Αρετών και η παροχή οδηγιών για μια ευτυχισμένη και ενάρετη κατά το δυνατόν ζωή είναι το αντικείμενο της Ηθικής Φιλοσοφίας. Μιας επιστήμης η οποία βασίζεται αποκλειστικά στην παρατήρηση και κατηγοριοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η Ηθική Φιλοσοφία γεννήθηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια της Ιστορίας της Ανθρωπότητας και τόσο εξ αιτίας του αντικειμένου της όσο και των διαφορετικών προσεγγίσεων αναπτύχθηκαν πολλές περισσότερο ή λιγότερο διαφορετικές μεταξύ τους «σχολές».

Ένας από τους σημαντικότερους Ηθικούς Φιλοσόφους ο οποίος διετέλεσε μάλιστα και καθηγητής της Ηθικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης ήταν ο Σκωτσέζος Άνταμ Σμίθ. Ο Σμιθ είχε την τύχη να ζήσει στον «Αιώνα του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού» και ν’ αλληλοεπιδράσει με όλα τα σημαντικά πνεύματα του καιρού του. Τον Άνταμ Σμίθ μας τον έχουν «συστήσει» ως «Οικονομολόγο» και μάλιστα ως «Φιλελεύθερο». Ωστόσο, οι συγκεκριμένες «συστάσεις» κάθε άλλο παρά σωστές είναι. Αυτό που έχει νόημα να ξεκαθαρίσουμε εδώ είναι ότι ο «Πλούτος των Εθνών» αποτελεί μια πιστή καταγραφή της πραγματικότητας που βίωνε ο συγγραφέας του, την οποία και ερμήνευσε. Ο Σμίθ ερμήνευσε την Οικονομική Δραστηριότητα του καιρού του και σε καμία περίπτωση δεν έπαιρνε κάποια θεωρητική θέση για την «Οικονομία», κάτι που άλλωστε θα ήταν αδύνατο αφού επί της ουσίας τότε θεμελιωνόταν η Πολιτική Οικονομία ως επιστημονικός κλάδος. Τον άδικο σε σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου του χαρακτηρισμό του «Φιλελεύθερου» τον έλαβε από τους Γερμανούς που χρόνια μετά μετέφρασαν και «ερμήνευσαν» με τα δικά τους βιώματα τον «Πλούτο των Εθνών».

Ωστόσο, ο Σμίθ ήταν πρώτα και κύρια καθηγητής της Ηθικής και συνεπώς γι’ αυτόν οι Ηθικές Αρχές ήταν στην βάση κάθε δραστηριότητας, άρα και της Οικονομικής. Το 1759 εκδίδει την παραγνωρισμένη μέχρι σχετικά πρόσφατα -αν και ιδιαιτέρως σημαντική- «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων» («ΘΗΣ»). Στο βιβλίο αυτό θεμελιώνει την δική του πρόταση σχετικά με την Ηθική Φιλοσοφία. Η σημασία του συγκεκριμένου έργου για το αντικείμενο που διαπραγματεύεται ήταν και συνεχίζει από την στιγμή που επανανακαλύφθηκε να είναι μεγάλη. Δεκαεπτά χρόνια μετά την «ΘΗΣ» δημοσιεύει τον «Πλούτο των Εθνών» στον οποίο κάποιοι καλοθελητές είτε από παρεξήγηση είτε από σκοπιμότητα «ανακαλύπτουν» μια διαφορετική «Ηθική» προσέγγιση. Υποτίθεται ότι εκεί ο Σμίθ «προτείνει» μια «ατομικιστική Ηθική» σε σχέση με την «ΘΗΣ».

Αν επί της ουσίας το «συμπέρασμα» αυτό είναι αστήρικτο, αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε κάποιους μεθοδικά να «εξοστρακίσουν» την «ΘΗΣ» από την Πολιτική Οικονομία και γενικά από την Οικονομική σκέψη. Επιδίωξη τους ήταν να ξεμπερδέψουν με τις Ηθικές Αρχές η εφαρμογή των οποίων στις οικονομικές συναλλαγές θα έβαζε εμπόδια στον γρήγορο και ανεξέλεγκτο πλουτισμό. Έτσι τόσο ο επιχειρηματίας όσο και ο οικονομολόγος δεν θα είχαν την υποχρέωση να αιτιολογήσουν ηθικά τις αποφάσεις τους. Ειδικά ο δεύτερος θα ήταν πλέον ελεύθερος να εφαρμόσει συγκεκριμένες συνταγές για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της Οικονομικής Δραστηριότητας η σκοπιμότητα των οποίων προκύπτει όχι από σκέψη και επιλογή της πιο ωφέλιμης για την Κοινωνία προσέγγισης, αλλά από μαθηματικά μοντέλα που υποστηρίζουν αντίστοιχα θεωρητικά την βασιμότητα των οποίων ελάχιστοι έχουν την διάθεση ν’ αμφισβητήσουν.        

Με τα χρόνια η Πολιτική Οικονομία έγινε «Οικονομικά» ή «Οικονομική Επιστήμη» και τα μέλη της Κοινωνίας «ατομικοί καταναλωτές», οι οποίοι παθητικά δέχονται τα προαποφασισμένα γι’ αυτούς μέτρα και των οποίων η «αποστολή» είναι μοναχά η «κατανάλωση» πάντα για το καλό της «Οικονομίας». Η τέτοια εξέλιξη αποτελεί μια ηθική κατάπτωση, εφ’ όσον σχεδόν κανείς δεν είναι υποχρεωμένος ν’ απολογείται (δίνει λογαριασμό) στους υπόλοιπους. Πρακτικά στο νέο καθεστώς το μόνο «έγκλημα» είναι κάποιος να καταστρέφει τα λεφτά που έχει στα χέρια του. Όλα τα υπόλοιπα συγχωρούνται.  

Ωστόσο, η μετατροπή του πολίτη των χρόνων του Άνταμ Σμίθ στον παθητικό «ατομικό καταναλωτή» του σήμερα, ο οποίος νοιώθει μέσω των Μέσων Κοινωνικής Συμβίωσης θεωρεί ότι συμμετέχει στα δρώμενα υποσκάπτει την κοινωνική οργάνωση που είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Ενός συστήματος το οποίο μέχρι τον Β’ Π.Π. εξελισσόταν χέρι-χέρι με την Οικονομία. Προσδιοριζόταν από αυτή και συνάμα τη προσδιόριζε. Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι τότε η Οικονομική Δραστηριότητα (δηλαδή, η Οικονομία) ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό ελεγχόμενη από τα Κράτη τα οποία έθεταν περιορισμούς στην ανεξέλεγκτη λειτουργία της. Τους περιορισμούς αυτούς, άλλωστε, θεωρούσε ως ευτύχημα ο Ντέιβιντ Ρικάρντο στο «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας».    

Η δήθεν φιλελευθεροποίηση της Οικονομικής Δραστηριότητας σε παγκόσμια κλίμακα με την άρση των εναπομεινάντων περιορισμών στην ουσία καταστρέφει τις κοινωνικές δομές και άρα στην θέση της ελεγχόμενης σ’ ένα βαθμό και περιορισμένης στα εθνικά όρια επιχειρηματικής δράσης που πήγαινε χέρι-χέρι με την αλλαγή της Κοινωνίας παράγει χάος, η διαχείριση του οποίου χρεώνεται στις ευθύνες του κάθε Κράτους. Προκειμένου να συσκοτιστούν οι ευθύνες για την κατάσταση αυτή εφευρέθηκαν έννοιες όπως του «ηθικού κινδύνου» οι οποίες εννοιολογικά βρίσκονται στην μεθόριο μεταξύ λογικής και χαζομάρας. Το γεγονός ότι κάποιοι έχουν αποφασίσει να διαχειριστούν με σοφιστείες την Οικονομική και Κοινωνική πραγματικότητα, ερμηνεύοντας την μ’ αυτό τον τρόπο είναι ενδεικτικό του επιπέδου του «μέσου πολίτη». Ο οποίος «μέσος πολίτης» αν και αποτελεί πλάσμα της φαντασίας είναι αυτός που όταν ακούει ή διαβάζει περί «Ελευθερίας» και των παραγώγων της μπερδεύει την Ελευθερία με την ασυδοσία των οικονομικά ισχυρών (η οποία δανείζεται τον μανδύα της Ελευθερίας). Επιπλέον ο «μέσος πολίτης» εξ αιτίας είτε της αδιαφορίας του είτε της άγνοιας του (είτε και των δύο) δεν είναι σε θέση (και κυρίως δεν ενδιαφέρεται) να καταλάβει γιατί οι οικονομικά ισχυροί ενδιαφέρονται τόσο πολύ για την «Ελευθερία» του.  

Υποτίθεται ότι μέσω της φιλελευθεροποίησης της Οικονομικής Δραστηριότητας και της κατάργησης κάθε φραγμού και περιορισμού θα δημιουργούνται περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας. Μόνο που όταν τα κεφάλαια αφήνονται να διακινούνται σε όλο τον κόσμο χωρίς περιορισμούς, τότε δεν μένουν πουθενά για τόσο όσο απαιτεί μια επένδυση (με την παλιά έννοια) ν’ αποδώσει. Τότε τα κεφάλαια μετατρέπονται από επενδυτικά σε κερδοσκοπικά/τοκογλυφικά, η δράση των οποίων οδηγεί σε πραγματικό χρόνο τα εθνικά νομίσματα από το ζενίθ στο ναδίρ της χρεοκοπίας.

Για όλα τα παραπάνω η επιστροφή στην αρχή της Πολιτικής Οικονομίας, τότε που η Οικονομική Θεωρία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ηθική είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία. Δεδομένου ότι η «Θ.Η.Σ.» είναι ιδιαιτέρως πολυσέλιδη και ενδεχομένως βαρετή για όσους δεν είναι Ηθικοί Φιλόσοφοι επιλέξαμε δύο παραγράφους οι οποίες αν και έχουν γραφτεί στα 1759 μοιάζουν ιδιαίτερα επίκαιρες. Επιπλέον στις παραγράφους αυτές ο Σμίθ διαπραγματεύεται τόσο σχετικά με την Κυβέρνηση όσο και με την Αντιπολίτευση.

«14. Ο ηγέτης του κόμματος των νικητών, ωστόσο, εάν διαθέτει επαρκή αυθεντία (την οποία συνήθως δεν διαθέτει), για να επιβληθεί στους ίδιους τους φίλους του, ώστε αυτοί να πράξουν με τον δέοντα χαρακτήρα και μετριοπάθεια, μπορεί ορισμένες φορές να προσφέρει στην πατρίδα του μια υπηρεσία πολύ πιο ουσιαστική και σημαντική από τις μεγαλύτερες νίκες και κατακτήσεις. Μπορεί να αποκαταστήσει και να βελτιώσει το σύνταγμα και τον πολύ αμφιλεγόμενο και διφορούμενο χαρακτήρα του αρχηγού ενός κόμματος, μπορεί να αναλάβει τον μεγαλύτερο και ευγενέστερο από όλους τους χαρακτήρες, εκείνον του μεταρρυθμιστή και νομοθέτη ενός μεγάλου κράτους▪ και με τη σοφία των θεσμίσεων του να διασφαλίσει την εσωτερική γαλήνη και ευτυχία των συμπολιτών του για πολλές διαδοχικές γενεές.

15. Εν μέσω της ταραχής και της αταξίας του φατριασμού, είναι δυνατόν να αναμιχθεί ένα ορισμένο πνεύμα συστήματος με το πνεύμα κοινωφελίας, το οποίο θεμελιώνεται στην αγάπη της ανθρωπιάς , στο πραγματικό αλληλέγγυο αίσθημα προς τις αντιξοότητες και τα δεινά, στα οποία ενδεχομένως εκτίθενται κάποιοι από τους συμπολίτες μας. Αυτό το πνεύμα συστήματος συνήθως, παίρνει την κατεύθυνση του εν λόγω ευγενέστερου πνεύματος κοινωφελίας▪ πάντα το ενεργοποιεί και συχνά το πυροδοτεί μέχρι ακόμα σημείου παράνοιας και φανατισμού. Οι ηγέτες της δυσαρεστημένης μερίδας, σπανίως δεν συντηρούν ένα ευλογοφανές σχέδιο μεταρρύθμισης το οποίο, όπως διατείνονται, όχι απλώς θα παραμερίσει τις αντιξοότητες και θα ανακουφίσει τα δεινά για τα οποία άμεσα διαμαρτύρονται, αλλά θα αποτρέψει για πάντα, κάθε επιστροφή σε παρόμοιες τέτοιες καταστάσεις. Συχνά προτείνουν, προς το σκοπό αυτό, να αναδιαρθρώσουν το σύνταγμα και να μεταβάλουν σε κάποια από τα πιο ουσιαστικά του μέρη το σύστημα της διακυβέρνησης εκείνο, υπό το οποίο οι υπήκοοι μιας μεγάλης αυτοκρατορίας ενδεχομένως, να έχουν απολαύσει για πολλούς συνεχόμενους αιώνες, ειρήνη, ασφάλεια, ακόμα και δόξα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του κόμματος μεθά συνήθως με την φανταστική ομορφιά αυτού του ιδεώδους συστήματος, του οποίου δεν διαθέτει εμπειρία, αλλά του έχει παρουσιαστεί με τα πλέον εντυπωσιακά χρώματα, με τα οποία θα μπορούσαν να το χρωματίσουν οι ηγέτες του. Οι ηγέτες οι ίδιοι, μολονότι αρχικά μπορεί να μην απέβλεπαν παρά μόνο στην αύξηση της δικής τους σπουδαιότητας, πέφτουν με τον καιρό, πολλοί απ’ αυτούς, θύματα της ίδιας της σοφιστείας τους και επιθυμούν τόσο διακαώς αυτή την μεγάλη μεταρρύθμιση, όσο και οι ασθενέστεροι και οι πιο ανόητοι από τους οπαδούς τους. Αν και οι ηγέτες θα έπρεπε να είχαν κρατήσει το νου τους, όπως πράγματι κάνουν συνήθως, ελεύθερο από τον φανατισμό αυτό, εντούτοις δεν τολμούν να απογοητεύσουν τους οπαδούς τους▪ και συχνά βρίσκονται υποχρεωμένοι, αν και σε αντίθεση με τις αρχές και τη συνείδηση τους, να πράττουν ως εάν τελούσαν οι ίδιοι υπό την κοινή πλάνη. Η φατριαστική βία, αρνούμενη κάθε κατευνασμό, κάθε μετριασμό, κάθε λογικό συμβιβασμό, απαιτώντας υπερβολικά πολλά, καταλήγει συνήθως να μην κερδίσει τίποτα▪ και εκείνες οι αντιξοότητες και τα δεινά, που με λίγη μετριοπάθεια, θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να είχαν εξαλειφθεί και θεραπευτεί, μένουν εντελώς χωρίς ελπίδα και γιατρειά.»

(Άνταμ Σμίθ, «Η Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων» Έκδοση 6η, Μέρος VI (Περί του χαρακτήρα της Αρετής), Τμήμα ΙΙ, Κεφάλαιο ΙΙ (Περί της φυσικής επιταγής που μας υποδεικνύει να ευεργετούμε τα κοινωνικά σύνολα), σελ. 378-379 Εκδόσεων Παπαζήση.)

28 Απρίλη 2018
   παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 4436 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ Η ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ) ΠΗΓΑΙΝΑΝ ΜΑΖΙ.